ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΑΣΚΕΣ ...ΜΕΡΟΣ Δ"[ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ]

«Βενετία μια πόλη μια ιστορία
Επί οκτώ περίπου αιώνες, ένα μικρό κρατίδιο, η Δημοκρατία της Βενετίας υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος –αν και όχι χωρίς αντιπάλους- κοσμοκράτορας της εποχής της, η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ευρώπης, η πιο όμορφη και παράξενη πόλη, ανάμεσα στις σύγχρονές της.
Έχοντας στον έλεγχο της όλους τους σημαντικούς εμπορικούς θαλάσσιους και χερσαίους δρόμους, οι κάτοικοι της απολάμβαναν ένα πολύ υψηλό επίπεδο ζωής, όντας μέρος μια απίστευτα μεγάλης οικονομικής μηχανής.
Πολύ πριν να γίνει κατανοητή η αξία της οικονομίας της αγοράς, τεράστια χρηματικά και υλικά κεφάλαια εισέρρεαν στην πόλη, χάρη στις ναυτικές και εμπορικές δραστηριότητες. Στα ναυπηγεία της μπορούσαν να απασχοληθούν ως και 150.000 άτομα, σε μια πόλη που μόλις έφτανε τις 150.000 κατοίκους, να φτιαχτεί και να εξοπλιστεί κάθε μήνα, ένα πολεμικό πλοίο.
Χάρις στον απαράμιλλο κοινωνικό πλούτο, οι βενετσιάνοι ανέπτυξαν μια μοναδική κουλτούρα, μέρος της οποίας ήταν η ιδιαιτερότητα του να κρύβουν την ταυτότητα τους στην καθημερινή ζωή, έθιμο σταδιακά που κυριάρχησε και ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα.
» Συντεχνίες, ήθη
Οι μάσκες είχαν πολύχρονη παράδοση κατασκευής, κατασκευάζονταν από γύψο και πεπιεσμένο χαρτί, ήταν πλούσια διακοσμημένες με γούνα, ύφασμα, κοσμήματα, φτερά, και προστάτευαν την ανωνυμία των πολιτών.
Οι καλλιτέχνες που κατασκεύαζαν μάσκες, ανήκαν στη συντεχνία των ζωγράφων, ονομάζονταν από την εποχή του Δόγη Φόσκαρι «μασκερέρι» και είχαν ήδη συστήσει δικό τους καταστατικό από τον Απρίλιο του 1436. Βοηθοί τους ήταν οι «ταργκέρι», επιγραφογράφοι-χαράκτες, που χάραζαν πάνω στο γύψο λεπτομερείς εκφράσεις -μερικές φορές αστείες ή γελοίες.
Από μια άποψη η μυστικότητα που πρόσφερε η μάσκα ήταν αναγκαία, προκειμένου να γίνουν συμφωνίες ή να δει κανείς ανθρώπους, που ίσως να μην ήθελε οι άλλοι γνωρίζουν ότι συνάντησε, σε μια μικρή πόλη όπου σχεδόν όλοι ήταν γνωστοί.
Εξάλλου, οι μάσκες εξυπηρετούσαν επίσης ένα σημαντικό κοινωνικό σκοπό, επιτρέποντας σε όλους τους πολίτες να παραβλέψουν ή να ξεπεράσουν την κοινωνική τους θέση.
Φορώντας μάσκα ένας υπηρέτης μπορούσε να περάσει για ευγενής και το αντίθετο. Ανακριτές και κατάσκοποι μπορούσαν να αναμιχθούν με το πλήθος χωρίς η πραγματική ταυτότητα τους να γίνεται αντιληπτή. Ταυτόχρονα διασφαλιζόταν ένα επίπεδο ηθικής, αφού οι άνθρωποι πίσω από την μάσκα, μπορούσαν να αναγνωριστούν από τη φωνή.
Συχνά όμως η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο και σταδιακά, καθώς η πόλη δεχόταν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ταξιδιωτών άρχισε η παρακμή. Η υπερβολική πολυτέλεια, η νωθρότητα και η αποχαλίνωση των ηθών, έγιναν με την πάροδο του χρόνου εμφανέστατες.
Τυχερά παιχνίδια και σεξουαλικές προκλήσεις ήταν διαθέσιμα στην πόλη μέρα και νύχτα. Τα γυναικεία ρούχα άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο αποκαλυπτικά.
Ακόμη και μοναχοί ή κληρικοί κυκλοφορούσαν με κοσμήματα, πολυτελέστατα ντυμένοι, φορώντας μάσκες, και εμπλέκονταν στις ίδιες δραστηριότητες με τους υπόλοιπους πολίτες. Η Ρώμη έκανε τα στραβά μάτια όσο η Δημοκρατία συνέχιζε να στέλνει δωρεές.
Από τα 1100 και έπειτα όμως η Καθολική Εκκλησία έγινε αυστηρότερη, απαγορεύοντας κατά περιόδους στους κατοίκους να χρησιμοποιούν στις δημόσιες εμφανίσεις τους μάσκες, κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του έτους, ιδιαίτερα στις μέρες που η εκκλησία θεωρούσε ιερές.
Η χρήση της μάσκας περιορίστηκε σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, και οι ποινές που επέβαλε η Γαληνότατη στους παραβάτες ήταν αυστηρότατες – δημόσια διαπόμπευση για τις γυναίκες, κράτηση, 18μηνη υποχρεωτική δουλειά κωπηλασίας στις γαλέρες, χρηματικές ποινές.
Παρ’ όλα αυτά την τελευταία χρονιά της Δημοκρατίας, η μάσκα ήταν ακόμη αποδεκτή για τρείς μήνες μετά τα Χριστούγεννα από του Αγίου Στεφάνου και μέχρι την επομένη της Καθαρής Δευτέρας. Η περίοδος αυτή, που προηγείτο της εορτής του Πάσχα, συνδυάστηκε μετέπειτα με το Καρναβάλι, που σηματοδοτούσε και την αρχή της θρησκευτικής περισυλλογής και της αποχής από το κρέας.

» Του κύκλου το γύρισμα
Σταδιακά η Γαληνότατη έχασε τα πρωτεία, την αίγλη και τη δόξα της, μαζί με το μονοπώλιο του εμπορίου στην Ανατολή, χάρις στους νέους θαλάσσιους δρόμους που ανακαλύφθηκαν παρακάμπτοντας την Αφρική. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν τις περισσότερες αποικίες της στην Μεσόγειο. Άγγλοι και Ολλανδοί ξεκινούσαν να ανακαλύψουν τον Νέο Κόσμο.
Τελικά υπέκυψε μετά από δυόμιση αιώνες και παραδόθηκε από τον Ναπολέοντα στους Αυστριακούς. Μετά την κατάληψη της πόλης καταργήθηκε το Βενετσιάνικο Καρναβάλι, για να αναδυθεί και πάλι μόλις μετά το 1979.
Στις εποχές της δόξας όμως η μάσκα επιτρεπόταν να φοριέται μέχρι και τις δεκαπέντε μέρες που εορταζόταν η Αναλήψη, ενώ κατά παράβαση από κάποιους, η χρήση της συνεχιζόταν μέχρι και τα μέσα Ιουνίου.
Το 1776 εκδόθηκε ειδικός νόμος για την προστασία της «οικογενειακής τιμής» που επέβαλε στις γυναίκες να πηγαίνουν στο θέατρο φορώντας υποχρεωτικά μάσκα, με εξαίρεση τις ανύπαντρες κοπέλες.
» Αυθεντικές μάσκες
Οι Βενετοί φορούσαν επίσης μάσκες κατά τη διάρκεια όλων των σημαντικών εκδηλώσεων, όπως επίσημα δείπνα ή εορτές της Δημοκρατίας, οπότε ήταν επιτρεπτή η χρήση της «bauta ή tabarro»
Η «bauta» απαρτίζεται από ένα κατά το πλείστον μαύρο μανδύα το «tabarro», ένα μαύρο τρίκοχο που φορούσαν στο κεφάλι πάνω από μια λευκή μάσκα την «lavra» λάβρα, από την λατινική λέξη που σημαίνει φάντασμα/μάσκα.
Οι γυναίκες φορούσαν, κατά γενικό κανόνα, ένα άλλο είδος μάσκας τη «Moretta», μια οβάλ μάσκα από μαύρο βελούδο, που κυρίως χρησιμοποιούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τα μοναστήρια. Η μόδα της «Μορέτα», που είχε έρθει από τη Γαλλία εξαπλώθηκε ταχύτατα στη Βενετία, έδινε ιδιαίτερη χάρη στα γυναικεία πρόσωπα και συνδυαζόταν με πέπλο (βέλο) ή καπέλα με πέπλο ή καπέλα με γείσο.
Η «Μορέτα» είναι μια «μουγκή» μάσκα, γιατί κρατιέται στερεωμένη στο πρόσωπο από το στόμα με ένα μικρό πείρο που βρίσκεται στην εσωτερική της πλευρά, στο ύψος του στόματος.
Εκτός από τους δύο αυτούς τύπους, οι βενετσιάνικες μάσκες μετά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν από επαγγελματίες ηθοποιούς της Κομέντια Ντελ’ Άρτε, αναπαριστώντας χαρακτήρες, εθνικές παραδόσεις, επαγγέλματα και συντεχνίες στενά συνδεμένες με τις ιταλικές πόλεις:
Αρλεκίνος-ο γελωτοποιός-ακόλουθος, Κολομπίνα (μικρό περιστέρι) υπηρέτρια, Μπριγκέλα –ο άσπλαχνος υπηρέτης ή μερικές φορές ταβερνιάρης, Μπουρατίνο ή Πινόκιο, Καπιτάν Σκαραμους, Πανταλόνε ή Μανίφικο –ο πάμπλουτος γέρο-Βενετός, Ντοττόρε –ο πομπώδης γιατρός ή νομικός από τη Μπολόνια, Πιερό (πιερότος) ή Πεντρολίνο – ο αφελής, Πουλτσινέλα η μοχθηρή Ναπολιτάνα με τη μακριά σα ράμφος μύτη, Ζάνι –ο ανόητος πάντα πεινασμένος υπηρέτης
» Μάσκες με ιστορία
Στις πιο γνωστές τυπικές βενετσιάνικες μάσκες ανήκουν οι :
Ντάμα ή Ρεγκίνα, γυναικεία, μοιάζει με τις εξαιρετικά στολισμένες βενετσιάνες του 16ου αιώνα, η πιο δημοφιλής και όμορφη.
Γκάτο, παραδοσιακή μάσκα καρναβαλιού, σε ανάμνηση του θρύλου που ήθελε έναν πάμφτωχο κινέζο να γίνεται ζάμπλουτος, όταν ήρθε στη Βενετία μόνο με μια γέρικη γάτα που απάλλαξε το παλάτι από τα ποντίκια. Όταν γύρισε πίσω, ο γείτονας του, πράσινος από τη ζήλια έσπευσε κι εκείνος στη Βενετία φέρνοντας ακριβά μεταξωτά στο Δόγη, για να φύγει με ανταμοιβή…την πολύτιμη γάτα!
Τζέστερ, ή Τζόλι στη γυναικεία εκδοχή, μεσαιωνική χαρακτηριστική φιγούρα, ο Τρελλός, ο Τζόκερ, ο Μπουφόν, που τον είχε «αγγίξει» ο θεός.
Η χρήση της μάσκας σ’ όλη τη διάρκεια της Ενετικής Δημοκρατίας παραμένει μια από τις πιο εκκεντρικές πρακτικές στου ανθρώπινου είδους. Παρ’ όλο που, μάσκες έχουν φορεθεί σε όλους σχεδόν ανά τον κόσμο και τους αιώνες, πολιτισμούς, πότε ίσως, δεν χρησιμοποιήθηκαν τόσο ένθερμα και φαντασμαγορικά όσο στη Βενετία.»

Από το www.dimokratiki.org


=============


ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ


[Το καρναβάλι είναι η μεγάλη αγροτική τελετουργία που εορτάζει την ανακύκληση των εποχών και την αναγέννηση, εορταστική διαλεκτική του θανάτου και της ζωής. Το καρναβάλι συνδέεται με νεκρικές τελετές, καθώς με τη λήξη του αρχίζουν τελετές για τους νεκρούς. Στη Βραζιλία, λ.χ., το καρναβάλι, τόσο ερωτικό (Εικ. 6), τελειώνει με τη μεγάλη μετάνοια της Τετάρτης των Τεφρών. Στη Νικαράγουα, και γενικότερα στον καθολικό κόσμο, τη Μεγάλη Παρασκευή οι πιστοί ξορκίζουν τη θλίψη ντύνοντας με χρώμα τους δρόμους και τους εαυτούς τους, δίχως να καταστρέφουν το νόημα της ημέρας. Κάθε χρόνο αυτήν τη μέρα φορούν πολύχρωμες μάσκες και κυκλοφορούν στους δρόμους μεταφέροντας ηθοποιό που παριστά τον Χριστό, δημιουργώντας ένα περίεργο πανηγύρι χαρμολύπης. Και όπως στον Σοχό οι κουδουνοφόροι (Εικ. 4), εμφανή κατάλοιπα του σατυρικού χορού, βγαίνουν αμέσως μετά τα Θεοφάνεια, έτσι και στην Ιταλία οι μάσκες εμφανίζονται την Πρωτοχρονιά, τα Θεοφάνεια, στις 17.1., ημέρα του Αγίου Αντωνίου.

Στο καρναβάλι, είτε αυτό αποκρύπτει το σώμα, είτε το αποκαλύπτει (Βραζιλία), αναστέλλονται οι καθημερινές απαγορεύσεις, ενώ εξαίρεται η γονιμότητα με συμβολικές πράξεις (φαλλοφορία, βωμολοχίες, ταυτόχρονη μίμηση του γάμου και του θανάτου, χοροί, σκώμματα, βιαιοπραγίες, φαγοπότι, μέθη, τρέλα, αντιμετάθεση των κοινωνικών ρόλων, μασκάρεμα). Η γιορτή, το γέλιο, η μάσκα χειραφετούν τον άνθρωπο, ελευθερώνουν το πνεύμα και τον λόγο του από το επίσημο σύστημα με τις απαγορεύσεις και τους ιεραρχικούς φραγμούς του, αντικαθιστούν τη σοβαρότητα με τον ηδονισμό και την κραιπάλη, την άκαμπτη επισημότητα με την άκρα οικειότητα, ξεμασκαρεύουν το ψέμα, την υποκρισία, την απάτη των άλλων και του εαυτού, δεν σέβονται τον θάνατο, αλλά τον γελοιοποιούν, τον αντιμετωπίζουν με το γέλιο και τον ταυτίζουν τελικά με τη ζωή.[29] Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το εξής: Η πανώλη που έπληξε την Ευρώπη το 1373 έγινε αφορμή ενός μυστικιστικού χορού που λεγόταν το Καρναβάλι της Απελπισίας. Οι πιστοί ξεκινούσαν μια θλιβερή λιτανεία. σε όλη τη διαδρομή αυτομαστιγώνονταν, ενώ άλλοι χόρευαν και αυτοσχεδίαζαν. Με αυτόν τον τρόπο πίστευαν ότι εξιλεώνονταν και απέτρεπαν το κακό. Συχνά μάλιστα η μακάβρια πομπή μετατρεπόταν σε χορευτική ευφορία. Όταν η ένταση έφτανε στο αποκορύφωμα, κάποιος έπεφτε κάτω και παρίστανε τον νεκρό. Τότε άρχιζε ένας πένθιμος χορός και ακολουθούσε το φιλί της ζωής. Με το φιλί ο νεκρός είτε ανασταινόταν είτε όχι, γιατί αυτός που τον φιλούσε μπορεί να έφερε το μικρόβιο της αρρώστιας που μετέδιδε το φιλί. Αν έμενε νεκρός, η συντροφιά με αστεία και κωμικές κινήσεις προσπαθούσε να τον κάνει να γελάσει και να αναρρώσει.

Το καρναβάλι είναι ένας διάλογος ανάμεσα στο κανονικό και το «άλλο», το αντίθετό του, ανάμεσα στο «πάνω» και το «κάτω» που αφορά την τοπογραφία του σώματος, αλλά και τις δομές και τις αξιολογικές ιεραρχίες της κοινωνίας. Εδώ, τα αντίθετα αντιμετωπίζονται σαν να είναι ανάλογα και οι αντιθέσεις τρέπονται σε ταυτότητες. Στην ουσία, πρόκειται για την πιο βαθιά κατάφαση προς την εσωτερική τάξη του κόσμου, στο μέτρο που η τάξη αυτή θεωρείται ταυτόσημη με την ανανέωση κάθε φθαρμένης μορφής της ζωής και της κοινωνίας. Το καρναβάλι καταργεί τη μονολογική και μονολιθική θεώρηση του ανθρώπου, για να φωτίσει τις αντιφάσεις του, την εσωτερική του πολλαπλότητα και την εγγενή του σχετικότητα.


ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ komvos.]ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....

Δεν υπάρχουν σχόλια: