ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Η ΜΥΘΙΚΗ ΤΑΡΤΗΣΣΟΣ[Μέρος Β΄]

Η μυθική Ταρτησσός  Μέρος Β΄
Ο Μινωικός πολιτισμός Ελ Αργκάρ Α'

Οι προϊστορικοί πολιτισμοί της Ιβηρικής
Την ανάμειξη του χαλκού με το αρσενικό στις εγκαταστάσεις του Μιλλαρέν την 4η χιλιετία π.χ. ακολούθησε η αντικατάσταση του την 3η χιλιετία π.χ. με την παρασκευή του μπρούτζου απο την ανάμειξη του χαλκού με τον κασσίτερο λόγω του το αρσενικό δημιουργούσε δηλητηριώδεις επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. H κατασκευή των αντικειμένων απο μπρούτζο έφτασε στο αποκορύφωμα του στις πόλεις Μιλλαρέν την περίοδο 2600 - 2400 π.χ., ο πολιτισμός των Μιλλαρέν της Αλμέρας κράτησε περισσότερο απο μία χιλιετία με έντονη παραγωγή πολύτιμων υλικών απο μπρούτζο και χρυσό. Η φθορά των πόλεων Μιλλαρέν άρχισε μετά το 2400 π.χ. για ανεξήγητους λόγους ειδικά λόγω κούρασης των κατοίκων, διχόνοιας και εμφύλιων συγκρούσεων όπως φαίνεται απο τους τάφους εκείνης της περιόδου στους οποίους βρέθηκαν πολεμικά εργαλεία. Η παρακμή έφερε μέσα σε δύο αιώνες την καταστροφή των πόλεων Μιλλαρέν οι οποίες μέχρι το 2200 π.χ. είχαν ερημωθεί, τα αποθέματα όλων των πολύτιμων μετάλλων χαλκού, χρυσού και κασσίτερου εξακολουθούσαν να υπάρχουν αλλά χωρίς τις πόλεις θα παρέμεναν ανεκμετάλλευτα. Τα παγκόσμια αποθέματα κασσίτερου όπως έχουμε ξαναπεί άρχισαν να εξαντλούνται απο το 2500 ώς το 2200 π.χ. με αποτέλεσμα εκείνη την εποχή να σταματήσει να παράγεται μπρούτζος, ο παραγόμενος μπρούτζος απο τότε ήταν πολύ χαμηλής ποιότητας με ελάχιστη πρόσμιξη κασσίτερου μόλις γύρω στο 2%.  Η εξάντληση του κασσίτερου εκείνη την εποχή στην ανατολή πιθανότατα να οφείλεται στην καταστροφή του πολιτισμού Μιλλαρέν την ίδια εποχή με ταυτόχρονο τερματισμό της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ιβηρικής οι οποίες ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη πηγή σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Την ίδια εποχή 2400 - 2200 π.χ. όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα ξεκίνησε η παρασκευή μπρούτζου στα Βρετανικά νησιά προφανώς η φθορά των πόλεων Μιλλαρέν οδήγησε τους μεταλλουργούς να αναζητήσουν άλλα μέρη με κοιτάσματα κασσίτερου για να εγκαταστασθούν, μέσω θαλάσσης στην δυτική Ευρώπη.  Το κοντινότερο μέρος ήταν τα Βρετανικά νησιά, την ίδια εποχή ξεκίνησε η εκμετάλλευση των Βρετανικών μεταλλουργικών πηγών το πρόβλημα ήταν  μόνο οτι τα κοιτάσματα κασσίτερου στην Βρετανία ήταν αισθητά λιγότερα σε σχέση με την Ιβηρική.

Ο προϊστορικός οικισμός Ζαμπουζάλ
Οι νέοι δρόμοι στην Μεγάλη Βρετανία δημιούργησαν νέες αποικίες τόσο των ίδιων των ανθρώπων των πόλεων Μιλλαρέν όσο και των υπόλοιπων Μινωιτών στα παράλια της Πορτογαλίας χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο νεολιθικός οικισμός Ζαμπουζάλ/Zambujal που βρίσκεται στην πόλη Τόρες Βέντρας/Torres Vedras της Πορτογαλίας στον Πορτογαλικό νομό Αζαμπούζα/Azambuja 50 Km βόρεια απο την πρωτεύουσα Λισσαβώνα, ιδρύθηκε γύρω στο 2600 π.χ. Οι Μινωίτες γνώρισαν την περίοδο 2400 - 2100 π.χ. μεγάλη οικονομική παρακμή λόγω της καταστροφής των πόλεων του πολιτισμού Μιλλαρέν της Αλμέρας επειδή χωρίς αυτές δέν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα πλούσια μεταλλεύματα της περιοχής, όπως είδαμε το ίδιο γεγονός έφερε παγκόσμια πτώση στην κατασκευή του μπρούτζου αφού ο κασσίτερος υπήρχε πλούσιος μόνο στην νότια Ιβηρική. Η διάσωση του οικισμού Ζαμπουζάλ στην Πορτογαλία δέν έφθανε γι'αυτό δημιούργησαν νέες πόλεις με νέες κατοίκους στην περιοχή της Αλμέρας όπου άκμασαν οι Μιλλαρέν, ξεκίνησε τότε μιά νέα μορφή πολιτισμού για την Ιβηρική με εκμετάλλευση των ορυχείων και την παρασκευή μετάλλων. Οι νέοι άποικοι οι οποίοι ήταν Μινωίτες σε ανάμιξη με παλιότερους Ίβηρες δημιούργησαν απο τον νέο πολιτισμό Έλ Αργκάρ Α'/El Argar ο οποίος θα γνωρίσει νέα μεγάλη έξαρση απο το 1900 π.χ. με επίκεντρα τις πόλεις της Πορτογαλίας και οι νέες πόλεις Ελ Αργκάρ Α' της Αλμέρας.
Χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του πολιτισμού Ελ Αργκάρ ήταν η ίδια η Πορτογαλική πόλη Ζαμπουζάλ που άκμασε πάνω απο μιά χιλιετία ώς το 1300 π.χ. τα ερείπια της Ζαμπουζάλ ανακαλύφθηκαν (1936) απο τον διάσημο Πορτογάλο αρχαιολόγο Λιονέλ Τριντάντε/Leonel Trindade (1903 - 1992) κατόπιν συνεχίστηκαν απο τους Segundo Sanrmeister και Hermanfrid Schubart έως το 1969. Τα σπουδαιότερα ευρήματα ήταν μεγάλα τείχη με ημικυκλικούς πύργους οι οποίοι συνήθως καλύπτονταν με τρούλο, κοντά στα τείχη υπήρχαν ισχυρά κτίσματα για την προστασία της περιοχής οι οχυρώσεις επεκτάθηκαν σημαντικά μετά το 1700 π.χ., η πτώση του πολιτισμού του Ελ Αργκάρ Α' οφείλεται στο οτι οι Μινωίτες είχαν πλημμυρίσει τόσο πολύ την παγκόσμια αγορά με φθηνό κασσίτερο ώστε το μέταλλο του μπρούτζου να χάσει την αξία του. Ακολούθησε η καταστρεπτική έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (1630 π.χ.) με απίστευτες επιπτώσεις στην ανθρωπότητα τότε καταστράφηκε και ο Μινωικός πολιτισμός, σύντομα στον Ελληνικό χώρο η καταστροφή των Μινωιτών οδήγησε στην ανάδειξη νέων δυνάμεων στον Ελληνικό χώρο οι οποίες σύντομα θα πρωταγωνιστήσουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στις αποικίες με το όνομα Μυκηναϊκός πολιτισμός ή Αχαιοί ή Αχιγιάβα σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές των Χεταίων.

Η εγκατάσταση των Μυκηναίων στην Ιβηρική - πολιτισμός Ελ Αργκάρ Β'



Αρχαιολογικά ευρήματα απο την περιοχή της Ταρτησσού
Οι Μυκηναίοι ήθελαν με την σειρά τους να εκμεταλλευτούν τα πολύτιμα μέταλλα της νότιας Ισπανίας κάτι που τους οδήγησε σε οργανωμένες εκστρατείες στην περιοχή για την υποταγή των πόλεων Ελ Αργκάρ Α' της Αλμερίας και την δημιουργία νέων πόλεων με δικούς τους αποίκους οι οποίοι θα επεξεργάζονταν τα μέταλλα προς όφελος τους. Οι εκστρατείες του Ηρακλή στην Ιβηρική για την τέλεση του 10ου άθλου του με τον φόνο του γίγαντα Γηρυόνη και την αρπαγή των βοδιών του αυτό ακριβώς συμβόλιζε. Ο χρυσός συναλλασσόταν τότε με ελάσματα υπο την μορφή βοός τα οποία υπήρχαν εν αφθονία στην Ιβηρική χερσόνησο και ήταν το βασικό μεταφορικό εργαλείο για τις χερσαίες μετακινήσεις τους μεταξύ της ανατολής και της δυτικής Ευρώπης. Οι Μυκηναίοι ίδρυσαν νέες μεγάλες πόλεις στις ίδιες περιοχές της Αλμέρας αλλά το πιό αξιοσημείωτο στις Μυκηναϊκές εγκαταστάσεις είναι οτι επεκτάθηκαν σημαντικά στην δυτική Ανδαλουσία, στα στενά του Γιβραλτάρ και ακόμα δυτικότερα στις περιοχές που βρίσκονται σήμερα οι Ισπανικοί νομοί του Κάδιξ και της Ουέλβας. Οι Ιβηρικές πόλεις εισέρχονται σε μιά νέα φάση ενός νέου πολιτισμού με το όνομα Ελ Αργκάρ Β' που θεωρείται σαν συνέχεια του Ελ Αργκάρ Α' ή πολιτισμός της Αταλαίας/Horizon of Atalaia ξεκινάει το 1500 π.χ. (πιθανή εποχή της εκστρατείας του Ηρακλή στην δύση) μέχρι το 1100 - 1000 π.χ. με την εισβολή των Φοινίκων απο την Τύρο στην Ιβηρική, στον πολιτισμό Έλ Αργκάρ Β' το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην δυτική Ανδαλουσία δυτικότερα απο τα στενά του Γιβραλτάρ.
Μπρούτζινο αντικείμενο απο την Ταρτησσό
Η θρυλική πόλη της Ταρτησσού η κορυφαία Ιβηρική πόλη της αρχαιότητας εξαφανισμένη σήμερα κάτω απο το δέλτα του ποταμού Γκουαδαλκουιβίρ ή κάτω απο τον ωκεανό στα σύνορα των νομών Κάδιξ και Ουέλβας ιδρύθηκε πιθανότατα τότε απο τους Μυκηναίους. Πρωταγωνίστησε σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη ακόμα και μετά την κατάκτηση της χερσονήσου απο τους Φοίνικες (1100 π.χ.) μέχρι την καταστροφή της τον 5ο αιώνα π.χ. απο τους Καρχηδόνιους και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι κάτοικοι της Ταρτησσού ήταν πάντα ώς το τέλος οι απόγονοι Μυκηναίων χωρίς καμιά ανάμειξη με Φοίνικες. Η σημαντικότερη πόλη που ίδρυσε ο Ηρακλής ήταν η Άβδηρος στα δυτικότερα σύνορα του Ισπανικού νομού της Αλμερίας στα σύνορα με την Γρανάδα για να τιμήσει τον φίλο του Άβδηρο απο την Θράκη που κατασπαράχθηκε απο τα άλογα του Διομήδους πόλη με το ίδιο όνομα έκτισε αργότερα και στην Θράκη την ιδιαίτερη πατρίδα του Άβδηρου απο την οποία καταγόταν και ο Δημόκριτος οι δύο πόλεις άν και απέχουν τόσο μακριά είναι ακόμα και σήμερα αδελφοποιημένες. Ο Ηρακλής εκτός απο τα Άβδηρα ίδρυσε πλήθος πόλεων στην δυτική Ανδαλουσία όπως η Καρπαία/Καρτήια πάνω στον βράχο του Γιβραλντάρ η οποία τα αρχαία χρόνια λεγόταν Ηράκλεια, δυτικότερα την Μελουρία αλιευτικό κέντρο, την Βελών αλλά και την ίδια την Ταρτησσό στις όχθες του ποταμού Γκουαδαλκουιβίρ (οι αρχαίοι Έλληνες τον έλεγαν Βεάτη) την οποία οι αρχαίοι απο την εποχή που εξαφανίστηκε την μπέρδευαν με την Καρπαία.
Επιγραφή σε τάφο της Ταρτησσού
Τα Άβδηρα και προπαντώς η Ταρτησσός ήταν οι σημαντικότερες πόλεις του Ιβηρικού πολιτισμού Ελ Αργκάρ Β' των Μυκηναίων με την μόνη διαφορά οτι μετά το 1100 π.χ. με την εισβολή των Φοινίκων τα Άβδηρα κατελήφθησαν απο τους Φοίνικες που τα ονόμασαν Άδρα. Η Ταρτησσός αντίθετα συνέχισε να διοικείται απο τους παλιότερους Μυκηναίους κατοίκους ώς το τέλος της, τα Άδρα είναι σήμερα μιά γραφική παραλιακή κωμόπολη πάνω σε λόφο στις όχθες του ποταμού Άδρα με 24.000 κατοίκους. Τόπος τέλεσης του 10ου άθλου του Ηρακλή με τον Γηρυόνη σύμφωνα με την παράδοση ήταν το λιμάνι του Κάδιξ αλλά εκεί οι Φοίνικες οι οποίοι ήρθαν στην περιοχή τον 11ο αιώνα π.χ. έκτισαν την πρωτεύουσα τους στην Ιβηρία, δέν υπάρχουν αναφορές για προηγούμενη πόλη απο τον Ηρακλή. Η ταύτιση του Κάδιξ με τον Ηρακλή οφείλεται πιθανώς σε σύγχυση που δημιουργήθηκε στους Έλληνες την εποχή κυριαρχίας των Φοινίκων στην Ιβηρία τότε ήταν η σημαντικότερη πόλη στην περιοχή των στενών του Γιβραλτάρ  όπως σύγχυση ήταν και η ταύτιση της Καρπήιας με την εξαφανισμένη Ταρτησσό. Ο Όμηρος σε στίχους της Ιλιάδας μιλάει για χρυσοφόρα γή στα δυτικά όρια της γής πρίν απο τον μεγάλο ωκεανό στην οποία οι κάτοικοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι απο τα πλούτη τους και ζούσαν πολλά χρόνια (Ιλιάς, Θ 485) η μεγάλη ακμή της πόλης της Ταρτησσού ήταν το δεύτερο μισό της 1ης χιλιετίας π.χ. (1500 - 1000 π.χ.) τότε ήταν η μεγαλύτερη πόλη της δυτικής Ευρώπης και το πλουσιότερο βασίλειο του κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την Ταρτησσό ώς το τέλος του κόσμου λόγω του Ατλαντικού ωκεανού μιλούσαν για αυτήν με μεγάλο δέος και δημιούργησαν μυθικές δοξασίες για την ύπαρξη στην περιοχή γιγάντων, γοργόνων και άγριων θαλασσίων τεράτων όπως η Ταρτησσία μύραινα τα ευρήματα της περιοχής αποδεικνύουν πραγματικά τις σκέψεις των Ελλήνων για τα συγκεκριμένα τέρατα τα οποία απεικονίζονταν σε διάφορα αντικείμενα.

Η θρυλική πόλη Ταρτησσός σύμφωνα με την Βίβλο



Ο βασιλιάς Σολομώντας - έργο του Γερμανού
ζωγράφου Γουσταύου Ντορέ (1866)
Οι Ταρτησσαίοι εκτός του οτι ήταν οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου και οι μεγαλύτεροι επεξεργαστές πολύτιμων μετάλλων ήταν οι πιό διάσημοι έμποροι και θαλασσοπόροι σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Δημιούργησαν εμπορικές αποικίες με τα πανίσχυρα πλοία τους τόσω μέσω του Ατλαντικού στην Βρετανία όσο μέσω της Μεσογείου και της Ερυθράς θάλασσας στην Ινδία οπου έχτισαν μεγαλιθικά κτίρια, βρέθηκαν στην Ινδία επιγραφές του 1000 π.χ. με αναφορές στην Ιβηρία. Την παγκόσμια εμπορική θαλασσοκρατορία των Ταρτησαίων όσο και την Ελληνική τους καταγωγή επιβεβαιώνει για την ίδια εποχή η Βίβλος η οποία αναφέρεται σε αυτήν με το όνομα Θαρσείς με πλήθος αναφορές απο όλους τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (Ησαΐας, κεφάλαιο 23 - Ιων 1:1-3 και 4:2 - Ιεζεκιήλ 27 : 25 - 26) στο Κεφάλαιο της Γέννεσης (Γεν 10:4 και 1 Χρονικών 1:7) λέει οτι ο γενάρχης τους Θαρσείς ήταν γιός του Ιαυάν (ταυτίζεται με τους Έλληνες ή Ίωνες) και δισέγγονος του Ιάφεθ (ταυτίζεται με τους Ινδοευρωπαίους).  H Βίβλος λέει συγκεκριμένα στο 10ο Κεφάλαιο της Γένεσης :

1. Και ούται είναι αι γενεαλογίαι των υιών του Νώε Σήμ, Χάμ και Ιάφεθ και εγεννήθησαν εις αυτούς υιοί μετά τον κατακλυσμόν.
2. Οι υιοί του Ιάφεθ ήταν Γομέρ και Μογώγ, και Μαδαί και Ιαυάν και Θουβάλ και Μεσέχ και Θειράδ
3. Και οι υιοί του Γομέρ, Ασχενάζ και Ριφάθ και Θωγαρμά
4. Και οι υιοί του Ιαυάν Ελεισά και Θαρσείς, Κιπείμ και Δωδονείμ
5. Εκ τούτων εμοιράσθησαν αι νήσοι των εθνών εις τους τόπους αυτών εκάστου κατά την γλώσσα αυτού, κατά τας φυλάς αυτών, εις τα έθνη αυτών.

Η Ταρτησσός αναφέρεται απο την Βίβλο εκτενώς την εποχή του βασιλιά Σολομώντα (περίπου 1100 - 1000 π.χ.)  με το όνομα Θαρσείς σαν μιά παγκόσμια εμπορική υπερδύναμη πολύτιμων μετάλλων ιδιαίτερα χρυσού την εποχή που το ίδιο το Ισραήλ σύμφωνα με την Βίβλο πάντα αφού αρχαιολογικά στοιχεία δέν υπάρχουν έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία του ισχυρό βασίλειο και άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο.
Εργάτες φορτώνουν Φοινικικά εμπορικά πλοία -  Ασσυριακή
τοιχογραφία στα ανάκτορα του Σαργών
Ο Σολομώντας δημιούργησε εμπορικό στόλο με έμπειρους ναυτικούς που τους παραχώρησε ο σύμμαχος του βασιλιάς της Τύρου Χιράμ (1Βασιλέων 9:26-28), τα πλοία έκαναν υπερπόντια ταξίδια μιά φορά κάθε τρία χρόνια μεταφέροντας στο Ισραήλ χρυσάφι, ασήμι, ελεφαντόδοντο, πιθήκους και παγώνια. Στην αναφορά (1Βασιλέων 10:22)  βλέπουμε να χρησιμοποιείται ο όρος "πλοία της Θαρσείς" εννοώντας τα μεγάλα πλοία τα οποία θα μπορούσαν να ταξιδέψουν ως τις Θαρσείς στην άλλη άκρη του κόσμου (1Βασιλέων 22:48, 2Χρονικά 9:21, 2Χρονικά 20:36,37). Η πόλη Θαρσείς ήταν η μεγάλη εμπορική αγορά για την σύμμαχο του Σολομώντα πόλη της Τύρου του βασιλιά Χιράμ, την πόλη των Φοινίκων οι οποίοι την ίδια εποχή θα εγκατασταθούν στην Ιβηρική με πρωτεύουσα το Κάδιξ/Γάδειρα και στην συνέχεια μετά την φθορά της Ταρτησσού θα καταλάβουν ολόκληρη την Ιβηρική χερσόνησο καταστρέφοντας τις περισσότερες απο τις παλιές πόλεις του πολιτισμού Ελ Αργκάρ Β' (Ιερεμίας 10:9 και Ιεζεκιήλ 27:3 - 12). Στα πλοία των Θαρσέων αναφέρεται ο προφήτης Ησαίας όταν πρόβλεψε την πτώση της Τύρου (Ησαίας 23:1-10-14, Ησαίας 66:19, Ησαίας 60:9 ) την εποχή που η Τύρος καταλήφθηκε απο τους Ασσυρίους (876 π.χ.) η πόλη Θαρσείς δέν έχει καμία σχέση με την Ταρσό της Κιλικίας η οποία δέν είχε ούτε κατα φαντασία τα πολύτιμα μέταλλα και τα εξωτικά ζώα που περιγράφονται, όλες οι περιγραφές δείχνουν την Ιβηρική το πιό μακρινό σημείο στην δυτική Μεσόγειο. Ο διάσημος Γερμανός αρχαιολόγος Αδόλφος Σούλτεν/Adolf Schulten (1870 - 1960) ήταν βέβαιος οτι η εξαφανισμένη Ιβηρική Ταρτησσός ήταν η Βιβλική Θαρσείς γράφοντας αναλυτικά τις απόψεις του στο έργο του Tαrtessus (1922), ο ίδιος έκανε ασταμάτητα εκτεταμένες ανασκαφές ολόκληρο το διάστημα (1905 - 1912) στην νότια Ιβηρική για την ανακάλυψη της χαμένης πόλης αλλά χωρίς επιτυχία.

Φοίνικες σε αρχαία τοιχογραφία
Η τεράστια φήμη που είχε η Ταρτησσός την εποχή του Βιβλικού βασιλιά Σολομώντα οπου βρισκόταν στο αποκορύφωμα της δόξας της οδήγησε τους συμμάχους του Σολομώντα Φοίνικες της Τύρου στον εποικισμό της περιοχής της Ιβηρικής την ίδια εποχή (11ος αιώνας π.χ.) σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση που συμφωνεί απόλυτα ο εποικισμός της Ιβηρικής απο τους Φοίνικες έγινε 80 χρόνια μετά τα Τρωικά (γύρω στο 1100 π.χ.). Οι Φοίνικες της εποχής του Σολομώντα κατά βάση έμποροι δέν κατέλαβαν στρατιωτικά την περιοχή όπως έκαναν λίγους αιώνες αργότερα οι ομόφυλοι τους Καρχηδόνιοι οι οποίοι ήταν επίσης Φοίνικες της Τύρου αλλά ίδρυσαν μονάχα εμπορικούς σταθμούς για τον έλεγχο του εμπορίου των πολύτιμων μετάλλων, απέκτησαν τον έλεγχο πολλών απο τις πόλεις Ελ Αργκάρ Β' όπως της Καρπήιας και των Αβδήρων αντίθετα η Ταρτησσός δέν επηρεάστηκε χάνοντας λίγο απο την προηγούμενη ισχύ της.   Την πρώτη αναφορά για την πόλη της Ταρτησσού την 1η χιλιετία π.χ. βρίσκουμε σε επιγραφή του Ασσύριου βασιλιά Εσαρχαδών (680-669 π.χ.) ο οποίος με μεγάλο εγωισμό αναφέρει οτι όλες οι περιοχές της Μεσογείου απο την Κύπρο έως την Ταρτησσό την οποία τοποθετεί στο δυτικότερο άκρο της Μεσογείου είναι υποτελείς του χωρίς καμιά πρόσθετη πληροφορία για την πόλη.

Οι Φοίνικες της Τύρου στην Ιβηρική



Ο θεός Μελκάρτ
Η εγκατάσταση των Φοινίκων στην Ιβηρική τερμάτισε τον πολιτισμό Ελ Αργκάρ Β' ή Ατάλαιας Μυκηναϊκής καταγωγής ο οποίος παρέμεινε μονάχα στην Ταρτησσό εισάγοντας μιά νέα μορφή μεταλλουργικού πολιτισμού της Αγίας Βιτορίας στον οποίο συνυπήρχαν Φοίνικες και παλιότεροι κάτοικοι αλλά το πάνω χέρι το απέκτησαν οι Φοίνικες, οι σχέσεις τους μάλλον ήταν ψυχρές κάτι που φάνηκε αργότερα όταν οι ομόφυλοι τους Φοίνικες της Καρχηδόνας κατέστρεψαν την Ταρτησσό. Τα κύρια σημεία εγκατάστασης των Φοινίκων τον 10ο π.χ. αιώνα ήταν η χερσόνησος Κάδιξ στα στενά του Γιβραλτάρ οπου ίδρυσαν την πρωτεύουσα τους στην Ιβηρική, η Καρθαγένη στις Μεσογειακές ακτές της Μούρθιας ενός μικρού Ισπανικού παραλιακού ανατολικά της Ανδαλουσίας και η Ίβιζα στις Βαλεαρίδες νήσους στις 3 αυτές πόλεις ίδρυσαν μεγάλους ναούς αφιερωμένους στον μέγιστο θεό της Τύρου Μελκάρτ/Melqart τον οποίο εσφαλμένα οι Έλληνες ταύτισαν με τον Ηρακλή. Ο θεός Μελκάρτ ήταν παλιός Ασιατικός θεός προερχόμενος απο τον Μότ θεό του θανάτου στο Χαναανίτικο πάνθεον της Ουγκαρίτ έναν απο τους γιούς του Έλ και αδελφούς των Βαάλ δέν δείχνει να έχει καμιά σχέση με τον Έλληνα μυθικό ήρωα Ηρακλή, η πρώτη επιγραφή με το όνομα του βρέθηκε βόρεια απο το Χαλέπι και χρονολογείται τον 9ο αιώνα π.χ.  Ο Μελκάρτ ήταν ο μεγαλύτερος θεός προστάτης της Τύρου ο μεγάλος ιερέας του θεού ήταν στην ίδια τάξη με τον βασιλιά της Τύρου, μεταφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές οπου οι Φοίνικες της Τύρου ίδρυσαν αποικία όπως η Καρχηδόνα και οι Ιβηρικές πόλεις, ο Καρχηδόνιος στρατάρχης Αννίβας πρίν αναχωρήσει για οποιαδήποτε εκστρατεία του έκανε θυσία στον Μελκάρτ. Μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει ο Μελκάρτ να συγχέεται με τον Βοιωτό ήρωα Μελικέρτη γιό του Αθάμαντα και της Ινούς κόρης του Κάδμου λόγω της εκπληκτικής ομοιότητας των ονομάτων τους ο Μελικέρτης καταδιωκόμενος απο τον πατέρα του Αθάμα πνίγηκε με την μητέρα του Ινώ πέφτοντας στην θάλασσα, οι Ρωμαίοι τον λάτρευαν σαν θεό της θάλασσας. Ο ναός του Μελκάρτ στο Κάδιξ/Ελληνικά Γάδειρα είχε δύο μεγάλες χάλκινες κολώνες ύψους 4m που τον στήριζαν κάτι που έδωσε στους αρχαίους Έλληνες την έμπνευση να δημιουργήσουν τον θρύλο της στήλης του Ηρακλέους στο Γιβραλτάρ λόγω της εσφαλμένης σύγχυσης του θεού της Τύρου με τον Έλληνα ήρωα αλλά οι συγκεκριμένες χάλκινες στήλες υπάρχουν σε όλους τους ναούς του Μελκάρτ υπάρχουν στους ναούς της Καρθαγένης, της Ίμπιζας όπως και σε όλους τους ναούς της Καρχηδόνας  και της κοιτίδας Τύρου που λάτρευαν τον θεό.
H πριγκίπισσα Ελίζα απο την
Τύρο ιδρυτής της
Καρχηδόνας
Η ζωή των Φοινίκων στην Ιβηρική επικεντρώθηκε γύρω απο την πρωτεύουσα Κάδιξ απο την οποία οργάνωναν την συνολικά εμπορική δραστηριότητα όλων των πόλεων με την μητρόπολη, οι Καρχηδόνιοι οι οποίοι έφτασαν στην Ιβηρική μετά τον 5ο αιώνα π.χ. μετέφεραν την πρωτεύουσα στην δεύτερη μεγάλη Φοινικική αποικία Καρθαγένη επειδή εξυπηρετούσε καλύτερα τις στρατιωτικές τους δραστηριότητες. Είναι άγνωστο πόσο άλλαξε η ζωή των κατοίκων της Ταρτησσού μετά την εγκατάσταση των Φοινίκων στην Ιβηρική επειδή δέν έχουμε καθόλου ιστορικές αναφορές, την πρώτη αναφορά την βλέπουμε απο τον Έλληνα ιστορικό Ηρόδοτο απο την Αλικαρνασσό (484 - 424 π.χ.) την εποχή του οποίου η Ταρτησσός εξακολουθούσε να κυριαρχεί στην Ιβηρική και να είναι η ισχυρότερη πόλη σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη. Μετά τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.χ. έχουμε επιπλέον μαζί με τους Φοίνικες την εισβολή Κελτών απο την Γαλατία, οι Κέλτες αναμείχθηκαν με τους παλιότερους Ίβηρες οι οποίοι ήταν προ - έλληνες δημιουργώντας έναν νέο λαό τους Κελτίβηρες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χερσονήσου όπως και στην Ταρτησσό.

Ο βασιλιάς Αργανθώνιος και οι αναφορές του Ηροδότου



Ηρόδοτος
Ο Ηρόδοτος στην αναφορά του για την Ιβηρική (Ηροδότου ιστορίαι, Βιβλίο Α' - Κλειώ παρ. 163 - 165) λέει οτι οι Φωκαείς την περίοδο της μεγάλης θαλασσοκρατορίας τους (600 - 570 π.χ.) όταν ίδρυσαν πλήθος απο αποικίες στις δυτικές Μεσογειακές παραλίες επισκέφτηκαν την Ταρτησσό στην νότια Ιβηρική οπου τους υποδέχθηκε ο υπέργηρος βασιλιάς Αργανθώνιος, ο οποίος είναι το πλέον μακρόβιο ιστορικό πρόσωπο του πλανήτη. Οι Φωκαείς χρησιμοποιούσαν την πεντήκορο τα πιό σύγχρονα αρχαία πλοία σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε σήμερα την οποία κινούσαν 50 κωπηλάτες 25 απο κάθε πλευρά, η σπουδαιότερη αποικία τους ήταν η Μασσαλία στις νότιες Γαλλικές ακτές (600 π.χ.), άλλες μεγάλες αποικίες τους ήταν το Εμπόριο και το Ημεροσκοπείον (600 π.χ.) στην Ισπανική ακτή της Καταλανίας, η Αλαλία στην Κορσική, η Ολβία στην Σαρδηνία και η Ελέα στην Κάτω Ιταλία.  Ο Αργανθώνιος ο μόνος βασιλιάς της Ταρτησσού για τον οποίο έχουμε πληροφορίες σαν υπαρκτό πρόσωπο έζησε 120 χρόνια και βασίλευσε 80, η χρονική διάρκεια ζωής του βάση των πληροφοριών του Ηροδότου ήταν μεταξύ 665 - 545 π.χ. και η χρονική διάρκεια της βασιλείας του μεταξύ 625 - 545 π.χ. επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες των αρχαίων Ελλήνων οτι οι κάτοικοι της Ταρτησσού στην πλειοψηφία τους ήταν υπέργηροι ξεπερνώντας τα 100 χρόνια λόγω της υπερβολικά ευτυχισμένης ζωής και του αμύθητου πλούτου τους.
Ο βασιλιάς Αργανθώνιος - απο τα
ευρήματα της Ταρτησσού
Ο βασιλιάς Αργανθώνιος δέχθηκε με μεγάλες τιμές τους Φωκαείς και τους ζήτησε να τους παραχωρήσει γή για να ζήσουν άνετα οι ίδιοι και οι οικογένειες τους αλλά εκείνοι ευγενικά αρνήθηκαν επειδή έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους την Φώκαια να την υπερασπιστούν απο τους Πέρσες που την πολιορκούσαν, ο καλοκάγαθος Αργανθώνιος για να τους ευχαριστήσει τους έδωσε τόσο πολύ χρυσάφι που μπόρεσαν με αυτό στην συνέχεια να χτίσουν γύρω απο ολόκληρη την πόλη τους νέα μεγάλα ισχυρά τείχη. Την ίδια εποχή (7ος - 6ος αιώνας π.χ.) βρέθηκαν δείγματα της Ταρτησσιανής γλώσσας και γραφής τα παλιότερα γραπτά κείμενα στην χερσόνησο της Ιβηρίας στην περιοχή της Ταρτησσού γύρω απο τις εκβολές του ποταμού Βαέτη αλλά και στην νότια Πορτογαλία με μιά μορφή ημισυλλαβικής γραφής, ήταν προφανώς η επίσημη γλώσσα και γραφή του βασιλείου της Ταρτησσού με άγνωστη προέλευση. Πολλοί γλωσσολόγοι βιάστηκαν να την εντάξουν στην γενικότερη ομάδα των Κέλτικων γλωσσών αλλά αργότερα διάσημοι γλωσσολόγοι όπως ο Αμερικάνος John T.Koch σε μελέτες τους (2009) διατύπωσαν την άποψη οτι δέν έχει ιδιαίτερη σχέση με την Κέλτικη αλλά είναι πολύ παλιότερη ορισμένοι χαρακτήρες της μάλιστα έμοιζαν αισθητά με την Γραμμική Β' γραφή των Μυκηναίων.
Ο Ηρόδοτος διασώζει άλλη μιά ιστορία με τον ναυτικό Κωλαίο τον Σάμιο (γύρω στο 620 π.χ.) (Ηροδότου ιστορίαι, Βιβλίο Δ' - Μελπομένη παρ.152) ο οποίος σε κάποιο ταξίδι του στην Αίγυπτο παρασύρθηκε απο τα τεράστια κύματα που τον παρέσυραν ναυαγό στην Ταρτησσό η οποία διοικείτο και τότε απο τον βασιλιά Αργανθώνιο, όταν επέστρεψε στην Σάμο οι πατριώτες του έμειναν τρομερά έκπληκτοι απο τα απίστευτα πλούτη που έφερε μαζί του. Η ιστορία του Κωλαίου προηγείται της εκστρατείας των Φωκαέων στην δυτική Μεσόγειο περίπου 20 χρόνια πιθανότατα ο Κωλαιός ερέθισε τους Φωκαείς να επισκεφτούν εκείνη την εποχή την μυθική Ιβηρική πόλη για την οποία όλες οι Ελληνικές παραδόσεις έλεγαν οτι οι κάτοικοι τους οποίους θεωρούσαν απογόνους του Ηρακλή ζούσαν σε αμύθητα πλούτη και ήταν υπερβολικά ευτυχισμένοι. Ο Αργανθώνιος ήταν ο τελευταίος μιάς μεγάλης σειράς βασιλέων της Ταρτησσού ευτυχισμένων και μακρόβιων που ξεκινά απο τον μυθικό Γηρυόνη της εποχής του Ηρακλή αλλά δυστυχώς δέν έχουμε για κανέναν άλλον ιστορικές πληροφορίες μετά απο αυτόν άρχισε η παρακμή της Ταρτησσού η οποία οφείλεται βασικά στην άνοδο των Φοινίκων και την εισβολή στην Ιβηρικοί των Καρχηδονίων απο την Τυνησία οι οποίοι ήταν μιά αρκετά πολεμοχαρής αυτόνομη Φοινικική αποικία της Τύρου στην Αφρική.
Πλάκα με δείγμα Ταρτησσιανής γραφής - 6ος αιώνας π.χ.
Η Καρχηδόνα ιδρύθηκε το 825 π.χ. με φυγάδες απο την Τύρο υπο την ηγεσία της πριγκίπισσας Ελίζας (μυθικής Διδούς) αδελφής του αυταρχικού βασιλιά της Τύρου Πυγμαλίωνα (831 - 785 π.χ.) ο οποίος είχε σκοτώσει τον σύζυγο της Ακέρβαντα μεγάλο ιερέα του θεού Μελκάρτ και στην συνέχεια εξαπάτησε την αδελφή του με ψέματα, οι Καρχηδόνιοι δέν διέφεραν σχεδόν σε τίποτα σε θέματα εθίμων και θρησκείας απο τους Τύριους εκτός του οτι ζούσαν μακριά απο την μητρόπολη. Διαμόρφωσαν ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία η οποία τους οδήγησε σύντομα σε στρατιωτικές εκστρατείες εκδηλώνοντας την πολεμική τους φύση, ο Αινείας συγχέει στο επικό του έργο Αινειάδα την Διδώ με τον μυθικό Τρωικό ήρωα Αινεία ιστορικά έωλο αφού ο Αινείας έζησε πολλούς αιώνες πιό πρίν τον 12ο αιώνα π.χ. την εποχή των Τρωικών εκδηλώνει μονάχα τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα της Αινειάδας. Τον 5ο αιώνα π.χ. λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του θρυλικού ιστορικού βασιλιά Αργανθώνιου οι Καρχηδόνιοι κατέκτησαν την Ιβηρική, δέν πείραξαν καθόλου τις πόλεις που βρίσκονταν υπο την διοίκηση των Φοινίκων τους οποίους σεβάστηκαν λόγω της κοινής τους καταγωγής. Κατέστρεψαν τις υπόλοιπες πόλεις που είχαν ιδρυθεί απο τους Έλληνες όπως το Ημεροσκοπείον των Φωκαέων, κατέστρεψαν και τις μεγάλες προ - Ιβηρικές πόλεις που δέν βρίσκονταν υπο την διοίκηση Φοινίκων όπως η Ταρτησσός, αντίθετα τα Άβδηρα (Φοινικική Άδρα), το Κάδιξ (μυθικά Γάδειρα) η Καρπεία ή Ηράκλεια στα στενά του Γιβλαντάρ διασώθηκαν επειδή βρίσκονταν υπο την διοίκηση Φοινίκων απο τον 10ο αιώνα π.χ. άσχετα άν ιδρύθηκαν απο τους Ηρακλειδείς τον 15ο αιώνα π.χ.

Κατάκτηση της Ιβηρικής απο τους Καρχηδόνιους



Αμίλκας Βάρκας
Η καταστροφή της Ταρτησσού και των υπόλοιπων προ - Ιβηρικών πόλεων του Μυκηναικού πολιτισμού Έλ Αργκάρ Β' οι οποίοι δέν είχαν επηρεαστεί απο την παλιότερη εγκατάσταση των Φοινίκων τοποθετείται γύρω στο 530 π.χ., την Ταρτησσό πολλοί ερευνητές την ταυτίζουν με την Ομηρική χώρα των Φαιάκων αντί για την Κέρκυρα.
Τους πρώτες αιώνες μετά την Καρχηδονιακή κατάκτηση η Ιβηρική ήταν η σημαντικότερη αποικία της μητρόπολης Καρχηδόνας, τα προβλήματα δημιουργήθηκαν αργότερα απο τον 3ο αιώνα π.χ. με την άνοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η οποία με την ιμπεριαλιστική της πολιτική δέν επέτρεπε να υπάρχουν άλλες μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή.  Αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα των Καρχηδονιακών πολέμων πρωτεργάτης ο Καρχηδόνας αρχιστράτηγος Αμίλκας Βάρκας (290 - 229 π.χ.) πατέρας του διάσημου Αννίβα ο οποίος έφτασε στην Ιβηρική μαζί με τον γιό του (237 π.χ.) ιδρύοντας την πόλη Άκρα Λευκή (σημ. Αλικάντε) και το Μπαρκίνο/Barcino (μελλοντική Βαρκελώνη δεύτερη πόλη σήμερα της Ισπανίας). Την εποχή του Αμίλκα Βάρκα είχε ξεκινήσει ο Α' Καρχηδονιακός πόλεμος με τους Ρωμαίους (264 π.χ.) επειδή οι Ρωμαίοι ενοχλήθηκαν υπεροπτικά απο την επέκταση των Καρχηδονίων στην Σικελία, αναγκάστηκαν να ναυπηγήσουν στόλο άν και ήταν ώς τότε άσχετοι και με την βοήθεια ενός νέου όπλου του κόρακα μπόρεσαν να νικήσουν σε πολλές μάχες τον ισχυρό Καρχηδονιακό στόλο αναγκάζοντας την Καρχηδόνα να εγκαταλείψει την Σικελία (241 π.χ.). Ο Αμίλκας Βάρκας ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Ιβηρικής μεταφέροντας την πρωτεύουσα στην Καρθαγένη η οποία είχε ιδρυθεί απο τους Φοίνικες μαζί με τα Γάδειρα τον 11ο αιώνα π.χ. την ονόμασε Νέα Καρχηδόνα, σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Ιβηρικού φύλου των Λουσιτανών (229 π.χ.) και τον διαδέχθηκε ο γιός του ο θρυλικός στρατάρχης Αννίβας (247 - 183 π.χ.).

Αννίβας
Οι Ρωμαίοι ενοχλήθηκαν σημαντικά απο την ισχύ των Καρχηδονίων στην Ιβηρική άν και είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους κήρυξαν αδικιολόγητα νέο πόλεμο εναντίον τους με πρόσχημα μιά διαμάχη στην Ιβηρική πόλη Ζάκανθο κοντά στην Βαλένθια μεταξύ φιλοΡωμαίων και Καρχηδονίων και την κατάληψη της στην συνέχεια απο τον Αννίβα (219 π.χ.), ο Αννίβας ορκισμένος εχθρός της Ρώμης αρνήθηκε να καταλάβει την πολεμική αποζημίωση που πλήρωναν οι Καρχηδόνιοι στους Ρωμαίους μετά την ήττα τους στον Α' Καρχηδονιακό πόλεμο (241 π.χ.). Ο Αννίβας εξοργισμένος με την θρασύτητα των Ρωμαίων που ζητούσαν την παράδοση του πήγε στην Ιβηρική χερσόνησο Νέα Καρχηδόνα/Καρθαγένη οπου άρχισε να προετοιμάζει μεγαλοπρεπή εκστρατεία εναντίον τους  με 50.000 πεζικό, 9.000 ιππικό και 37 ελέφαντες, τα επόμενα 3 χρόνια συνέτριψε τους Ρωμαίους διαδοχικά στον ποταμό Τρέβια (218 π.χ.), στην λίμνη Τρασιμένη (217 π.χ.) και στις Κάννες (216 π.χ.). Οι Ρωμαίοι είχαν υποστεί ανεπανόρθητη συντριβή του γοήτρου τους ο δρόμος για τον Αννίβα ήταν ανοιχτός να καταλάβει ακόμα και την Ρώμη αλλά δίστασε να το κάνει προτιμώντας να πάει στην νότια Ιταλία αυτό το πλήρωσε στην συνέχεια πολύ ακριβά, οι Ρωμαίοι μετέφεραν το πεδίο της μάχης στην ίδια την Καρχηδόνα κάνοντας απόβαση στην Αφρική (204 π.χ.) με τον Σκιπίων τον Αφρικανό (236 - 183 π.χ.). Στην μάχη της Ζάμας (202 π.χ.) ο Σκιπίων ο Αφρικανός συνέτριψε τον Αννίβα καταστρέφοντας στην συνέχεια την Καρχηδόνα, ο Αννίβας απογοητευμένος απο την άσχημη τροπή που πήραν τα πράγματα μετά τις θρυλικές νίκες του τα πρώτα χρόνια κατέφυγε στην αυλή του Αντιόχου Γ' του μέγα (241 - 187 π.χ.) βασιλιά των Σελευκιδών της Συρίας (222 - 187 π.χ.) αλλά ο Αντίοχος Γ' γνώρισε και αυτός την ήττα απο τους Ρωμαίους στην μάχη της Μαγνησίας (190 π.χ.).

Η αυτοκρατορία των Καρχηδονίων τον 3ο αιώνα π.χ.
Οι Ρωμαίοι απαίτησαν απο τον Αντίοχο Γ' την παράδοση του Αννίβα, ο ίδιος ο Καρχηδόνιος στρατάρχης δραπέτευσε στην αυλή του Προυσία Α' του Χωλού βασιλιά της Βιθυνίας και στην συνέχεια αυτοκτόνησε για να μήν πέσει στα χέρια των Ρωμαίων (183 π.χ.). Το 149 π.χ. οι υπερόπτες Ρωμαίοι εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη πτώση των Καρχηδονίων μετά τον θάνατο του Αννίβα με υπερβολικά αστείες προφάσεις θα κάνουν απόβαση στην Καρχηδόνα με τον στρατηγό Σκιπίων Αιμιλιανό (185 - 129 π.χ.) γιό του Αιμίλιου Παύλου (229 - 160 π.χ.) του κατακτητή της Ελληνικής Μακεδονίας, μετά απο 3 χρόνια πολιορκίας θα καταλάβουν την Καρχηδόνα (146 π.χ.) ισοπεδώνοντας την πόλη εκ θεμελίων και σφάζοντας όλους τους κατοίκους. Η Καρχηδόνα εξαφανίστηκε αλλά οι Ρωμαίοι δέν κατάφεραν να καταλάβουν εξολοκλήρου την Ιβηρική οι αντιστάσεις ήταν πολύ σκληρές απο τους κατοίκους των διάφορων πόλεων της χερσονήσου Φοινικικών και Ελληνικών θα κατορθώσουν τελικά να το κάνουν ενάμισυ περίπου αιώνα αργότερα (19 π.χ.) με τον Οκταβιανό
Αύγουστο, οι Καρχηδόνιοι πληρώθηκαν απο τους Ρωμαίους με το ίδιο νόμισμα με την συμπεριφορά που οι ίδιοι έδειξαν στην καταστροφή των μή Φοινικικών προ - Ιβηρικών πόλεων όπως της Ταρτησσού.

Νεώτερες έρευνες για την Ταρτησσό



Στράβων
Στο θέμα της Ταρτησσού άλλοι ερευνητές λένε οτι καταστράφηκε απο τους Καρχηδόνιους άλλοι απο τα ακραία καιρικά φαινόμενα η πραγματικότητα όμως είναι συνδυασμός των δύο αφού δηλαδή οι Καρχηδόνιοι κατέστρεψαν μαζί με την πόλη και τα βασικά προστατευτικά έργα απο τα νερά του ωκεανού στην συνέχεια ακραία φαινόμενα όπως ισχυροί σεισμοί με τσουνάμι την εξαφάνισαν. Στις αρχές του 1ου αιώνα π.χ. όταν ολόκληρη η Ιβηρία ήταν Ρωμαική επαρχία έχουμε μετά τον Ηρόδοτο νέες αναφορές για την Ταρτησσό με τον διάσημο Έλληνα περιηγητή και γεωγράφο Στράβωνα (63 π.χ. - 24 μ.χ.) απο την Αμάσεια του Πόντου, ο Στράβωνας αφιερώνει ολόκληρο το 3ο βιβλίο του μνημειώδους έργου του στην περιγραφή των πόλεων, των παραδόσεων και των λαών ολόκληρης της Ιβηρικής χερσονήσου. Την εποχή του Στράβωνα μετά την ολική κατάκτηση της Ιβηρικής και την ενσωμάτωση της στην Ρωμαική αυτοκρατορία απο τον Οκταβιανό Αύγουστο οι Ίβηρες είχαν λησμονήσει πλήρως τις παλιότερες καταγωγές τους (προΙβηρικές, Φοινικικές, Κέλτικες ή Ελληνικές) θεωρώντας τους εαυτούς τους Ρωμαίους πολίτες (Γ΄ΙΙ. 15) πλήν λίγων εξαιρέσεων κάτι που έκανε τον Στράβωνα να δυσκολευτεί σημαντικά στην καταγραφή του έργου του. Στο επίμαχο θέμα της Ταρτησσού ο Στράβων δέν κάνει αναφορά για την πόλη αφού είχε εξαφανιστεί πολλούς αιώνες απο την εποχή του αλλά αναφέρεται στον ποταμό Βαέτη (τον σημερινό ποταμό Γκλουαδαλκιβίρ στις όχθες του οποίους βρισκόταν η Ταρτησσός) λέγοντας οτι οι ντόπιοι τον ονόμαζαν Ταρτησσό λόγω της εξαφανισμένης μεγάλης πόλης που υπήρχε παλιότερα σε εκείνο το σημείο (Γ΄ ΙΙ. 11). Ο Στράβων κάνει εκτενή αναφορά την Ιλιάδα του Ομήρου (Γ΄ ΙΙ. 12) ο οποίος αναφερόταν στην εποχή του σαν μιά πολύ πλούσια και ευημερούσα παραλιακή πόλη της Ιβηρικής στον ποταμό Βαέτη (Ιλιάς, Θ 485), κάνει προηγούμενες αναφορές στον Ηρόδοτο και σε παλιότερους ναυτικούς ενώ είναι βεβαιωμένος οτι η εξαφανισμένη Ταρτησσός βρισκόταν σε εκείνο το σημείο κατεστραμμένη μετά την εποχή του βασιλιά Αργανθώνιου. Μετά την Ταρτησσό ο Στράβωνας αναφέρεται σε αφηγήσεις σχετικά με τα Ερύθεια νησιά οπου έβοσκε τα βόδια του ο Γηρυόνης και που τα άρπαξε ο Ηρακλής στον 10ο άθλο του ταυτίζοντας την περιοχή με τα Γάδειρα ή Κάδιξ παλιά πρωτεύουσα των Φοινίκων λίγο ανατολικότερα απο το Κάδιξ, καταγράφει τις πόλεις στην περιοχή του Γιβραλτάρ όπως την Καρπήια για την οποία λέει οτι ονομαζόταν Ηράκλεια επειδή ιδρύθηκε απο τον Ηρακλή μετά τον άθλο του. Συνεχίζοντας με αναλυτικό τρόπο την περιγραφή της περιοχής ο Στράβων λέει οτι δυτικά της Ηρακλείας βρισκόταν η Μελουρία με εγκαταστάσεις επεξεργασίας ψαριών, δυτικότερα η Βελών το λιμάνι με το οποίο τα πλοία πήγαιναν απέναντι στην Αφρικανική ακτή της Ταγγέρης ενώ δυτικότερα της Ταρτησσού στην περιοχή του Ισπανικού νομού της Ουέλβα βρισκόταν το μαντείο και το λιμάνι του Ευρυσθέα χωρίς να διευκρινίζει άν πρόκειται για τον γνωστό Αθηναίο βασιλιά που συμμετείχε στα Τρωικά. Οι αρχαιολόγοι με βασικό γνώμονα τις περιγραφές του Ηροδότου και του Στράβωνα προσπάθησαν πολλούς αιώνες να εντοπίσουν την εξαφανισμένη Ταρτησσό αλλά όλες οι έρευνες έμειναν χωρίς αποτέλεσμα λόγω μεγάλης δυσκολίας στην πρόσβαση της περιοχής απο τους πολλούς βάλτους αλλά έχουν βρεθεί ανα διαστήματα ερείπια τόσο κάτω απο τους βάλτους του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ όσο και στον βυθό του ωκεανού. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Αδόλφος Σούλτεν (1870 - 1960) ο οποίος ήταν ο πρώτος που ταύτισε επίσημα την Ταρτησσό με τους βιβλικούς Θαρσείς προχώρησε περισσότερο λέγοντας οτι η Ταρτησσός ήταν η μυθική Ατλαντίδα του Πλάτωνα (1922), το 1973 η Αμερικάνικη αρχαιολογική αποστολή του καθηγητή M.Asher ανακάλυψε στον βυθό του Ατλαντικού στα ανοιχτά του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ σπασμένες κολώνες και τεχνητό δρόμο.

Προσδιορισμός της θέσης της Ταρτησσού
Τα σπουδαιότερα ευρήματα τα οποία είναι οι πρώτες αποδείξεις για την ύπαρξη αρχαίας μεγάλες πόλεις στην περιοχή είναι οι χαρτογραφήσεις του Ισπανού καθηγητή αρχαιολογίας Σεμπαστιάν Σελεστίνο/Sebastian Celestino (2010) και του καθηγητή Γεωφυσικής Ρίτσαρντ Φρέντ/Richard Freund (2011) ανακάλυψαν μιά μεγάλη θαμμένη πόλη στο εθνικό πάρκο της Ισπανίας Ντονάνα που βρίσκεται στους βάλτους που σχηματίζονται στο δέλτα του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ. Ο καθηγητής Σελεστίνο πρώτος ύστερα απο μελέτη σε αεροφωτογραφίες παρατήρησε ίχνη μιάς μεγάλης χαμένης αρχαία πόλης κάτω απο το πάρκο με μεγάλα κτίρια και άριστη ρυμοτομία, ο καθηγητής Φρέντ συνέχισε τις μελέτες την επόμενη χρονιά μέσω του Google Earth και ενθουσιασμένος δήλωσε οτι ανακάλυψε την χαμένη ήπειρο της Ατλαντίδας (2011) σύμφωνα με τις περιγραφές του Πλάτωνα. Η άποψη του Φρέντ για την Ατλαντίδα είναι σαφώς εσφαλμένη επειδή η Ατλαντίδα άν υπάρχει βρίσκεται στα ανοιχτά του Ατλαντικού ωκεανού αλλά αυτό δέν μειώνει καθόλου το έργο και τις ανακαλύψεις των δύο καθηγητών οι οποίοι ανακάλυψαν πραγματικά μιά μεγάλη αρχαία πόλη σε εκείνη την περιοχή που ταυτίζεται με την μυθική Ταρτησσό στην ίδια θέση που την τοποθετούν ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος και ο Στράβων. Το τελικό συμπέρασμα βάση των πρώτων υποβρύχιων ανακαλύψεων του 1973 όσο και τις νεώτερες των καθηγητών Σελεστίνο - Φρέντ (2010 - 2011) είναι οτι η Ταρτησσός ήταν μιά πόλη με μεγάλη έκταση η οποία βρίσκεται σήμερα τμηματικά κάτω απο τις λάσπες του δέλτα του ποταμού Γκλουαδαλκιβίρ ή αρχαίου Βαέτη και τμηματικά κάτω απο την θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΓΕΩΡΓΑΛΑ  : Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΙΣ ΤΩΝ ΑΙΓΑΙΩΝ - Εκδόσεις ΤΟΤΕ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι
http://www.minoanatlantis.com/Minoan_Spain.php

Δεν υπάρχουν σχόλια: