ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ[Μέρος Α΄]

Οι δρόµοι του µεταξιού χρονολογούνται από τον 1ο αιώνα π.Χ. Συνέδεαν την Κίνα µε την Ευρώπη, την Ανατολή µε τη Δύση, διασχίζοντας το κέντρο του Ασιατικού οροπεδίου, καλύπτοντας πάνω από 8.000 χιλιόµετρα.
Μέσα από αυτούς διακινούνταν το µετάξι και τα άλλα προϊόντα της Κίνας και της Ινδίας, στην Ανατολή προς το δυτικό κόσµο. Για 1.600 χρόνια ο δρόµος του µεταξιού λειτουργούσε ως δίαυλος επικοινωνίας λαών και πολιτισµών, βοηθώντας στην ανταλλαγή ιδεών, τεχνολογιών, επιστηµών, γνώσεων. Η ιστορία του πολιτισμού είναι συνυφασμένη με το ύφασμα και το φόρεμα. Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πού και πότε ξεκίνησε για πρώτη φορά η τεχνική του υφαντού. Τα στοιχεία είναι λιγοστά. Ο τόπος μεταφέρεται κατά καιρούς, κάτω από το φως των νέων ευρημάτων και αποκαλύψεων. Παλαιότερες ανασκαφές επεσήμαναν ως κοιτίδα υφαντουργίας την Αίγυπτο. Τη θέση αυτή πήρε αργότερα η Μεσοποταμία, ενώ ευρήματα νεωτέρων ανασκαφών τη μεταφέρουν στη Νότια Σιβηρία…Από τότε που ο άνθρωπος αντικατέστησε την προβιά του ζώου μ’ ένα κομμάτι πρωτόγονου υφαντού, επιλέγει τις υφαντικές ύλες σύμφωνα με τις γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες του περιβάλλοντος, σε συνάρτηση πάντα με την κατάκτηση της τεχνικής του υφαντού. Οι ύλες αυτές χωρίζονται σε φυτικές (βαμβάκι, λινάρι, καννάβι) και σε ζωικές (μαλλί, μετάξι). Μιλώντας για το μετάξι και τη σηροτροφία, δηλαδή την εκτροφή του μεταξοσκώληκα για την παραγωγή του κουκουλιού, είναι αδύνατο να μην αναφερθούμε στην Κίνα, την Σηρών χώραν ή Σηρικήν, όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες ιστορικοί και γεωγράφοι των πρώτων μ.Χ. χρόνων.
Εάν θέλαμε σήμερα να απλοποιήσουμε τον ορισμό, θα λέγαμε ότι ο Δρόμος του Μεταξιού ήταν ένα πολύπλοκο δίκτυο χερσαίων διαδρομών οι οποίες συνδέονταν μεταξύ των, εκτείνονταν σε ολόκληρη την ήπειρο της Ασίας και συνέδεαν τις μεγάλες ξακουστές πόλεις της Κίνας με τις αντίστοιχες της Ινδίας, τις μυθικές πολιτείες της Κεντρικής Ασίας, έως τέλος τα μεγάλα και ξακουστά λιμάνια και πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, για το χρονικό διάστημα από το 100 π.Χ. περίπου, έως το έτος 1500 μ.Χ. Βεβαίως πρέπει ευθύς εξ αρχής να δηλώσουμε ότι αυτές οι χρονικές στιγμές είναι από πολλές απόψεις μερικώς ανακριβείς ή ίσως να παριστούν και αυθαίρετες για μερικούς ημερομηνίες.
Τα ταξίδια μακρινών αποστάσεων και εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ της κεντρικής Ασίας και των πέριξ γεωγραφικών χώρων και κέντρων υπήρχαν για χιλιάδες χρόνια και πριν την κλασσική εποχή του Δρόμου του Μεταξιού, ενώ ακόμη και σήμερα αρκετές από τις παραδοσιακές διαδρομές του Δρόμου αυτού συνεχίζουν να παρουσιάζουν ενδιαφέρουσα εμπορική κίνηση, σε σύγχρονες βέβαια εκδοχές. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο γεωγραφικός ορισμός ότι ο Δρόμος του Μεταξιού ήταν ένα πολύπλοκο δίκτυο χερσαίων διαδρομών της Ασίας, το οποίο συνέδεε την Κίνα με την Ινδία και τη Μέση Ανατολή, είναι επίσης εξίσου παραπλανητικός, ελλιπής και ίσως από μια άποψη ανακριβής.
Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα, ο δρόμος αυτός δεν σταματούσε από γεωγραφικής σκοπιάς στην άκρη των απέραντων υδάτων, ένθεν κακείθεν. Πέρα από την Κίνα, στην Άπω Ανατολή, βρίσκεται η Ιαπωνία, και πέρα από τα προαναφερθέντα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου, η Βόρεια Αφρική και η Ευρώπη. Χάρη στα πλοία και γενικώς τις πλωτές οδούς η Ιαπωνία από τη μια μεριά και οι πολύ δυτικές περιοχές της Βόρειας Αφρικής και της Ευρώπης από την αντίπερα, μοιράζονταν τα αγαθά, τις ιδέες και όλα τα άλλα συμπαρομαρτούντα που μεταφέρονταν σε όλους τους σταθμούς του Δρόμου του Μεταξιού, που θα μπορούσε να ονομασθεί ως »Ευρύτερος Δρόμος του Μεταξιού».
Το ίδιο φυσικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί και ειπωθεί και για τα εδάφη και τα νησιά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας και του Ινδικού Ωκεανού. Με λίγα λόγια, τα αγαθά και οι ιδέες μεταφέρονταν μέσω του Δρόμου του Μεταξιού και έφταναν σε πολιτισμούς που δεν είχαν επίγεια σύνδεση με τα βάθη της απέραντης ηπείρου της Ασίας. Στο αποκορύφωμά του, στον 7ο και 8ο αιώνα μ.Χ. το κύριο τμήμα του χερσαίου Δρόμου του Μεταξιού, εκτεινόταν για πάνω από 4.000 μίλια από τα ανατολικά προς τα δυτικά, από τη Changan (τη σημερινή Xian) την πρωτεύουσα της δυναστείες των Han και Tang στην βόρεια και κεντρική Κίνα, έως την Αντιόχεια, την Τύρο, την Κωνσταντινούπολη και άλλες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου.
Καθ’ όλο το μήκος του διερχόταν μέσα από θρυλικές πόλεις όπως ήταν η Χίβα, η Μπουχάρα και η Σαμαρκάνδη στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, από την Καμπούλστο Αφγανιστάν, τη Σούσα στο Ιράν, τη Βαγδάτη στο Ιράκ και την ξακουστή Παλμύρα μέσα στη έρημο της Συρίας. Διέσχιζε ερήμους, στέπες, ποτάμια και οροσειρές, το σύνολο των οποίων παρουσίαζε δραματικούς κινδύνους για όσους αψηφούσαν με ανόητο τρόπο μερικούς βασικούς, στοιχειώδεις, αλλά άγραφους κανόνες ασφαλείας κατά τη διάρκεια της διέλευσης αυτών των περιοχών. Επίδοξοι ληστές και κακοποιοί κυνηγούσαν άγρια τους ταξιδιώτες και εμπόρους, ενώ πολλά παράξενα φαγητά, το νερό, και βεβαίως αναρίθμητοι μικροοργανισμοί, απειλούσαν την υγεία των ταξιδιωτών με ασθένειες κατ’ εξοχήν θανατηφόρες εκείνες πάντοτε τις εποχές.
Εκτός αυτών όμως, σοβαρές ψυχικές ασθένειες ήταν πολύ συχνές, αλλά σπανίως αναφέρονταν και τότε, αλλά και αργότερα. Πολλοί ταξιδευτές του Δρόμου του Μεταξιού, συμπεριλαμβανομένου του πολυταξιδεμένου Marco Polo, κατέγραψαν κάποιους τρομακτικούς νυκτερινούς ήχους που αποπροσανατόλιζαν τους πρωτόπειρους και ασταθείς ψυχικά διαβάτες. Ας δούμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο »Τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο». Από τις διηγήσεις και το περιεχόμενο του κειμένου του, συμπεραίνουμε σήμερα ότι πρέπει να βρισκόταν κάπου μέσα στην αφιλόξενη έρημο του Τουρκεστάν ή να αναφερόταν σε αυτή:
»Όταν ένας άνθρωπος ταξιδεύει νύχτα μέσα σ’ αυτή την έρημο και κάτι γίνει και χασομερήσει και χάσει την επαφή του με τους συντρόφους του, είτε πέφτοντας να κοιμηθεί είτε για οποιαδήποτε άλλη αιτία, και ύστερα θέλει να τους ξαναβρεί, τότε ακούει φωνές από το υπερπέραν με τέτοιο τρόπο όμως που νομίζει πως είναι των συντρόφων του. Μερικές φορές μάλιστα τον φωνάζουνε και με τ’ όνομά του. Συχνά αυτές οι φωνές τον κάνουν να χάσει το δρόμο του, κι έτσι έπειτα δεν μπορεί να τον ξαναβρεί. Με αυτόν τον τρόπο, πολλοί ταξιδιώτες χάθηκαν και εξαφανίστηκαν. Μερικές φορές τη νύχτα ακούν ένα θόρυβο σαν αυτόν που γίνεται από καβαλάρηδες σε παρέλαση και που ακούγεται να ‘ρχεται μακριά απ’ το δρόμο».
Λίγο παρακάτω στα περίφημα πάλι »Ταξίδια» του, φροντίζει να πληροφορήσει τους νέους, αδαείς ταξιδευτές αυτών των χωμάτων, τον τρόπο αντιμετώπισης των ψεύτικων οραμάτων βασισμένος στη δική του πείρα και φυσικά σε όσα άκουσε από πολύπειρους επισκέπτες αυτών των γεωγραφικών παραλλήλων: »Γι αυτό το λόγο οι ομάδες των ταξιδιωτών φροντίζουν να είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη. Πριν κοιμηθούνε βάζουν σημάδι, που να δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουνε για το ταξίδι τους. Και γύρω από το λαιμό όλων των ζώων τους, δένουν μικρά κουδούνια, έτσι ακούγοντας τον ήχο μπορούν να τα προλάβουν να μη βγουν από το μονοπάτι και χαθούν μέσα στην έρημο».
Οι συχνοί και υπαρκτοί κίνδυνοι του ταξιδιού κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού μειώθηκαν αισθητά, οι συνθήκες βελτιώθηκαν και τα ταξίδια κατέστησαν δυνατά με τη δημιουργία των αποκαλούμενων καραβανσεραγιών και των παρεμφερών αρχιτεκτονικών δομών που επέτρεπαν στους ταξιδιώτες να κατευθύνονται από το ένα ασφαλές καταφύγιο στο άλλο, με ρυθμό περίπου 20 έως 25 μίλια (σαράντα περίπου χιλιόμετρα) την ημέρα, με τη βοήθεια βέβαια πληθώρας δυνατών και υπομονετικών συνάμα ζώων, όπως καμήλες Βακτριανής, βόδια, βουβάλια, άλογα, αραβικές καμήλες, γαϊδούρια, κι ακόμη ελέφαντες.
Από όλα τα προαναφερθέντα όμως, η αργή σε ταχύτητα αλλά δυνατή Βακτριανή καμήλα, αυτή δηλαδή με τους δύο ύβους στη ράχη, ήταν το ζώο που μπορούσε να μεταφέρει φορτία μέχρι τριακόσια κιλά, και φυσικά διεκπεραίωνε αγόγγυστα το μεγαλύτερο μέρος των μεταφορών στις αφιλόξενες ερήμους της κεντρικής Ασίας. Για να εξασφαλισθεί έτι περαιτέρω η ασφάλεια των ταξιδιωτών, ήρθαν στην επιφάνεια τα ιερά προσκυνήματα, όπου οι συγκεκριμένοι πιστοί έβρισκαν πνευματική παρηγοριά και μερικές φορές καταφύγιο έναντι σοβαρών κινδύνων. Το πιο διάσημο από αυτά σήμερα, είναι ένα Βουδιστικό συγκρότημα γνωστό ως τα Σπήλαια Mogao (Σπήλαια για τους Χίλιους Βούδες).
Ήταν ένα σύστημα αποτελούμενο εκ 492 ναών κατά μήκος ενός μιλίου στις βραχώδεις εκτάσεις ενός γκρεμού, που βρίσκεται όχι πολύ μακριά από την πόλη όαση της Dunhuang, στο σημείο σύγκλισης των βασικών διαδρομών προς βορρά και νότο, μια πραγματική όαση, τοποθετημένη στρατηγικά σ’ ένα θρησκευτικό και πολιτιστικό σταυροδρόμι του Δρόμου του Μεταξιού, στην επαρχία Gansu της Κίνας. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, το πρώτο σπήλαιο χρονολογείται από το 366 μ.Χ. Οι σπηλιές αυτές είναι στην πραγματικότητα ιερά τα οποία με την πάροδο του χρόνου, τόσοι αιώνες πέρασαν βεβαίως από τότε, απέκτησαν κι έτσι περιέχουν συνολικά περίπου 3.000 αγάλματα και τοιχογραφίες, όλα δημιουργημένα με κόπο, πίστη, ευλάβεια και φυσικά μεράκι από τους μοναχούς των εποχών.
Κι αυτό βέβαια αποτελεί μόνο ένα από τα πάμπολλα σπήλαια και Βουδιστικά συγκροτήματα κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού. Κατά μήκος λοιπόν των διαδρομών του Δρόμου του Μεταξιού μετακινούνταν έμποροι και εμπορεύματα, προσκυνητές επισκέπτονταν ιερούς τόπους, ιεραπόστολοι αναζητούσαν υποψήφιους πιστούς για προσηλυτισμό σε συγκεκριμένη θρησκεία την οποία πίστευαν και υπηρετούσαν και στις οποίες συγκαταλέγονταν Χριστιανοί, Ζωροάστρες και Βουδιστές, κατά κύριο λόγο, στρατοί ταξίδευαν για αποστολές κατάκτησης νέων εδαφών, κάποιες φορές για ειρηνευτικές αποστολές, άποικοι εξωθούνταν, άλλες φορές με τη θέλησή τους κι άλλες όχι.
Και εκτοπίζονταν σε απομακρυσμένες και παραμεθόριες περιοχές, πρέσβεις και πολύφερνες νύφες ταξίδευαν σε μακρινές χώρες για να εδραιώσουν διακρατικές συμμαχίες και Αυτοκρατορικοί υπάλληλοι τοποθετούνταν σε προχωρημένα φυλάκια με σκοπό απώτερο τι άλλο, παρά την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των χωρών τους. Εκτός από τα βιομηχανικά προϊόντα, ζώα, φρούτα και λαχανικά μεταφέρονταν σε νέα κι απομακρυσμένα σπίτια και συνοικίες Μεσαιωνικών αστικών κέντρων, όπου σταδιακά γινόντουσαν αναπόσπαστα τμήματα των αγροτικών τοπίων και των πολιτισμών που τα φιλοξενούσαν. Ταξίδεψαν ακόμα καλλιτεχνικά μοτίβα και διάφορα στυλ εικαστικών τεχνών, ζωγραφικής και γλυπτικής καθώς και κάποιες άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.
Μουσική, χορός και μια μεγάλη ποικιλία μουσικών οργάνων πηγαινοέρχονταν και άλλαζαν χέρια από την Περσία, την Ινδία, την Κεντρική Ασία και αλλού, και επηρέασαν βαθιά ους μουσικούς, και όχι μόνο πολιτισμούς της Κίνας, της Κορέας και της Ιαπωνίας. Μαζί με όλα αυτά, ιδέες κατευθύνονταν από τη μια στην άλλη μεριά με όλους τους τρόπους και κυρίως παλιές και καινούργιες θρησκευτικές αντιλήψεις και κοσμοθεωρίες. Δεν ήταν πάντα όμως οι πάσης φύσεως μετακινήσεις, για καλό σκοπό. Ασθένειες δύσκολες ταξίδευαν ένθεν κακείθεν σε αυτές τις πορείες και επικίνδυνοι μικροοργανισμοί οι οποίοι δεν επιδέχονταν θεραπείας για τα δεδομένα της εποχής τους, μεταφέρονταν μαζί με τις ανθρώπινες και ζωικές υπάρξεις.
Μερικά κομμάτια ύφασμα που βρέθηκαν σε έναν Μεσαιωνικό τάφο ψηλά στα Ιμαλάια, στο Νεπάλ, δεν είναι μόνο σπάνια αλλά έχουν επιπλέον σημαντική ιστορική αξία. Έρχονται να προεκτείνουν τη διαδρομή που κάλυπτε ο περίφημος Δρόμος του Μεταξιού – η οδός που ακολουθούσαν οι Κινέζοι έμποροι για να προωθήσουν το πολύτιμο προϊόν τους σε μεγάλο μέρος του τότε γνωστού κόσμου. Τα υφασμάτινα ευρήματα είναι φτιαγμένα από ίνες μεταξιού σε συνδυασμό με τοπικές πρώτες ύλες και βαφές. Καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις για παραγωγή μεταξιού στην περιοχή, οι επιστήμονες θεωρούν ότι υποδηλώνουν πως το εμπορικό δίκτυο που είχε δημιουργήσει η Κίνα για να προαγάγει την πολυτελή αυτή πρώτη ύλη της οποίας διατηρούσε το μονοπώλιο ήταν μεγαλύτερο από ό,τι πιστεύαμε ως τώρα.
Τα υπολείμματα υφάσματος προέρχονται από το Σαμτζόνγκ, μια αρχαιολογική θέση που περιλαμβάνει ένα σύμπλεγμα τάφων κοντά στο ομώνυμο χωριό του Άνω Μουστάνγκ στο Βόρειο Νεπάλ. Το Άνω Μουστάνγκ βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο στα Ιμαλάια – είναι μια εξαιρετικά απομακρυσμένη και απομονωμένη επαρχία η οποία θεωρείται μία από τις καλύτερα διατηρημένες περιοχές στον πλανήτη. Οι δέκα τάφοι που είναι λαξευμένοι στον βράχο επάνω από το χωριό Σαμτζόνγκ ανακαλύφθηκαν το 2009 ύστερα από κατολίσθηση που προκλήθηκε από σεισμό. Το ξηρό κλίμα και το μεγάλο υψόμετρο της περιοχής ευνοούν τη συντήρηση των αντικειμένων οργανικής προέλευσης και έτσι τα υφάσματα, τα οποία χρονολογούνται γύρω στο 400 – 650 μ.Χ.
Κατάφεραν να σωθούν σε καλή κατάσταση αποτελώντας ένα από τα ελάχιστα δείγματα αυτής της περιόδου που έχουν βρεθεί στο Νεπάλ. Συγκεκριμένα τα υφασμάτινα ευρήματα εντοπίστηκαν στον τάφο 5 του συγκροτήματος του Σαμτζόνγκ. Ένα από αυτά είναι φτιαγμένο από κομμάτια από μάλλινο ύφασμα στο οποίο είναι ραμμένες χάλκινες, γυάλινες και υφασμάτινες χάντρες. Βρέθηκε κοντά στο φέρετρο ενός ενήλικου άνδρα μαζί με μια εντυπωσιακή νεκρική μάσκα από χρυσό και ασήμι. Οι μικρές τρύπες που υπάρχουν γύρω-γύρω στο περίγραμμα της μάσκας υποδηλώνουν ότι κάποτε ήταν ραμμένη σε ύφασμα και οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι αποτελούσε τμήμα ενός σύνθετου διακοσμημένου καλύμματος της κεφαλής.

Οι αναλύσεις που έγιναν από ερευνητές του Ινστιτούτου Αρχαιολογικών Ερευνών Μακ Ντόναλντ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ στη Βρετανία, το οποίο είναι υπεύθυνο για την ανασκαφή, εντόπισαν σε κάποια δείγματα ίνες από μετάξι. Οι ίνες είναι αποκομμιωμένες -επεξεργασμένες, δηλαδή, ώστε να γίνουν ύφασμα-, ενώ για τη βαφή των υφασμάτων έχουν χρησιμοποιηθεί μεταξύ άλλων και Ινδικές βαφές (Ινδικό ερυθρόδανο και λάκα). Αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς, υποδηλώνει ότι την περίοδο εκείνη οι κάτοικοι της περιοχής εισήγαγαν πρώτες ύλες από την Κίνα και την Ινδία τις οποίες χρησιμοποιούσαν σε συνδυασμό με τις τοπικές.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις για την παραγωγή μεταξιού στην περιοχή, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι το Σαμτζόνγκ περιλαμβανόταν στο μεγάλο εμπορικό δίκτυο του Δρόμου του Μεταξιού» ανέφερε σε δελτίο Τύπου η Μαργκαρίτα Γκλέμπα, επικεφαλής της μελέτης που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Science and Technology of Archaeological Research». «Τα ευρήματα ενισχύουν την ιδέα ότι, αντί να είναι απομονωμένο και απομακρυσμένο το Άνω Μουστάνγκ, υπήρξε κάποτε ένας μικρός αλλά σημαντικός κόμβος σε ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο λαών και τόπων.
Το Νεπάλ είναι σήμερα γνωστό για τις παραδοσιακές υφαντουργικές τεχνικές του και, όπως επεσήμανε η ερευνήτρια, τα νέα ευρήματα προσφέρουν μια πολύτιμη ματιά στο παρελθόν αυτής της παράδοσης. Τα υφάσματα αυτά μπορούν να διευρύνουν την κατανόησή μας για τις πρώτες ύλες και τις τεχνικές της τοπικής υφαντουργίας, καθώς και για τους μηχανισμούς μέσω των οποίων διάφορες κοινότητες ανέπτυξαν και προσάρμοσαν νέες υφαντουργικές τεχνολογίες για να ανταποκριθούν στις τοπικές πολιτισμικές και οικονομικές ανάγκες.
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ
Οι ταξιδιώτες και περιηγητές κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού κατά τη διάρκεια της Κλασσικής εποχής αναφέρονταν στα δρομολόγια με πολλούς και διαφορετικούς όρους. Κι ακόμα, πρέπει να τονίσουμε, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ή έστω ένδειξη τι ονομαζόταν »Δρόμος του Μεταξιού», κι αν αυτός τελικώς συμπεριελάμβανε μέρος ή ολόκληρο το μήκος του όπως παραδοσιακά αναφέρεται από τους ιστορικούς. Ο όρος είναι προφανώς μια σύγχρονη εκδοχή. Κατά τη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, μεγάλες ομάδες δυτικών, κυρίως Ευρωπαίων, οι οποίες περιελάμβαναν περίεργους, τυχοδιώκτες αλλά και επιστήμονες, άρχισαν να ταξιδεύουν μέσα σε αυτή την τεράστια περιοχή της Κεντρικής Ασίας.
Η οποία ήταν γνωστή ως Τουρκεστάν, ουσιαστικά αφιλόξενα εδάφη για τα δεδομένα των Ευρωπαίων, που κυριαρχούνταν από ποιμένες και νομάδες, οι οποίοι μιλούσαν μια ποικιλία Τουρκικών γλωσσών, με σκοπό να διερευνήσουν και αποκαλύψουν τα σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένα ερείπια μυθικών πολιτειών, να εντοπίσουν ξεχασμένους πλούτους, μαζί ή ξεχωριστά από θρησκευτικά προσκυνήματα κατά μήκος των αρχαίων καραβανιών που συνέδεαν την Ανατολή και τη Δύση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1877 ένας Γερμανός, ο Baron Ferdinand von Richthofen (1833 – 1905), ο οποίος έφτασε έως την Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες, επινόησε τον όρο »die Seidenstrassen», δηλαδή »Δρόμοι του Μεταξιού», για να δείξει με τον τρόπο αυτό ότι το Κινέζικο μετάξι ήταν το πλέον πολύτιμο προϊόν κατά μήκος αυτών των διαδρομών.
Ο Ferdinand von Richthofen ήταν ένας Γερμανός περιηγητής, γεωγράφος και σπουδαίος επιστήμονας. Γεννημένος στην Καρλσρούη, έλαβε την εκπαίδευσή του στο Μπρέσλαου και το Βερολίνο. Το 1860, εντάχθηκε στην αποστολή Eulenburg, μια πρωσική ομάδα εμπειρογνωμόνων που επισκέφθηκε την Κεϋλάνη, την Ιαπωνία, την Ταϊβάν, την Ιάβα, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες, τη Μπούρμα και το Σιάμ, σχεδόν δηλαδή το μεγαλύτερο τμήμα της Άπω Ανατολής, μεταξύ των ετών 1860 και 1862. Στην πραγματικότητα, στόχος της διπλωματικής εκείνης αποστολής, ήταν η σύναψη διπλωματικών και εμποριών σχέσεων της Πρωσίας και της Γερμανικής Τελωνειακής Ένωσης με την Κίνα, την Ιαπωνία και το Σιάμ.
Δεν προέκυψε κάτι το σημαντικό από αυτά τα ταξίδια, και δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος των αρχείων του Richthofen και των συλλογών, χάθηκαν. Για να είμαστε όμως ακριβοδίκαιοι, την εποχή εκείνη η Κίνα ήταν απρόσιτη λόγω της εξέγερσης Taiping, αλλά ο Richthofen ήταν εντυπωσιασμένος με τη σκοπιμότητα της εξερεύνησης και δεν έχασε την ευκαιρία που του δινόταν μπροστά του απλόχερα. Εξέδωσε τα γεωγραφικά, γεωλογικά, οικονομικά και εθνολογικά ευρήματα και τις παρατηρήσεις του σε τρεις τόμους, μαζί με έναν άτλαντα, τα οποία ωστόσο δεν καλύπτουν όλα τα πεδία όλων των ενδιαφερόντων του συγγραφέα, έργο το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Βερολίνο το 1877 – 1885.
Σ’ αυτό το πρότυπο έργο (China; Ergebnisseeigner Reisenunddaraufgegründeter Studien), ο συγγραφέας δεν ασχολείται μόνο με τη γεωλογία, αλλά και με κάθε απαραίτητο θέμα σε μια γενική γεωγραφική πραγματεία. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στους οικονομικούς πόρους των χωρών που διερχόταν. Έγραψε επίσης μια πολύτιμη σειρά επιστολών με το Εμπορικό Επιμελητήριο της Σαγκάης, και ο πρώτος που επέστησε την προσοχή στη σημασία των ορυχείων της Shantung και του Kiaochow ως λιμάνι. Σημειωτέον παρά το γεγονός ότι διορίστηκε καθηγητής της Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης το 1875, ανέλαβε τα καθήκοντά του επίσημα το 1879, λόγω της πλήρους απασχόλησής του με το έργο του στην Κίνα.
Αγγλόφωνοι ιστορικοί αργότερα μετέτρεψαν τον πληθυντικό του die Seidenstrassen (Δρόμοι του Μεταξιού), σε ενικό, τουτέστιν σε »Δρόμο του Μεταξιού» (Silk Road). Σήμερα τελικά, πολλοί ιστορικοί ανά τον κόσμο προτιμούν τον πιο σωστό όρο «Silk Routes» (Διαδρομές του Μεταξιού), για να υπογραμμίσουν το γεγονός ότι αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα τεράστιο, πολυδαίδαλο σύμπλεγμα χερσαίων δρόμων στην αρχή αλλά και ένα δίκτυο θαλάσσιων οδών, το οποίο όμως εμφανίστηκε κάπως αργότερα και συμπλήρωσε ή αντικατέστησε, σε κάποιες περιπτώσεις βεβαίως, το προηγούμενο καταλλήλως. Πάντως σε γενικές γραμμές και ειδικά στην Αγγλική βιβλιογραφία επεκράτησε ο ρομαντικός από μια άποψη και έννοια όρος, Silk Road.
Όρος ο οποίος σίγουρα προσδίδει και μια υποσημαινόμενη μυστικιστική ταυτότητα και κάποια ποιητική χροιά στην ιστορία του εν λόγω μυθικού και άκρως ελκυστικού Δρόμου. Άλλωστε, όπως πολύ σωστά ελέχθη κάποτε από παλιούς Οριενταλιστές και αναφέρεται από πιο σύγχρονους, όπως ο πολύ γνωστός μας Edward Said, το να ισχυρισθεί κανείς ότι: »Η Ανατολή είναι ένα πανεπιστήμιο από το οποίο ποτέ ο μελετητής δεν παίρνει το δίπλωμά του», ήταν ένας εύσχημος, αλλά και χαμηλών τόνων, τρόπος να δηλώσει ότι η Ανατολή απαιτούσε τη φυσική του παρουσία στα χώματά της, δίκην μελετηρού σπουδαστή στα κλασσικά πανεπιστημιακά έδρανα, λίγο πολύ για πάντα και όχι για περιορισμένο χρονικό διάστημα.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: