ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ...[Bertrand de Jouvenel Μέρος Α΄]

Bertrand de Jouvenel: Περί της εξουσίας (σύνοψη) Ι        



 
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ. ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ ΤΗΣ
Ο Jouvenel γράφει αυτό το βιβλίο στο τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η εμπειρία του ολικού αυτού πολέμου τον εμπνέει μία μεθοδολογία για την εξέταση της φύσης της Εξουσίας, του Imperium, του Μινώταυρου (υπερρεαλιστική επιρροή του Jouvenel) : δεν είναι στο σκοπό αλλά στα μέσα που πρέπει να ψάξει. Έτσι κρατά μακριά του εκείνες τις παιδαριώδεις θεωρήσεις πως όλο το πρόβλημα της Εξουσίας βρίσκεται στην φιλοδοξία κάποιων «σατανικών» ανθρώπων, grottesca εικόνα που καλλιεργούν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, εκπαιδευτικοί. Η Εξουσία αποτελεί μιαν ανθρώπινη δράση, και όπως κάθε δράση έχει μέσα, σκοπό και αξία. Για να θυμηθούμε τον Mises, καθώς για το σκοπό δεν γνωρίζουμε αντικειμενικά τίποτε, είναι στα μέσα εκεί που διαβάζουμε την αξία της δράσης. Έτσι λοιπόν, ο Jouvenel παρατηρεί πως αφού ο πόλεμος, ένα από τα μέσα της Εξουσίας, μεγαλώνει με την εξέλιξη της Ιστορίας, η ίδια η Εξουσία αυξάνει.
Μολονότι μας μιλούν για τον Μεσαίωνα ως μιαν πολεμοχαρή εποχή βαρβαρότητας, όπου σφάζονται άνθρωποι και βιάζονται γυναίκες, στον Μεσαίωνα οι πόλεμοι ήσαν εξαιρετικά σύντομοι και χαρακτηρίζονταν από ακραία ευγένεια. Όπως σε έναν σύγχρονο ποδοσφαιρικό αγώνα, μόνον οι επαγγελματίες λάμβαναν μέρος, ήτοι οι ευγενείς, και όχι οι παραγωγικές τάξεις, ήτοι οι αγρότες. Αντίθετα σήμερα όλοι δράμουν στον πόλεμο, όχι μόνον άνδρες ανεξαρτήτως τάξης και ασχολίας αλλά και γυναίκες και παιδιά, ενώ κάθε τι γίνεται στόχος.
Γιατί στον Μεσαίωνα ο πόλεμος είναι περιωρισμένος; Επειδή η Εξουσία είναι μικρή, καθώς ο βασιλιάς εξαρτάται από τους λίζιους βασάλους του, τους ευγενείς που τον προμηθεύουν με στρατό, και δεν διαθέτει δυο βασικούς μοχλούς:
Την υποχρεωτική στράτευση.
Το δίκαιο της επιβολής της.
Από τη στιγμή που οι βασιλείς βάζουν χέρι στην περιουσία του κλήρου, των φεουδαλικών κυρίων (seigneurs) και των κοινοτήτων αποκτούν τα Μέσα για να κάνουν πόλεμο, και γίνονται απόλυτοι μονάρχες. Οι στρατιώτες είναι πλέον μισθωτοί (soldats<soldés<soldi). Αυτό που δεν ετόλμησε η μοναρχία εν τούτοις, την επιβολή υποχρεωτικής στράτευσης, το πέτυχε η δημοκρατία, η οποία έχει το δικαίωμα να φτιάχνει νόμους, και επομένως να επιβάλλει την στράτευση. Επί δημοκρατίας η Εξουσία έχει πια στα χέρια της πλήρες ένα «δωμάτιο με μηχανές» (μια φουτουριστική επιρροή του Jouvenel) ήτοι, διοίκηση και νομοθετική ισχύ. Είναι έτσι η πτώση της απολύτου μοναρχίας αυτό που μεγιστοποιεί την Εξουσία και ουδόλως η ισχυροποίησή της.

Αν επί μοναρχίας η Εξουσία συναντάται προσωποποιημένη στο φυσικό πρόσωπο του βασιλέως στην δημοκρατία υφίσταται μασκαρεμένη πίσω από την ανωνυμία της, προσποιούμενη πως δεν υπάρχει, ούσα απρόσωπο  και απαθές όργανο της Volonté Générale, Γενικής Βουλήσεως, του έθνους. Ενώ επί «παλαιού καθεστώτος» (μοναρχίας) όσοι εναντιώνονταν στην Εξουσία ήξεραν καλά πως ποτέ δεν θα λάμβαναν μέρος σε αυτήν, και επομένως ευρίσκοντο ξεκάθαρα στην αντίπερα όχθη, σήμερα καμία αντιπολίτευση δεν έχει συμφέρον να παραλύσει κάποια από της μηχανές της (π.χ. να απολύσει δημοσίους υπαλλήλους) αφού πρόκειται η ίδια να τη χρησιμοποιήσει για τον εαυτό της, μόλις έρθει στα πράγματα. Γιατί στην ουσία, έλεγε ο Proudhon: «Η δημοκρατία είναι ένας ανταγωνισμός για το Imperium.»
Έτσι λοιπόν,
  • η Εξουσία επιστρατεύει τον λαό, αλλά μόνο επί δημοκρατίας υπάρχει υποχρεωτική στράτευση.
  • αρπάζει πλούτη, αλλά μόνο επί δημοκρατίας υπάρχει φορολογικός και ελεγκτικός μηχανισμός
  • το δημοψήφισμα, (plebiscite) ουδεμία θα απέδιδε νομιμότητα στον τύραννο, αν η γενική βούλησις δεν είχε ανακηρυχθή ικανή πηγή αρχής.
  • Το κόμμα προκύπτει από τον ανταγωνισμό για την Εξουσία
  • Τα πνεύματα των παιδιών νουθετούνται από το μονοπώλιο της εκπαίδευσης.
  • Η οικειοποίηση από το κράτος των μέσων παραγωγής ετοιμάζεται μες τη γνώμη.
  • Και ο Hitler, τα βρήκε όλα αυτά έτοιμα.
    Ο Jouvenel δεν ενδιαφέρεται για το ποια μορφή οφείλει να έχει η Εξουσία, αλλά για το ποια είναι η ουσία της Εξουσίας. Κάθε ερώτημα «περί της ουσίας» στη φιλοσοφία συνιστά οντολογία ή μεταφυσική. Μιλάμε επομένως για πολιτική οντολογία ή πολιτική μεταφυσική.
    Η Εξουσία υφίσταται επειδή υπάρχουν κάποιοι να υπακούουν σε αυτήν. Και η υπακοή είναι ανάλογη των κοινωνικών μέσων που δύναται η Εξουσία να διαθέσει.Το μυστήριο της υπακοής εντοπίζεται στο πως ένας μεγάλος αριθμός  ατόμων μπορεί να υπακούσει σε ένα μικρό. Είναι λόγω του φόβου που μπορεί μια μικρή ομάδα να εμπνεύσει με κάποια μέσα εξαναγκασμού; Η αποτελεσματικότητα της ωστόσο δεν έγκειται στη συμμετοχή των πολλών σε αυτή την Εξουσία; Αν μάλιστα πούμε πως η μοναρχία και η αριστοκρατία βασίζεται στο φόβο και η δημοκρατία στη συμμετοχή, εκείνη που είναι πιο αποτελεσματική είναι η δεύτερη. Όπως και να έχει, φόβος τιμωρίας ή ταύτιση με την Εξουσία, η υπακοή είναι μια συνήθεια του είδους και το μόνο σύστημα που την ικανοποιεί απόλυτα είναι αυτό της θείας εξουσίας.
    Αν θεωρήσουμε το πρώτο αίτιο, κινούν της Εξουσίας λαμβάνουμε τις «θεωρίες της κυριαρχίας», που αφορούν στη πηγή που νομιμοποιεί το δικαίωμα άσκησης της (Θεός, λαός)
    Αν θεωρήσουμε το τελικό αίτιο της Εξουσίας λαμβάνουμε τις «θεωρίες της υπακοής» που αφορούν στην κρατική λειτουργία, το σκοπό της, δηλαδή το «γενικό καλό»
    Ισχύς, νομιμότητα, αγαθότητα συμπλέκονται και εξασφαλίζουν στην Εξουσία τη διάρκειά της. Είναι ένα μόνιμο σώμα στο οποίο έχει συνηθίσει κανείς να υπακούει, το οποίο έχει τα μέσα να εξαναγκάσει που υποστηρίζεται από τη γνώμη που έχει κανείς για την Ισχύ της, την πίστη στο δικαίωμα να διατάσσει και την ελπίδα που εναποθέτει στην αγαθότητά της.
    Οι Θεωρίες της κυριαρχίας είναι δύο, η θεία και η λαϊκή. Το δικαίωμα του διατάσσειν πρέπει να έχει έναν τιτλούχο, τον Θεό ή την κοινωνία. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την θεία βούλησι και το θείο δίκαιο, στην άλλη τη γενική βούλησι και την λαϊκή κυριαρχία.
    Η άποψη πως η ἐλέῳ Θεοῦ μοναρχία του Μεσαίωνα ήταν απόλυτη, είναι εσφαλμένη, λέει ο Jouvenel. Η Εξουσία τότε δεν μπορούσε να νομοθετήσει αλλά υπάκουε σε σταθερούς νόμους (lex terrae) που αποτελούσαν ο θείος νόμος και το έθιμο (ανθρώπινος νόμος).
    Όταν διανοούμενοι όπως ο Marsilio de Padova ή ο Ιησουίτης Suarez θέτουν ως υπέρτατο νομοθέτη την «καθολικότητα των ανθρώπων» και θέτουν τις πρώτες μορφές του κοινωνικού συμβολαίου (pactum subjectionis), στην ουσία βάζουν σε παρένθεση τον Θεό και εναποθέτουν την Εξουσία στον απόλυτο μονάρχη. Αυτό είναι ξεκάθαρο στον Hobbes σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι, για να αποφύγουν έναν πόλεμο των «πάντων ενάντια στους πάντες» (bellum omnium contra omnes) συμφωνούν να αποδεχθούν την εξουσία ενός κυρίαρχου (Sovereign) που ενσαρκώνει το Commonwealth ή Leviathan και που δεν είναι άλλο τίποτε από έναν επίγειο θεό.
    Έτσι περνάμε ανεπαίσθητα στην λαϊκή δημοκρατική κυριαρχία, όπου ο λαός μεταφέρει τα ατομικά του δικαιώματα σε ένα ολικό δικαίωμα  που παραλαμβάνει ο επικυρίαρχος (Suzerain), ως ένα απόλυτο δικαίωμα. Το γεγονός ότι οι νόμοι είναι πλέον μεταβλητοί επιτρέπει στην Εξουσία να σφετερισθή πιο εύκολα την κυριαρχία και αυτή η ελευθερία της Εξουσίας ονομάζεται αυθαιρεσία.  
     Μετά από τις θεωρίες της κυριαρχίας, που αφορούν το «τι» της Εξουσίας ο Jouvenel περνά στις οργανικές θεωρίες της κυριαρχίας, που αφορούν το «πώς», τον τρόπο θεώρησης της Εξουσίας. Διακρίνει τις νομιναλιστικές (ονοματοκρατικές), τις ρεαλιστικές (ή θα έλεγα «διαλεκτικές) και τις εξελικτικές-βιολογικές.
    Νομιναλισμό ονομάζουμε τη θεώρηση εκείνη που θεωρεί τις ολότητες ή ιδέες απλά ονόματα διαχωρίζοντας αυτές από τα καθέκαστα όντα, τις πραγματικές ατομικές οντότητες. Αν δηλαδή «σάρκα» της κοινωνίας είναι συγκεκριμένα ζωντανά άτομα, η κοινωνία είναι ένα απλό όνομα,  ένα τέχνημα ή μια αφηρημένη σύμβαση. Τέτοια είναι η έννοια του Leviathan στον Hobbes. Ο ίδιος ο Leviathan δεν έχει βούληση, αλλά δανείζεται τη βούληση ενός ανδρός ή ενός συνόλου. Είναι η έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου».
    Ρεαλιστική ή διαλεκτική είναι αυτή που μας δίδει ο Hegel ο οποίος δικαιολογεί με τον πλέον διαυγή τρόπο την γενική βούλησι του Rousseau. Θεωρεί λοιπόν την κοινωνία ως ον, ως πραγματικότητα που ταυτίζει με το έθνος. Στη θέση του βασιλέως ενθρονίζει το έθνος. Ενώ όμως ο βασιλιάς εμπρός το άτομο-υπήκοο είναι ένας φυσικός «άλλος» ως προς τον οποίο ο δεύτερος μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων του, το έθνος εμπρός του δεν είναι «άλλος» αλλά «εμείς», ένα υποστασιοποιημένο «εμείς». Δεν μετρά πλέον η ατομική κυριαρχία, αλλά η εθνική ή λαϊκή κυριαρχία. Η κοινωνία πραγματώνεται έτσι ως όλον από κείνους που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως μέλη, όσους δηλαδή έχουν τη συνείδηση αυτή.  Είναι η δική τους βούληση που ταυτίζεται  με τη γενική βούλησι, αυτοί «είναι» η γενική βούλησις. Ποιοι είναι αυτοί; Στον Hegel η γραφειοκρατία. Στον Marx, το προλεταριάτο. Στον φασισμό, το φασιστικό κόμμα ως συνειδητό κομμάτι του έθνους. Βλέπουμε λοιπόν πως είναι η συνειδητή «μειοψηφία»  αυτή που ταυτίζεται με το Όλον.
    Οι εξελικτικές θεωρίες συλλαμβάνουν την κοινωνία ως βιολογικό οργανισμό και ξεκινούν από το φαινόμενο της κατανομής εργασίας. Ο Herbert Spencer μας λέει πως στη πορεία της κοινωνικής εξέλιξης τα άτομα διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο ενώ ταυτόχρονα αυξάνει ο βαθμός ενσωμάτωσής τους, αφού μεγαλώνει η αλληλεξάρτησή τους. Ο Auguste Comte θέτει το κράτος ως παράγοντα συνοχής της εκτεταμένης κοινωνίας ενώ ο Émile Durkheim βλέπει η αύξηση των κυβερνητικών οργάνων.
    Mετά το θεωρητικό κομμάτι της ανάλυσής του, ο Jouvenel περνά στην εξιστόρηση της εξέλιξης της Εξουσίας. Και ξεκινά από τις πηγές της που είναι οι μαγικές. Άρχων μιας μικρής πρωτόγονης κοινότητας είναι εκείνος που γνωρίζει τις διαθέσεις της θείας Φύσεως και μπορεί να ξορκίσει το κακό. Αναλαμβάνει όλες τις δύσκολες εργασίες όπως την τέλεση θυσιών για να φέρει βροχή και να γονιμοποιήσει τις γυναίκες, να ξεπαρθενέψει τα κορίτσια κτλ. Αν αποτύχει θανατώνεται ή διώκεται. Είναι μια κοινωνία αγροτική που βασίζεται στον Φόβο, αυτάρκης και πολύ συντηρητική όπου βασιλεύουν οι πιο έμπειροι, ήτοι οι γέροντες. Στις περιπτώσεις που η κληρονομικότητα περνά μέσῳ της μητέρας αυτοί που είναι αρχηγοί είναι οι «θείοι» και για αυτό και δεν ονομάζουμε τη αρχή τέτοιων κοινωνιών «μητριαρχική» αλλά των avunculi (avuncular, avunculaire). Δηλαδή, δίδουμε τις κόρες μας στα αγόρια της διπλανής φυλής και γινόμαστε αρχηγοί τους.
    Η καινοτομία που δημιουργεί τον δικό μας πολιτισμό είναι η εμφάνιση του πολεμιστή και του πνεύματος της κατάκτησης. Η βούλησις για ισχύ ή είναι ή δεν είναι καθόλου. Η πολεμική κοινότητα είναι πιο αποτελεσματική από την ειρηνική-μαγική: δεν χρειάζεται να παρακαλέσει την Φύσιν να της φέρει αγαθά, αλλά ό, τι έχει ανάγκη θα της τα φέρει, συντομότερα και πιο σίγουρα, η βία. Ένα πιθανό σενάριο είναι το εξής: οι γέροντες συσσωρεύουν τον πλούτο που παράγει η φυλή και κρατούν τα κορίτσια για παλλακίδες με αποτέλεσμα οι νεαροί άντρες να αναγκασθούν να φύγουν και να πάνε να φέρουν πλούτη και γυναίκες. Μαζί με τις γυναίκες σύρουν μαζί τους και σκλάβους, θέτοντας τα θεμέλια της κατανομής της εργασίας. Οι ελεύθεροι πολεμούν, οι δούλοι δουλεύουν. Πραγματοποιούν κάτι σαν μια πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Αυτό που αποτελεί πλέον το σύμβολο της αρχής είναι το πολεμικό γόητρο. Αυτοί είναι οι άριστοι, οι αριστοκράτες και ο καλύτερος πολεμιστής γίνεται βασιλιάς. Στην αρχαία λογοτεχνία συναντούμε αυτό το πέρασμα ανάμεσα στους δύο τύπους κοινωνιών ως σύγκρουση ανάμεσα στις χθόνιες λατρείες μιας avunculi αγροτικής κοινωνίας και τις ουράνιες, ηλιακές λατρείες μιας πατριαρχικής και πολεμικής κοινωνίας.
    Για τη δομή της πατριαρχικής-πολεμικής κοινωνίας έχουμε σαφή γνώση  από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη καθώς δεν είναι άλλη από εκείνην της αρχαίας πολιτείας. Την κυβέρνηση αποτελεί το συμβούλιο των γενών –αρχέτυπο της εκκλησίας, της απέλλας και της συγκλήτου– όπου παρίστανται οι άρχοντες των γενών.  Ένας εξ αυτών είναι ο άναξ, ο βασιλεύς που είναι imperator extra muros. Μην δυνάμενος να πραγματοποιήσει εκστρατείες μόνο με το δικό του γένος είχε ανάγκη την σύμπραξη και των υπολοίπων γενών άρα την έγκριση του συμβουλίου. Όπου έχουμε δύο βασιλείς, ο ένας, ο rex, έχει το ρόλο του ιερέως, του τελετάρχη, του ποντίφηκα, είναι αυτός που μεριμνά για την κοινωνική συνοχή, και ο άλλος, o dux, το ρόλο του άρχοντος της περιπέτειας, του διοικητή των εκστρατειών, είναι εκείνος που χρησιμοποιεί την κοινωνική ισχύ.
    Πώς όμως εμφανίζεται το Κράτος;
    Είναι μια ορισμένη στιγμή που για τον Jouvenel λαμβάνει μορφή ιδεότυπου και διαπερνά όλο το βιβλίο. Και ο ιδεότυπος έχει ως εξής: ο άναξ, ο βασιλεύς, προκείμενου να απεξαρτηθή από τα υπόλοιπα γένη γυρεύει στήριγμα στα πληβεία στρώματα, αξιώνοντας την ανεξαρτησία αυτών. Δηλαδή, η Εξουσία πάντοτε τείνει να μειώσει τις κοινωνικές ανισότητες και να αυξήσει και να συγκεντρώσει την δημόσια δύναμη. Τότε η Βασιλεία τρέπεται σε μοναρχία και η res publica/πολιτεία σε κράτος.
    Τούτο συνέβη όταν ο Αλέξανδρος κατέβαλε τις περσικές σατραπείες, όταν ο Ιούλιος Καίσαρ μετά την κατάκτηση της Γαλατίας θέλησε να γίνει αυτοκράτωρ —όπως έγινε τελικά ο Οκτάβιος, όταν ο Οθωμανός σουλτάνος κατέκτησε την Βαλκανική. Ιστορικά λοιπόν πρέπει να αναζητήσουμε την επαλήθευση του ιδεοτύπου στην περίπτωση της κατάκτησης μιας μεγάλης έκτασης κατοικημένης από μια ποικιλία εθνοτήτων. Εκεί ο βασιλιάς μακριά από την πόλιν και τον έλεγχο των γενών βρίσκει την ευκαιρία να πάρει με το μέρος του τους κατεκτηθέντες λαούς, τιμώντας τις παραδόσεις τους, νυμφευόμενος μια γηγενή γυναίκα ή στεφθείς «υιός του Άμμωνος» τους προσφέρει μια κοινή θρησκεία.    Έχοντας ανεύρει το ρόλο του regis, αποκεκομμένος πλέον από την υπόλοιπη αριστοκρατία γίνεται μονάρχης. Με όλα αυτά τα πολιτικά και θρησκευτικά μέσα ο μονάρχης γίνεται ικανός να στρατολογήσει άτομα από τα πληβεία στρώματα και να κατασκευάσει ένα σταθερό και μόνιμο όργανο κυβέρνησης με
    Γραφειοκρατία
    Στρατό
    Αστυνομία
    Φόρους
        ήτοι, ΚΡΑΤΟΣ.
    Πώς όμως λειτουργούσαν οι Πολιτείες-Res Publicae, ελλείψει Κρατικού οργάνου;
    Πολίτες προικισμένοι με βούληση και συγκεκριμένες δυνάμεις συνταίριαζαν τις βουλήσεις τους και έφταναν σε μια απόφαση χωρίς την ανάγκη έθνους, συνταίριαζαν τις δυνάμεις τους και πραγματοποιούσαν την εκτέλεση της απόφασης χωρίς την ανάγκη κράτους.
    Στρατός ήταν ο ωπλισμένος Λαός (militia).
    Οικονομία, τα δώρα των πολιτών.
    Δεν υπήρχε γραφειοκρατικό σώμα.
    Και η εξουσία (Magistratus) εναλλάσσονταν μεταξύ των πολιτών. Τι έκανε όλο αυτό να λειτουργεί; Η ακραία ηθική συνοχή. Αυτός ήταν ο σκοπός της αγωγής.
    Το πέρασμα αυτό από την καθαρή εξουσία των πολεμιστών στην κρατική εξουσία του μονάρχη-συμβόλου, ωθεί τον Jouvenel να μας μιλήσει για την «διαλεκτική του διατάσσειν». Αυτό που φαίνεται στα μάτια μας να πραγματοποιεί ο βασιλιάς στεφόμενος μονάρχης διαλύοντας την πολιτεία των πολεμιστών-κατακτητών και ιδρύοντας ένα έθνος με τους κατακεκτημένους, και πολύ περισσότερο στην δημοκρατική εξέλιξη που ακολουθεί, είναι η άρνηση του δικαιώματος του διατάσσειν και του υπακούεσθαι. Τούτο όμως δεν είναι παρά ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Δεν είναι αλήθεια ότι η Εξουσία εξαφανίζεται όταν αρνείται το δικαίωμα εκ του οποίου απορρέει. Συνεχίζει να διατάσσει και να υπακούεται. Τούτη είναι η ικανή συνθήκη για να υπάρχει Εξουσία. Κ’ αυτή η ετερόκλητη κοινότητα (έθνος) που σχηματίζει το κράτος, δεν μπορεί να προϋπάρχει ως τέτοια παρά χάριν μιας δύναμης που τη γεννά και που δεν είναι άλλη από την διαταγή. Ουδέποτε υπήρξαν έθνη. Αυτό που γέννησε τα έθνη είναι η κατάκτηση, τη στιγμή που η Εξουσία πέρασε από τον παρασιτισμό στη συμβίωση με τους γηγενείς.
    Είναι, πράγματι, η αύξηση της έκτασης μιας κοινωνίας εκείνη που προκαλεί τον σχηματισμό κράτους και τρέπει τον βασιλέα σε δεσπότη,  «πατέρα» ή μάλλον «μητέρα» του λαού-έθνους. Ο ελεύθερος συσχετισμός λειτουργεί μόνο σε περιορισμένης έκτασης πολιτειακά μορφώματα. Οι Σπαρτιάτες, σοφότεροι από τους Αθηναίους, φρόντιζαν να περιορίζουν τις κατακτήσεις τους και να μετριάζουν την εισφορά των ειλώτων.
    Η καθαρή εξουσία, θεμελιωμένη πάνω στην ισχύ έπρεπε να συντηρήσει την ισχύ αυτή μέσα από μια λογική σχέση με τη μάζα. Η κρατική εξουσία από την άλλη, πρέπει να φανεί εκφραστής μιας αγάπης που απορρέει εκ του μονάρχου-regis.  Η βασική εγγενής εγωιστική φύση της Εξουσίας αναποδογυρίζει και αντικαθίσταται από την επίκτητη κοινωνική της φύση.
    Η Εξουσία είναι εν πρώτοις ένα ψυχολογικό κλίμα στο οποίο συμπλέκονται εγωισμός και κοινωνισμός. Όσοι συνθέτουν την κυβερνητική και διοικητική οργάνωση «ενώνονται μεταξύ των και διαχωρίζονται από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας» (Spencer). Μόλις ανέβουν στην εξουσία κοιτούν να μοιράσουν ευεργεσίες στο ίδιο τους το όργανο και μετά στους οπαδούς τους.
    Για να κατανοήσουμε τον ιδιάζοντα αυτόν εγωισμό της Εξουσίας, πριν προχωρήσουμε θα πρέπει να διακρίνουμε τις ευγενικές μορφές του εγωισμού : Ο φίλαυτος είναι γεννημένος για τη δράση. Ο άνθρωπος υμνείται για το μεγάλωμα της προσωπικότητάς του, για τον πολλαπλασιασμό των ιδιοτήτων του. Σπάνια κανείς βλέπει σε αυτόν την αυτοπροστασία και την ψυχική τσιγκουνιά που αναγνωρίζουμε στον εγωισμό. Οι χειρονομίες του είναι μεγάλες, είναι ο άνδρας-Ιστορία.
    Το λάθος των διανοητών από τον Πλάτωνα και δώθε είναι πως νομίζουν πως μπορούν να ορίσουν ένα πολίτευμα ως αγαθό, και πως αυτό μπορούν να το πετύχουν εκδιώκοντας τον εγωισμό. Και νομίζουν πως ξεμπλέκουν μαζί του μόλις φτιάχνουν ένα αυτόνομο μηχάνημα. Αυτό που πετυχαίνουν είναι να κάνουν κάθε αλλαγή εξουσίας μια επιδρομή βαρβάρων όπου οι νιόφερτοι περιπλανώνται μες το δωμάτιο με τις μηχανές με ανάμικτα αισθήματα περιέργειας, αλαζονείας και απληστίας.
    Δίχως εγωισμό η εξουσία χάνει την όρεξη για ζωή, όπως συνέβηκε με την μοναρχία. Ο εγωισμός της Εξουσίας είναι μια διαστολή του εγώ. Ο άνθρωπος αισθάνεται πλειότερο άνθρωπος όταν επιβάλλεται, κάνει τους άλλους όργανα της βουλήσεως του, μέσα από στόχους που η θέα τους τον μεθά. Αυτή τη διαστολή του εγώ εκφράζει η ταύτιση του εγωισμού με την γενική ωφελιμότητα:  « L’État, cest moi » (Louis XIV).  Αυτό φαίνεται στους δημοσίους λειτουργούς οι οποίοι συντηρούν και μεγαλώνουν το λειτούργημά τους σαν να ήταν ιδιοκτησία τους την οποία έχουν δια βίου και κληρονομικά.
    Γιατί όμως ενώ όταν αφήνουμε ελεύθερους τους εγωισμούς παράγουν καλά αποτελέσματα, με τον εγωισμό της Εξουσίας δεν συμβαίνει το ίδιο; Μα ακριβώς επειδή η Εξουσία ταυτίζει τον εγωισμό της με την γενική ωφελιμότητα αντιλαμβανόμενη τον εαυτό της ως το μοναδικό παράγοντα του κοινού καλού. Τα πιο μεγάλα πολιτικά λάθη οφείλονται σε φαύλες εκτιμήσεις του κοινού καλού. Οι γίγαντες της Εξουσίας μέσα σε αυτή την διονυσιακή μέθεξη με το λαό δεν μπορούν να διακρίνουν αν είναι μεθυσμένοι με τον εαυτό τους ή με το λαό.
    Όπως είπαμε στην αρχή, τα κίνητρα και οι σκοποί δεν είναι μετρητοί, εκείνο που είναι μετρητό είναι τα μέσα :
    Οι διαστάσεις του Στρατού
    Οι φορολογικές επιβαρύνσεις
    Ο αριθμός των Δημοσίων Λειτουργών.
    Αρκεί να συγκρίνουμε το ανύπαρκτο κράτος του Φιλίππου Αυγούστου με το οργανωμένο Κράτος του Λουδοβίκου XIV.
    Πώς όμως αυξάνεται η Εξουσία;
    Εξοντώνοντας κάθε άλλη υφιστάμενη κοινωνική εξουσία (εκκλησιαστική, φεουδαρχική, πατριαρχική, κοινοτική).
    Έτσι στα μάτια των υπηκόων η αύξηση της Εξουσίας παρουσιάζεται σαν μιαν επιχείρηση «απελευθέρωσής» τους και ταυτόχρονα σαν ο αποκλειστικός τόπος των ανθρώπινων ελπίδων.
    Σε αυτήν την επιχείρηση η Εξουσία έχει σύμμαχο τη διανόηση και δη τους μεγάλους Ουτοπιστές, Πλάτωνες, Mores, Campanellas κτλ. οι οποίοι καταγγέλλοντας την ατέλεια του κόσμου, θέλουν να οικοδομήσουν επ’αυτού έναν επί γης παράδεισο. Πώς; Εξαφανίζοντας τις συγκρούσεις και τις διαφορές: κοινή η ιδιοκτησία, ομοιόμορφο το ένδυμα, κοινά τα γεύματα, απαγόρευση ταξιδιών στο εξωτερικό κτλ. Και δεν είναι διόλου τυχαία η συνεργασία τους με τυράννους.  Οι εγκυκλοπαιδιστές γοητεύονταν από τα μέσα της Εξουσίας που θα τους βοηθούσαν να επιβάλλουν τις ιδέες τους. Να θυμηθούμε τον υμνητή της ανθρώπινης ελευθερίας Sartre που περίμενε τον Stalin να δώσει λόγο σε εκείνην του την «ελευθερία-μηδέν» ;
    Ο Jouvenel εδώ μας φανερώνει αυτό που κρύβεται πίσω από την αύξηση της Εξουσίας και των πολεμικών επιχειρήσεων που μας παρουσίασε στην αρχή:
    ΚΑΘΕ ΠΡΟΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΔΕΙ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ.
    Και κάθε πρόοδος του Πολέμου οδηγεί σε πρόοδο της Εξουσίας.
    Οι πιο άπληστοι για επέκταση ήταν εκείνοι που ήσαν καλύτεροι οργανωτές (Πέτρος ο Μέγας, Φρειδερίκος ΙΙ, Ναπολέων, Bismarck, Stalin). Η κρατικιστική ιδιοφυία εκδηλώνεται εξίσου στην επέκταση και τη διοίκηση. Η Εξουσία οργανώνει για να κατακτήσει και κατακτά για να οργανώσει. Όσο η Εξουσία «κοινωνικοποιείται» τόσο μεγαλώνει η πολεμική της ικανότητα και ο πολιτισμός οδηγείται στην ολική καταστροφή.
    30000 πολέμησαν στο Poitiers (1356)
    60000 στο Nördlingen(1634)
    160000 στο Malplaquet (1709)
    625000 στο Leipzig (1813)
    3000000 στους Ναπολεόντειους Πολέμους
    8000000 σκοτώθηκαν και 6000000 ακρωτηριάστηκαν στο Μεγάλο Πόλεμο.
    Το γεγονός πως όλες οι χώρες υιοθέτησαν παρόμοιους τρόπους Εξουσίας και πολέμου οφείλεται στον κανόνα του πολιτικού ανταγωνισμού: «άπαξ και το σύστημα του μόνιμου στρατού υιοθετηθή από ένα μόνον έθνος έπρεπε και τα όμορα του έθνη να το εισαγάγουν» (A.Smith).
    Οι εξεγέρσεις που εμφανίζονται τον 17ο αι. σε Αγγλία, Γαλλία, Καταλονία λόγω φορολόγησης, συμπίπτουν με την συγκρότηση μόνιμου στρατού και την εδραίωση της απολύτου μοναρχίας. Αν η Πρωσία εφαρμόζει την υποχρεωτική στράτευση (στρατιωτική υπηρεσία, εφεδρεία, επιστράτευση) το 1733,  η Γαλλία μετά την Επανάσταση του ’89 θα ισοβαθμήσει το πλεονέκτημα και με τον Ναπολέοντα μάλιστα θα καταβάλλει την πρώτη.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
    (σύνοψη: Γ.Α.Σιβρίδης)http://themermaidtavern.gr/964-2/
     

    Δεν υπάρχουν σχόλια: