ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Α΄ΕΩΣ ΤΗΝ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ[Μέρος Δ΄]

ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ 
Ι. Θεοδόσιος Β'
 
Τό 408 πέθανε ο Αρκάδιος, λίγο νωρίτερα είχε πεθάνει η αυτοκράτειρα Ευδοξία. Διάδοχος του Αρκαδίου γίνεται ο επτάχρονος Θεοδόσιος Β', εγγονός του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Για την προστασία του ανήλικου αυτοκράτορα είχε ορισθεί επίτροπός του από τον ίδιο τον Αρκάδιο ο Ισδιγέρδης Α', βασιλιάς της Περσίας. Ο τελευταίος έφερε εις πέρας την αποστολή του με μεγάλη επιτυχία. Στο γεγονός αυτό οφείλεται ηευνοϊκή θέση της χριστιανικής θρησκείας στην Περσία.
Ο Θεοδόσιος σε όλη τη διάρκεια της διακυβερνήσεώς του δε νοιάστηκε ιδιαίτερα για τις υποθέσεις του Κράτους. Ο ίδιος ασχολήθηκε κυρίως με την καλλιγραφία, την ιππασία και με θεολογικά ζητήματα. Δίπλα του υπήρχε ένας δραστήριος σύμβουλος, ο Ανθέμιος στον οποίο οφείλονται τα έργα ανάπτυξης τη εποχή εκείνη στο Βυζάντιο, όπως τα διπλά τείχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και η «πολιτική» του Θεοδοσίου. Τέτοιες ενέργειες ήταν ο περιορισμός των Γότθων, οι φορολογικές απαλλαγές στα σιτηρά, η συνέχιση της φιλικής πολιτικής με τους Πέρσες, η απόκρουση των Ούνων. Όλα αυτά έγιναν κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου Β'. Οφείλονταν όμως αποκλειστικά στον Ανθέμιο.
Λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση των παραπάνω ενεργειών, ο Ανθέμιος εξαφανίζεται από το πολιτικό προσκήνιο, χωρίς να γνωρίζουμε για την τύχη του. Την επιτροπεία του ανήλικου Θεοδοσίου αναλαμβάνει η αδερφή του Πουλχερία, η οποία ανακυρήχθηκε Αυγούστα στις 4 Ιουλίου 414. Η Πουλχερία ήταν σκληρή στην ανατροφή του αδερφού της.  Με τη δική της εποπτεία ο Θεοδόσιος έγινε ευσεβής, ενάρετος, ευγενικός αλλά όχι ικανός να αποδειχτεί ισχυρός ηγεμόνας της αυτοκρατορίας, τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές υποθέσεις του κράτους. Πάντρεψε τον αδερφό της με την όμορφη Αθηναίδα, που βαφτίστηκε και πήρε το όνομα Ευδοκία.
Στο θεολογικό πεδίο ειρήνη επικρατούσε μέχρι το 428. Ο Θεοδόσιος εξέδωσε διατάγματα για την πλήρη πάταξη των αιρετικών την περίοδο του Απριλίου του 423 έως το Αύγουστο του 425. Πιθανώς τα διατάγματα αυτά να έγιναν ύστερα από τις επηροές των Αυγούστων Ευδοκίας και Πουλχερίας.
Θεοδόσιος Β´ (αυτοκράτορας)
Το 428, ο Θεοδόσιος ο Β' ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως το Νεστόριο, ένα Αντιοχειανό που υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Τα προβλήματα δεν άργησαν να φανούν. Η Αυτοκρατορία έμπαινε σε ένα νέο κύκλο θεολογικών ερίδων.
Ο Αυτοκράτορας μάλλον συμπαθούσε το Νεστόριο. Τη συμπάθειά του αυτή δεν μπορούσε να την αφήσει να φανεί, εξαιτίας του ότι η Πουλχερία απεχθανόταν το Νεστόριο. Επειδή ο Αυτοκράτορας είχε πληροφορηθεί τις ενέργειες του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κυρίλλου[48] για την εκθρόνιση του Νεστορίου, θεώρησε ότι έπρεπε να κινηθεί γρήγορα και να συγκαλέσει Σύνοδο, ώστε να λυθεί το νέο δογματικό πρόβλημα που είχε προκύψει από τη διδασκαλία του Νεστορίου.
Ο Θεοδόσιος θέλοντας να τερματίσει τις θεολογικές αυτές έριδες συγκάλεσε στην Έφεσο την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, αρχικά για το Πάσχα του 431. Οι εργασίες της ορίσθηκαν στις 7 Ιουνίου το 431.
ΙΙ. Ο Νεστοριανισμός και η Γ' Οικουμενική Σύνοδος[49] 
Ο Νεστόριος[50], πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επηρεασμένος από το δάσκαλό του Θεόδωρο Μοψουεστίας[51] και επειδή ήταν γενικότερα φορέας της αντιοχειανής παραδόσεως, η οποία υπερτόνιζε την ανθρωπότητα του Χριστού, δε δεχόταν να αποκαλείται η Παρθένος Μαρία «Θεοτόκος»[52], αλλά επέμενε να τη χαρακτηρίζει «Χριστοτόκο». Τη θέση του αυτή την τεκμηρίωνε υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε έναν άνθρωπο, φορέα της θεότητας, «θεοφόρο άνθρωπο» και «Θεώ συνημμένον»[53], αλλά όχι το Θεό. Κατ αυτόν η θεότητα δεν μπορούσε να έχει «βρεθεί» εννέα μήνες σε μία γυναικεία μήτρα, να έχει τυλιχθεί σε σπάργανα, να υπέφερε, να πέθανε και να θάφτηκε. Πίσω από την περιγραφή της Μαρίας ως Θεοτόκου, «ο Νεστόριος πρέσβευε ότι διέκρινε την αρειανική αρχή, ότι ο Υιος ήταν ένα κτίσμα, η την απολλιναρική ιδέα, ότι η ανθρωπότητα του Χριστού ήταν ελλιπής»[54].
Ο ιερός Κύριλλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας λυπήθηκε, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Νεστόριος είχε εμπλακεί σε ένα τόσο δυσχερές δογματικό ζήτημα, χωρίς να διαθέτει τα κατάλληλα εφόδια, μάλιστα, πιο συγκεκριμένα για το θέμα αυτό έλεγε ότι, «ποία γαρ όλως χρεία εις μέσον άγεσθαι τα ούτω λεπτά και κεκρυμμένα, διατί μη μάλλον ηθικαίς εξηγήσεσιν ωφελούμεν τους λαούς, ει μη σφρόδρα έχομεν ικανώς περί την ακρίβειαν»[55].
Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας είχε σπουδαία θεολογική παιδεία και μπορούσε με επιτυχία να φέρει εις πέρας την προσπάθειά του να ανατρέψει τις αιρετικές απόψεις του Νεστορίου[56]. Άξιο παρατήρησης είναι ότι η θεολογική σκέψη του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως είχε πολλές διαφορές από τη θεολογία του ιερού Κυρίλλου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι δύο πρωταγωνιστές της θεολογικής διαμάχης του 428 έως του 431 εκπροσωπούσαν διαφορετικές σχολές και παραδόσεις. Ο μεν Νεστόριος ήταν εκπρόσωπος της αντιοχειανής[57] παραδόσεως, ενώ ο Κύριλλος της αλεξανδρινής[58].
Ο Κύριλλος αρχικά προσπάθησε να ανατρέψει την αιρετική διδασκαλία του Νεστορίου με επιστολές προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς όμως την προσδοκώμενη επιτυχία. Το θεολογικό ζήτημα των δύο εν Χριστώ φύσεων έμελλε να ταλανίσει για άλλη μία φορά την εκκλησιαστική γαλήνη της αυτοκρατορίας και να αποτελέσει την αιτία για τη σύγκληση άλλης μιας Οικουμενικής Συνόδου, της Γ´ κατά σειρά από το 325 μ.Χ. Πράγματι, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β´ με διάταγμα στις 19 Νοεμβρίου 430 συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο, για μετά το Πάσχα του 431. Στα μάτια του αυτοκράτορα υπαίτιος για την κρίση και την αναταραχή, που είχε προκληθεί, ήταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος.
Σφοδρή τρικυμία συντάραζε τα θεμέλια της Εκκλησίας. Λύση δόθηκε με τη σύγκληση Συνόδου στην Έφεσο το 431. Κατά τη διάρκειά της καταδικάστηκε ο Νεστοριανισμός. Ο Κύριλλος επαναδιατύπωσε μερικούς από τους Αναθεματισμούς, τους οποίους, μετά την τοπική σύνοδο στην Αλεξάνδρεια το 430, είχε απαιτήσει με γράμμα στον πατριάρχη της Βασιλεύουσας Νεστόριο να γίνουν αποδεκτοί από τον τελευταίο, χρησιμοποιώντας ηπιότερη θεολογική γλώσσα[59]. Εκθρονίστηκε ο Νεστόριος και στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως εκλέχθηκε νέος πατριάρχης, ο Μαξιμιανός, χωρίς όμως να επιτευχθεί και η εκκλησιαστική ειρήνη. Τελικά η χρυσή τομή για την επικράτηση της ειρήνης βρέθηκε στον όρο, ο οποίος τέθηκε ως θεμέλιο της συμφωνίας Αλεξανδρινών- Αντιοχέων σχετικά με το χριστολογικό δόγμα. Το κείμενο αυτό της κοινής πλέον ομολογίας μεταξύ του Κυρίλλου και του Ιωάννου Αντιοχείας ίσως να γράφτηκε από το Θεοδώρητο Κύρου. Παρέμεινε στην ιστορία με το χαρακτηρισμό «Όρος των Διαλλαγών» (433). Με τον όρο αυτό ο Κύριλλος αποσυνδέθηκε από τη στασιαζόμενη θεολογική ορολογία ορισμένων αναθεματισμών, δέχθηκε ως κριτήριο ερμηνείας της διδασκαλίας του για την ανθρώπινη φύση του Χριστού την επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου[60] προς τον Επίκτητο, «δεν επέμεινε στην προβολή της προσφιλούς ορολογίας «μία φύσις» και αποσαφήνισε τις συγκεχυμένες θέσεις του για το σώμα του Κυρίου κατά την ενσάρκωση»[61]. Ο Αλεξανδρινός πατήρ, ακόμα και όταν δέχθηκε τον «Όρο των Διαλλαγών»[62], δεν αφαίρεσε τίποτα σημαντικό από τη διδασκαλία του, απλώς τη διασαφήνισε περισσότερο, ώστε η κατανόησή της να μην αποτελεί τροχοπέδη για την ειρήνευση της Εκκλησίας. Από την άλλη πλευρά, ο Ιωάννης Αντιοχείας «με το κείμενο του Όρου των Διαλλαγών δέχθηκε την αλεξανδρινή ερμηνεία του όρου Θεοτόκος, τη θεολογική διδασκαλία των Καππαδοκών και Αλεξανδρινών θεολόγων περί των δύο φύσεων του Λόγου του Θεού και την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων του Χριστού»[63].
 
ΙΙΙ. Η εξουσία του Μαρκιανού
 
Τέλη του Ιουνίου του 450, ο Θεοδόσιος Β', στη διάρκεια ενός κυνηγιού, έπεσε από το άλογό του και τραυματίστηκε θανάσιμα. Πέθανε μετά από δύο μέρες χωρίς να αφήσει διάδοχο. Την παράλειψή του αυτή, εκμεταλλεύτηκε η φιλόδοξη αδερφή του Πουλχερία. Με τη συναίνεση της Συγκλήτου, προφανώς του μελλοθάνατου Θεοδοσίου και του στρατιωτικού διοικητή Άσπαρου, ανακήρυξε αυτοκράτορα έναν παλιό αξιωματικό του Άσπαρου, το Μαρκιανό, τον οποίο και έκανε σύζυγό της.
Η στέψη του έγινε τον Αύγουστο του 450. Ο Μαρκιανός είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα. Το πρώτο ήταν οι αντιμετώπιση των Ούννων. Το κατάφερε χάρη στη γενναιότητα και στην ευτολμία του ανόρθωσε το ηθικό των στρατιωτών του, που νίκησαν τον Άτταλο, αρχηγό των Ούννων και απάλλαξαν τα σύνορα της Αυτοκρατορίας από τον κίνδυνο αυτό.
Στα εσωτερικά γεγονότα και κυρίως στα θεολογικά, ακολούθησε φιλορθόδοξη πολιτική. Μάλιστα μαζί με τον πατριάρχη Ανατόλιο προσπάθησαν να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τον πάπα Λεόντα Α'. Στον τελευταίο υποσχέθηκαν τη σύγκληση μίας νέας συνόδου που θα καταδίκαζε τη ληστρική σύνοδο του 449 στην Έφεσο[64].Συγκάλεσε λοιπόν στη Χαλκηδόνα την Δ' Οικουμενική Σύνοδο το 451.
Γενικά ο Μαρκιανός αναδείχθηκε συνετός ηγεμόνας. Περιόρισε τις φιλοδοξίες και τις αυθεραισίες των πλουσίων. άσκησε φιλάνθρωπη πολιτική έναντι των φτωχών. Στο σημείο αυτό επηρεάσθηκε από τη σύζυγό του Πουλχερία, η οποία μετά το θάνατό της το 453 άφησε με διαθήκη όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς.
 
ΙV. Η αίρεση του Μονοφυσιτισμού και η Δ' Οικουμενική Σύνοδος 
Μετά το θάνατο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας στον πατριαρχικό θρόνο ανέβηκε ο Διόσκουρος. Αυτός συνδεόταν φιλικά με τον πανίσχυρο αρχιμανδρίτη του παλατιού της Κωνσταντινουπόλεως, Ευτυχή. Οι δυο τους ακολουθούσαν την εκκλησιαστική πολιτική του Κυρίλλου.
Ο Ευτυχής θέλοντας να αντικρούσει τις αιρετικές διδασκαλίες του Νεστορίου, έφτασε στο αντίθετο άκρο. Ο Νεστόριος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ ο Ευτυχής τη θεία. Υπήρξε μάλιστα ο τελευταίος εισηγητής της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού η Ευτυχιανισμού.
Δεχόταν η ότι το σώμα του Χριστού προϋπήρχε της ενανθρωπήσεως και κατήλθε από τον ουρανό, η ότι ο ίδιος ο Λόγος δημιούργησε στην κοιλία της Θεοτόκου την απαρχή της νέας ανθρωπότητας, χωρίς να προσδιορίζει και το χαρακτήρα αυτής. Και στις δύο περιπτώσεις η ανθρωπότητα του Χριστού δεν ήταν ομοούσια προς την ανθρώπινη φύση η αφομοιώθηκε στη θεία φύση του Λόγου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αναντίρρητος ο χαρακτηρισμός της αφομοίωσης της ανθρώπινης φύσεως από τη θεία.[65]
Ο Ευτυχής είχε την υποστήριξη του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β', εξαιτίας του ευνούχου Χρυσάφιου. Ο τελευταίος ασκούσε καθήκοντα πρωθυπουργού και θεωρούσε τον Ευτυχή πνευματικό του πατέρα. Τα πράγματα όμως άλλαξαν όταν ο θρόνος περιήλθε στα χέρια του Μαρκιανού και της συζύγου του Πουλχερίας.
Η αποκατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων ήταν θέμα πρωταρχικής σημασίας. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία αρχικά συγκάλεσαν Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας. Οι εργασίες της όμως πραγματοποιήθηκαν στη Χαλκηδόνα. Στην πόλη αυτή ο αυτοκράτορας, η σύζυγός του και οι αντιπρόσωποί τους θα είχαν πιο εύκολη πρόσβαση.
Οι εργασίες της συνόδου έγιναν στο ναό της Αγίας Ευφημίας με συμμετοχή 600 και άνω επισκόπων. Καταδικάστηκε ο Ευτυχής και η διδασκαλία του. Δέχτηκαν ως δογματικό όρο της Συνόδου τον Όρο των Διαλλαγών. Αναπτύχθηκαν επαρκώς τα δυσκολονόητα σημεία της διδακαλίας του αγίου Κυρίλλου. Συμφωνήθηκε η ισότητα του θρόνου της Ρώμης με της Κωνσταντινουπόλεως.
Αντίδραση εναντίον των αποφάσεων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, όσον αφορά στο δογματικό μέρος, επρόκειτο να εκδηλωθεί από τους Αιγυπτίους μοναχούς. Τα θεολογικά ζητήματα στην Αυτοκρατορία δεν θα οδηγούσαν ούτε και τώρα σε ειρήνευση. Τα αποτελέσματα θα φαίνονταν γρήγορα στη γέννηση νέων ερίδων θεολογικών.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η περίοδος που μας απασχόλησε, αποτελεί ουσιαστικά την πρώιμη περίοδο της θεμελίωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η νέα Αυτοκρατορία «χαρακτηρίζεται» από τη διδασκαλία του Χριστιανισμού. Γύρω από τη νέα θρησκεία αναπτύσσονται διάφορα δογματικά ζητήματα τα οποία κλονίζουν, όχι μόνο την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά και την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας.
Οι Αυτοκράτορες, άλλοτε δυναμικοί και ισχυροί στην προσωπικότητά τους και άλλοτε ανίκανοι και υποχείρια ραδιούργων επιτρόπων η συμβούλων πρωταγωνιστούν στη λύση των θεολογικών ζητημάτων, προσπαθώντας να επιτύχουν λύσεις που θα φέρουν την ειρήνη στο Βυζάντο. Οι ενέργειές τους δεν είναι πάντα αποτελεσματικές, ξεσηκώνοντας πολλές φορές πλήθος αντιδράσεων.
Στην εργασία αυτή έγινε πρασπάθεια να εκτεθεί η θρησκευτική πολιτική των Αυτοκρατόρων, από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου έως την ανάδειξη στο θρόνο και του Μαρκιανού, κάνοντας μικρές αναφορές στη γενικότερη πολιτική τους. Στόχος του πονήματος είναι να δώσει μία, όσο γίνεται, ολοκληρωμένη και συνοπτική εικόνα της βασιλείας τους, με αναφορά στις μεγάλες θεολογικές αιρέσεις της περιόδου αυτής, οι οποίες αποτέλεσαν ισχυρό πονοκέφαλο τόσο για την κοσμική όσο και την εκκλησιαστική εξουσία. 
Πηγή  www.impantokratoros.gr/
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: