ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ,ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΟΜ[Μέρος Α΄]




Τό 1969 ο Ερικ Χόμπσμπομ κυκλοφόρησε

ένα βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο "Λη-



στές". Το βιβλίο ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ,

ένας ύμνος για τους "κοινωνικούς ληστές", τους

παράνομους "Ρομπέν των Δασών" που αντανα-

κλούν "τον γενικευμένο πόθο για ελευθερία, τον

ηρωισμό και το όνειρο της δικαιοσύνης".

Οπως ήταν φυσικό, το βιβλίο προκάλεσε σά-

λο: ο Χόμπσμπομ θεωρείται -καθόλου άδικα- ένας

από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της εποχής

μας. Τα κλασσικά του βιβλία, "Η εποχή των επανα-

στάσεων", η "Εποχή του Κεφαλαίου", "Η εποχή της

Αυτοκρατορίας" έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες

γλώσσες, διδάσκονται σε εκατοντάδες πανεπιστή-

μια και βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες

του κόσμου. Εδώ στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί από

το ίδιο το Μορφωτικό Ιδρυμα της Τράπεζας της

Ελλάδας.

Ο Χόμπσμπομ γυρίζει στο βιβλίο του πίσω

στους μυθικούς ληστές της ιστορίας και της λο-

γοτεχνίας -ληστές που έχουν πάρει κυριολεκτικά

διαστάσεις ήρωα στην λαϊκή φαντασία. Στα ατέ-

λειωτα λαϊκά τραγούδια που εξυμνούν τα κατορ-

θώματά τους οι ληστές αυτοί στέκονται πάντα

στο πλευρό των φτωχών και των κατατρεγμένων:

ληστεύουν τους πλούσιους για να μοιράσουν την

λεία στους φτωχούς, απελευθερώνουν κρατούμε-

νους-θύματα της αυθαιρεσίας των αρχών ή γυναί-

κες που έχουν απαχθεί από τους δόλιους και διε-

στραμμένους άρχοντες, προστατεύουν χωριά

από τις επιθέσεις των συμμοριών του κόμη ή του

βασιλιά.

Αλλά δεν στέκεται μόνο στο παρελθόν. Το βι-

βλίο του μιλάει και για τους "σύγχρονους" ληστές

-τον Τζέσε Τζέιμς, τον Μπίλι δε Κιντ, τον Πάντσο

Βίλα, τον Νέντ Κέλι. Κάποιο από αυτούς συνδέθη-

καν άμεσα με τους φτωχούς και τους κατατρεγ-

μένους -ο Πάντσο Βίλα ήταν μαζί με τον Εμιλιάνο

Ζαπάτα ένας από τους πρωτεργάτες της Μεξικά-

 νικης Επανάστασης. Ο Μπίλι δε Κιντ μοίραζε

πράγματι λεφτά από τις ληστείες του στους φτω-

χούς. Για κάποιους άλλους η σύνδεση αυτή βρί-

σκεται απλά στη λαϊκή φαντασία.

Ανεξάρτητα, όμως, από τα πραγματικά ιστο-

ρικά δεδομένα, όλοι τους σχεδόν έχουν γίνει ήρω-

ες στα μάτια του κόσμου. Γιατί; Η καλύτερη απά-

ντηση έρχεται από τον Μπέρτολτ Μπρέχτ, με τα

λόγια του Μακχίθ, (Μακ ο Μαχαιροβγάλτης), του

πρωταγωνιστή της "Οπερας της Πεντάρας": τι εί-

ναι χειρότερο, αναρωτιέται ο Μακχίθ, ενώ περιμέ-

νει να τον κρεμάσουν. "Να ληστεύεις μια τράπε-

ζας ή να ανοίγεις μια τράπεζα;" Ποιος είναι μεγα-

λύτερος εγκληματίας; Ο ληστής ή ο τραπεζίτης;



Νεντ Κέλι




Τριάντα δύο χιλιάδες άνθρωποι υπέγραψαν

ένα ψήφισμα ενάντια στηνκαταδίκη σε θάνατο

του Νεντ Κέλι, του διάσημου ληστή της Αυστραλί-

ας το 1880 από τα δικαστήρια της πολιτείας της

Βικτορια. Το Γκλενρογουαν, η περιοχή που έζησε

ο Νεντ, αποκαλείται ακόμα και σήμερα Κέλι Κά-

ουντρι από τον κόσμο. Για την πολιτεία και την

επίσημη ιστορία ο Κέλι είναι ένας εγκληματίας.

Για τον κόσμο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει

την αντίσταση -μοναχική, παράνομη και αδιέξοδη

αλλά ευγενική, ηρωική και αδάμαστη ταυτόχρονα-

στην αυθαιρεσία, τον κατατρεγμό και την καταπίε-

ση των ισχυρών.

Ο Κέλι ήταν από την γέννησή του κιόλας πάντα

στο στόχαστρο της αστυνομίας. Το ίδιο και η οικο-

γένειά του: ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε

έξι μήνες φυλακή για ζωοκλοπή -ένα ασυγχώρητο

έγκλημα σε μια χώρα μεγαλοκτηνοτρόφων. Από τα

14 του μπαινόβγαινε στα κρατητήρια και τις φυλα-

κές με διάφορες αστήρικτες κατηγορίες. Τα δικα-

στήρια τον αθώωναν: μάταια, όμως. Λίγους μήνες

αργότερα ήταν και πάλι προφυλακισμένος, με κά-

ποια νέα αφορμή. Τον Απρίλη του 1878, ύστερα

από μια συμπλοκή με έναν μεθυσμένο αστυνομικό

που παρενοχλούσε χυδαία την μικρή του αδελφή,

ο Νεντ βγήκε στην παρανομία. Τον Δεκέμβρη ορ-

γάνωσε την πρώτη του ληστεία -στην Εθνική Τρά-

πεζα της Γιουόρα: αφού κλείδωσε τους υπαλλή-

λους σε ένα δωμάτιο, άδειασε τα ταμεία και έφυγε

ανενόχλητος. Κανένας δεν σκοτώθηκε, ούτε τραυ-

ματίστηκε στην ληστεία. Ούτε στις επόμενες σκο-

τώθηκε ή τραυματίστηκε κανένας.

Ο Κέλι προσπάθησε να αξιοποιήσει την δημο-

σιότητα που είχε αποκτήσει από τις ληστείες για

να στείλει ένα μήνυμα στον κόσμο: να μιλήσει για

τα βάσανα που είχε περάσει όχι μόνο ο ίδιος και η

οικογένειά του αλλά και ολόκληρη η κοινότητα

των Ιρλανδών μεταναστών που ζούσε στην Αυ-

στραλία. Εγραψε ένα μεγάλο γράμμα και το

έστειλε στις εφημερίδες. Στο γράμμα ο Κέλι δή-

λωνε την πεποίθησή του ότι "στον αγώνα ενάντια

στους καταπιεστές" τα λόγια είναι πιο αποτελε-

σματικά από ότι τα λεφτά ή τα όπλα. Φυσικά κα-

μιά εφημερίδα δεν το δημοσίευσε. Το γράμμα

βρέθηκε 60 ολόκληρα χρόνια αργότερα και σήμε-

ρα είναι ένα από τα πιο διάσημα γραπτά ντοκου-

μέντα της ιστορίας της Αυστραλίας.

Η "συμμορία" του Κέλι εξαρθρώθηκε, ύστερα

από μια άγρια συμπλοκή με την αστυνομία, τον Ιο-

ύνη του 1880. Στο δικαστήριο ο Νέντ ήταν πολύ

"προκλητικός". Οταν ο δικαστής του ανακοίνωσε

ότι τον καταδικάζει σε θάνατο ο Κέλι του απάντη-

σε με "αναίδεια" "θα σε δω εκεί όταν φτάσω". Ο

Κέλι κρεμάστηκε στις 11 Νοεμβρίου. Δώδεκα μέ-

ρες αργότερα ο δικαστής πέθανε από μιαλοίμω-

ξη. Στα μάτια του κόσμου αυτή η τυχαία σύμπτω-

ση πήρε, όπως ήταν φυσικό, μυθικές διαστάσεις:

το δίκαιο είχε τελικά πάρει εκδίκηση.




Φούλαν Ντέβι



Οι "κοινωνικοί ληστές" -όπως τους αποκαλεί ο

Χόμπσμπομ- δεν είναι, όμως, ένα φαινόμενο που

ανήκει στους προηγούμενους αιώνες. Το πιο τρα-

νταχτό παράδειγμα είναι η Φούλαν Ντέβι -η "βασί-

λισσα των ληστών" της Ινδίας. Τον Φλεβάρη του

1981 η συμμορία της Ντέβι επιτέθηκε στο χωριό

Μπεχμάι -ένα χωριό στο οποίο η ίδια είχε φυλακι-

σθεί, βιαστεί και κακοποιηθεί πριν από λίγους μή-

νες- και αφού το λήστεψε έστησε 22 άντρες στον

τοίχο και τους εκτέλεσε. Δεκαπέντε χρόνια αργό-

τερα -από τα οποία τα περισσότερα τα είχε περά-

σει στην φυλακή- η Ντέβι εκλέχτηκε βουλευτής,

αντιπρόσωπος του "σοσιαλιστικού" κόμματος Σα-

ματγουάντι στην εθνική βουλή της Ινδίας.

Η κοινωνία της Ινδίας είναι χωρισμένη σε κά-

στες και η Φούλαν είχε την "ατυχία" να ανήκει σε

μια από τις κατώτερες. Στα 11 της χρόνια οι γο-

νείς της την πάντρεψαν -όπως κάνουν χιλιάδες

φτωχές οικογένειες στην Ινδία- με έναν άντρα κα-

τά πολύ μεγαλύτερό της ο οποίος αφού την βίασε

και την κακοποίησε την πέταξε στον δρόμο. Γύρι-

σε στο χωριό της, αλλά η οικογένειά της αρνήθηκε

να την δεχτεί "ατιμασμένη" πίσω. Η τύχη της χαμο-

γέλασε λίγο αργότερα, όταν απήχθει από μια ομά-

δα ληστών: η Φούλαν συνδέθηκε σύντομα με τον

αρχηγό της συμμορίας και από φυλακισμένη έγινε

γυναίκα του. Η πρώτη πράξη της νέας γυναίκας

του "αρχηγού" ήταν να λεηλατήσει το χωριό του

πρώην άντρα της, να τον μαχαιρώσει, να τον σύρει

έξω από το σπίτι του και να τον παρατήσει ετοιμο-

θάνατο, μπροστά στα μάτια εκατοντάδων συγχω-

ριανών του με ένα σημείωμα-απειλή για τους

άντρες που παντρεύονται μικρά κορίτσια.

Η συμμορία της Φούλαν "ειδικεύτηκε" στην λε-

ηλασία χωριών που ανήκαν στις ανώτερες κάστες

και στις απαγωγές πλούσιων γαιοκτημόνων -για τα

λύτρα φυσικά. Πολλοί υποστήριζαν -και υποστηρί-

ζουν- ότι τα κέρδη από τις ληστείες και τις απαγω-

γές τα μοιραζόταν η σπείρα με τους φτωχούς. Η

αστυνομία, φυσικά, το διαψεύδει. Αυτό που την

έκανε, πάντως, διάσημη ήταν η μανία της για εκδί-

κηση ενάντια σε αυτούς που κακοποιούσαν ή βία-

ζαν γυναίκες -ακόμα και αν η εκδίκηση αυτή ήταν

τυφλή και άδικη, όπως η δολοφονία των 22 αθώων

ανδρών στο χωριό Μπεχμάι. Η επίθεση αυτή της

χάρισε, όχι μόνο τον τίτλο της "Βασίλισσας των

Ληστών" αλλά και τεράστια φήμη. Στα παζάρια της

Ινδίας άρχισαν να πουλιούνται κούκλες "Φούλαν

Ντέβι" ντυμένες σαν την θεά Ντούργκα ενώ οι

εφημερίδες την παρουσίαζαν σαν την ηρωίδα των

φτωχών και των κατατρεγμένων.

Η αστυνομία την επικηρυξε αλλά η μαζική

υποστήριξη σήμαινε ότι δεν μπορούσε να την

συλλάβει. Υστερα από δυο άκαρπα χρόνια η κυ-

βέρνηση της πρότεινε έναν συμβιβασμό. Η Ντέβι,

που στο μεταξύ είχε αρρωστήσει και είχε χάσει

τους περισσότερους συντρόφους της, δέχτηκε -

βάζοντας όμως σκληρούς όρους. Παραδόθηκε

και κλείστηκε στις φυλακές για 11 χρόνια. Το

1994 αποφυλακίστηκε με χάρη. Το 1996 εκλέχτη-

κε βουλευτής, για να δολοφονηθεί λίγο αργότερα

-κατά πάσα πιθανότητα από τους συγγενείς των

αθώων νεκρών του Μπεχμάι.

Κάθε εποχή έχει τους δικούς της Ρομπέν των

Δασών -άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο

κατασκευασμένους. "Ο άνθρωπος έχει μια ακόρε-

στη δίψα για δικαιοσύνη" γράφει ο Χόμπσμπομ

στο βιβλίο του. "Η καρδιά του εξεγείρεται ενάντια

σε μια κοινωνική οργάνωση η οποία του την στε-

ρεί και όποιος και να είναι ο κόσμος μέσα στον

οποίο ζει, θεωρεί υπεύθυνη είτε την κοινωνική ορ-

γάνωση είτε ολόκληρο το υλικό σύμπαν για αυτή

την αδικία.

Ο άνθρωπος είναι γεμάτος από μια παράξε-

νη, πεισματάρικη μανία να θυμάται, να φαντάζεται

και να αλλάζει τα πράγματα γύρω του. Και επι-

πρόσθετα κουβαλάει μαζί του την επιθυμία να

έχει αυτό το οποίο δεν μπορεί να έχει -έστω και

με την μορφή ενός παραμυθιού. Αυτή είναι μάλ-

λον και η βάση για τις ηρωικές ιστορίες όλων των

εποχών όλων των θρησκειών, όλων των ανθρώ-

πων και όλων των τάξεων".

Η κοινωνία μας δεν κινδυνεύει από τους λη-

στές. Από τους τραπεζίτες και τους βιομήχανους

και τους εφοπλιστές κινδυνεύει. Κανένας ληστής

δεν έχει απολύσει ποτέ εργάτες. Ούτε έχει κόψει

τα μεροκάματα. Ούτε έχει κάψει τα δάση. Τα

"κέρδη" των ληστών ωχριούν μπροστά στα κέρδη

των χρηματιστών ή των εργολάβων που λυμαίνο-

νται τα δημόσια έργα. Η κοινωνία δεν χωρίζεται

σε "νόμιμους" και "εγκληματίες". Χωρίζεται σε κα-

πιταλιστές και εργάτες.

Φυσικά κανένας δεν μπορεί να κλείσει τα μά-

τια μπροστά στα αθώα θύματα των ληστειών. Αλ-

λά και εδώ ο απολογισμός είναι συντριπτικός: οι

νεκροί και οι τραυματίες από τις ληστείες δεν

φτάνουν ούτε στο ένα εκατοστό των θυμάτων των

μέτρων ενάντια στην "λαθρομετανάστευση", των

πολεμικών επιχειρήσεων, των εργατικών ατυχημά-

των, των αυτοκτονιών στον στρατό ή της αστυνο-

μικής βίας. Οποιος νοιάζεται πραγματικά για "την

ζωή" έχει πολύ δρόμο να διανύσει πριν φτάσει

στις ληστείες.

Σωτήρης Kοντογιάννης "Εργατική Αλληλεγγύη"
=======

Eric Hobsbawm: Ληστές



lhstes[Eric Hobsbawm: Ληστές
 Εκδόσεις Θεμέλιο, 2010]
του Θανάση Καμπαγιάννη
“Οι Ληστές είναι μια σπουδή πάνω στη φιγούρα του κοινωνικού ληστή ή του εξεγερμένου παράνομου. Τέτοιοι ληστές και παράνομοι δεν θεωρούνται από την κοινή γνώμη εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, εκδικητές ή αγωνιστές μιας πρωτόγονης αντίστασης, και τα κατορθώματά τους έχουν δοξαστεί και διασωθεί στην ιστορία και τον μύθο”.
Το έργο του βρετανού κομμουνιστή ιστορικού Έρικ Χόμπσμπομ “Ληστές” το 1969 αποτέλεσε την απαρχή μιας ολόκληρης ιστοριογραφικής σχολής για το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας. Στην ανάπτυξη του σχετικού ιστορικού κλάδου οφείλεται και η διαρκώς ανανεωμένη επανέκδοση του συγκεκριμένου έργου από τον Χόμπσμπομ, επαυξημένη κάθε φορά με νέα στοιχεία και ενημερωμένη με τις πιο πρόσφατες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ιστορικούς του νέου αυτού πεδίου.
Η ληστεία αμφισβητεί την οικονομική, κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων. Εμφανίζεται σε κοινωνίες που υφίστανται μια διαδικασία ταξικής διαφοροποίησης (κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι η μετάβαση από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό και τα χνάρια που αφήνει η διαδικασία αυτή στις αγροτικές κοινωνίες που την υφίστανται) ή σε κοινωνίες που είναι πλέον ταξικά διαφοροποιημένες. Χρήσιμη είναι εδώ η υπενθύμιση ότι τα κράτη πριν τον 19ο αιώνα ήταν τελείως διαφορετικά από τα ολοκληρωμένα εθνικά κράτη που γνωρίζουμε, ιδίως τον 20ό αιώνα: “κανένα κράτος... δεν διέθετε επαρκή γνώση για το ποιός ζούσε στο έδαφός του, ποιός γεννιόταν και ποιός πέθαινε εκεί... η εξουσία περιοριζόταν επομένως από την ανικανότητα της κεντρικής κυβέρνησης να μονοπωλήσει τον οπλισμό, να συντηρήσει σε μόνιμη βάση ένα σώμα ενόπλων και αόπλων δημόσιων λειτουργών...” (σελ. 31-32). Αυτό ήταν και το υλικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της ληστείας.
Η κοινωνική ληστεία είναι μια μορφή εξέγερσης που συναντάται σε διαστρωματωμένες αγροτικές κοινωνίες. Εξέφραζε την αντίσταση την αγροτικής κοινής γνώμης απέναντι στην κρατική εξουσία, γι' αυτό και αντίθετα με τους κοινούς ληστές ή τον υπόκοσμο οι κοινωνικοί ληστές επιδίωκαν και διέθεταν την στήριξη των αγροτών. Οι κοινωνικοί ληστές ήταν “επαναστάτες”, με την έννοια ότι ξέφευγαν από την νόρμα της υποταγής που συνεπάγονται τα βάρη της αγροτικής ζωής. Ωστόσο, το “πρόγραμμά” τους δεν υπερέβαινε ποτέ την υπεράσπιση της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων, την επιστροφή στην κατάσταση “έτσι όπως έπρεπε να είναι”. Παρ' όλα αυτά, σε περιόδους κρίσης και κοινωνικής αναταραχής, οι ληστές μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβολα αντίστασης “από ολόκληρη την παραδοσιακή τάξη ενάντια στις δυνάμεις που την αποδιοργανώνουν και την καταστρέφουν” (σελ. 49).
Το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας είναι διεθνές, από τους Ιταλούς banditos και τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας μέχρι τους Βαλκάνιους Χαϊδούκους, τους κλέφτες και τους αρματωλούς ή τους ντεσπεράντος της αμερικάνικης Άγριας Δύσης. Δίπλα σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους ληστές που υπήρξαν στην ουσία αποστάτες της τάξης των ευγενών, όπως ο Ρομπέν των Δασών στα δάση του Σέργουντ. Η κοινωνική δεξαμενή των ληστών έχει ωστόσο μια κοινή συνισταμένη: πρόκειται για νεαρούς άντρες, ηλικίας ανάμεσα στην εφηβεία και τον γάμο, που προέρχονται ταξικά από το αγροτικό προλεταριάτο (αν δεν είναι ξεπεσμένοι ή ανυπάκουοι ευγενείς). Σε περιόδους κρίσης, το αγροτικό πλεόνασμα του πληθυσμού προσφέρει την κοινωνική βάση για την άνθιση του φαινομένου της ληστείας, ιδίως σε κομμάτια πληθυσμού που είναι ούτως ή άλλως δύσκολα αφομοιώσιμα, όπως οι μετανάστες, οι πρώην κληρωτοί φαντάροι, κλπ.
Ο Χόμπσμπομ αφιερώνει χωριστά κεφάλαια στους “ευγενείς ληστές”, στους “εκδικητές” που τιμωρούσαν τις υπερβολές της εξουσίας των αρχόντων και των κρατικών υπαλλήλων, αλλά και στους Χαϊδούκους των Βαλκανίων. Επεκτείνει ωστόσο τόσο το αντικείμενο της μελέτης του, εντάσσοντας για παράδειγμα στην κοινωνική ληστεία τους “απαλλοτριωτές” αναρχικούς της Ισπανικής Επανάστασης, ώστε τελικά να δέχεται κριτική ότι έτσι η ίδια η έννοια του κοινωνικού ληστή χάνει κάθε αναλυτική αξία. Στην απάντησή του, ο συγγραφέας αποδέχεται μέρος των κριτικών, για παράδειγμα ότι υπερεκτίμησε την αξία των προφορικών παραδόσεων για τους ληστές, με αποτέλεσμα μια ρομαντική εξιδανίκευσή τους στα αρχικά του κείμενα.
Έτσι, η εξέλιξη της ληστείας μπορεί να είναι ποικιλόμορφη. Οι ληστές μπορούν να γίνουν επαναστάτες, συντασσόμενοι με ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής αλλαγής (αυτή ήταν σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη στις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις των Βαλκανίων). Αλλά ταυτόχρονα οι ομάδες των ληστών μπορούν να επιλέξουν τον επικερδέστερο δρόμο της προσφοράς των υπηρεσιών τους στην κεντρική εξουσία ή σε κάποιον τοπικό ηγεμόνα. Η συγκρότηση δε των ληστρικών ομάδων με δικούς τους κώδικες, οικονομικά συμφέροντα, κλπ, τείνει να τις απομακρύνει από την αγροτική κοινότητα της οποίας την πρωτόλεια αντίσταση αρχικά εκφράζουν, με αποτέλεσμα το γλίστρημά τους στην κοινή ληστεία, το οικονομικό έγκλημα και τον υπόκοσμο.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, η εικόνα του κοινωνικού ληστή (όπως αυτή οικοδομήθηκε μέσα από τα λογοτεχνικά έργα των εκάστοτε εθνικών συγγραφέων και εξαπλώθηκε μέσα από την τυπογραφία και τα μέσα ενημέρωσης) είναι πεδίο αντιπαράθεσης για την οποία ερίζουν πολλοί και διαφορετικοί παίκτες: έτσι το ΕΑΜικό κίνημα οικειοποιήθηκε την εικόνα των κλεφτών του 1821 για να νομιμοποιήσει την δράση του στην ύπαιθρο, έστω και αν αυτή δεν είχε να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο γέννησης της κοινωνικής ληστείας. Αλλά και η ιταλική μαφία ή – στην ελληνική περίπτωση – δίκτυα της κρητικής υπαίθρου χρησιμοποιούν πλευρές της εδραιωμένης εικόνας της κοινωνικής ληστείας για την διευκόλυνση εγκληματικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με την αγορά, εμπορευματοποιώντας έτσι την “αντιστασιακή” κληρονομιά της τοπικής αγροτικής παράδοσης. Στην Ελλάδα, οι αδελφοί Παλαιοκώστα έχουν οικοδομήσει με επιτυχία μία ανάλογη εικόνα.
Παρά τις υπαρκτές κριτικές, το βιβλίο του Χόμπσμπομ δίνει τροφή για σκέψη. Και απέναντι στις στενές ειδικεύσεις της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, το έργο του είναι η απόδειξη της ανωτερότητας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και της δυνατότητάς της να συνθέτει ολιστικές ιστορικές αφηγήσεις διατηρώντας την ευαισθησία της απέναντι στο συγκεκριμένο και το μερικό. Από αυτή την άποψη, κανένα βιβλίο του Χόμπσμπομ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Δημοσιεύθηκε στο «Σοσιαλισμός από τα Κάτω», τεύχος 87. Πηγή: http://www.socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=268:i87&Itemid=44.

Δεν υπάρχουν σχόλια: