ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΛΟΓΙΟΛΑ ΚΑΙ ΙΗΣΟΥΙΤΕΣ





Ο Ιγνάτιος Λογιόλα γεννήθηκε το 1491, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η ημερομηνία, στην Αζπεΐτια, επαρχία του Γκουιπούζγκοα στην Ισπανία. Ο πατέρας του λεγόταν Μπελτράν, η μητέρα του Μαρίνα Σαένς ντε Λικόνα και η περιοχή που έμεναν, Λογιόλα.

Ο μετέπειτα ιδρυτής των Ιησουιτών ήταν το 13ο παιδί μιας μεγάλης οικογένειας Βάσκων, με γερές ρίζες στα βάθη του Μεσαίωνα.

Η Μαρίνα πέθανε λίγο μετά τη γέννα και ο Ινίγκο, όπως ήταν το όνομά του αρχικά, πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια κοντά στην τροφό του. Το 1506 ο Ινίγκο γίνεται αυλικός στο παλάτι του βασιλικού θησαυροφύλακα στην πόλη Αρεβάλο. Την ίδια χρονιά κτίζεται ο Αγιος Πέτρος στη Ρώμη.

Σε ηλικία 25 ετών προσλαμβάνεται στην αυλή του αντιβασιλέα της Ναβάρας ως στρατιωτικός, αλλά κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Παμπλόνα ένα βόλι τον βρίσκει στο δεξί πόδι κι από τότε κουτσαίνει. Ηταν 20 Μαΐου του 1521. Ο τραυματισμός του λέγεται ότι ήταν η αιτία για να δει τον κόσμο με άλλο μάτι: Από τις χαρές της ζωής, από τον έρωτα και τα πλούτη, τώρα ο Ινίγκο περνά στο δρόμο της αρετής. Αναγνωρίζει στο παρελθόν του την αμαρτία και αγωνιά για τη μετάνοια.

Στις 25 Μαρτίου 1522 ο Ινίγκο ντε Λογιόλα βρίσκεται σε ένα μοναστήρι των Βενεδικτίνων, στο Μονσεράτ της Καταλωνίας. Το Μονσεράτ είναι υποχρεωτικός σταθμός ανάμεσα στη Λογιόλα και τη Βαρκελώνη, όπου ήθελε να φτάσει ο Ινίγκο. Αλλά μετά από εκεί, αντί να φτάσει στην πρωτεύουσα της Καταλονίας κι από εκεί στους Αγίους Τόπους, πηγαίνει στη Μανρέζα, ένα χωριό κοντά στο Μονσεράτ. Εκεί παραδίδεται πλέον οριστικά στο όραμά του: την κάθαρση του ανθρώπου από την αμαρτία.

Το μεγάλο ταξίδι του προς την Ιερουσαλήμ ξεκίνησε στις 12 Μαρτίου 1523, ακριβώς 99 χρόνια πριν ανακηρυχτεί άγιος από τον Πάπα της Ρώμης. Το ταξίδι και η επιστροφή του διήρκεσαν έντεκα μήνες. Από τη Βαρκελώνη έφτασε στη Ρώμη την Κυριακή των Βαΐων, από εκεί στη Βενετία και κατόπιν έφτασε στην Ιερουσαλήμ μέσω Κύπρου. Στη Βαρκελώνη επέστρεψε στα μέσα Φεβρουαρίου 1524, αφού παρέμεινε στην Ιερά Πόλη μόλις είκοσι μέρες.

Αν η Ιερουσαλήμ ήταν η Αποκάλυψη για τον Ιγνάτιο ντε Λογιόλα, τα χρόνια που ακολούθησαν την επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους ήταν περίοδος μάθησης.

Σπουδάζει δύο χρόνια στη Βαρκελώνη, ενάμιση στο Πανεπιστήμιο της Αλκαλά και μερικούς μήνες στο αντίστοιχο της Σαλαμάνκας. Το Φεβρουάριο του 1528 φτάνει στο Παρίσι. Το Σεπτέμβριο του 1529 επιλέγει για κατοικία του το Κολέγιο της Αγίας Βαρβάρας, όπου γνωρίζει τους ανθρώπους με τους οποίους θα δημιουργήσει τους Ιησουίτες.

Σιγά σιγά διαμορφώνει ένα στενό κύκλο που αργότερα θα αποτελέσουν την πρώτη ομάδα του «τάγματος του Ιησού». Εκτός του Ινίγκο, που πλέον έχει επιλέξει την ονομασία Ιγνάτιος ντε Λογιόλα, στην πρώτη αυτή ομάδα ήταν ο Πέτρος Φαβρ, ο Φραγκίσκος Ξαβέριος, ο Αλφόνσο Σαλμερόν, ο Ιάκωβος Λαϊνέθ, ο Νικόλαος Μπομπαντίλια και ο Σίμον Ροντρίγκουεθ.

Ο Ιγνάτιος ντε Λογιόλα προετοιμάζει τους συντρόφους του στις τακτικές συναντήσεις τους στον κήπο του μοναστηριού της Βοβέρ, για τη μύησή τους στις «Πνευματικές Ασκήσεις», οι οποίες θα αποτελέσουν το πρόπλασμα του «τάγματος του Ιησού». Οι «Ασκήσεις» του Ιγνάτιου αποτελούν ουσιαστικά τον οδηγό για έναν ενάρετο χριστιανό που θέλει να εγκαταλείψει τα επίγεια πλούτη και να αφοσιωθεί στο Θεό.

Το Μάιο του 1535 ο Ιγνάτιος πηγαίνει στη γενέτειρά του Αζπεΐτια και, παρά τις πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, μένει στο πανδοχείο για να υπηρετεί τους φτωχούς. Ενάμιση χρόνο αργότερα οι σύντροφοι συναντιούνται στη Βενετία και διασκορπίζονται στα νοσοκομεία της πόλης.

Το Νοέμβριο του 1538 ο Ιγνάτιος ντε Λογιόλα, ο Πέτρος Φαβρ και ο Ιάκωβος Λαϊνέθ αποφασίζουν να πάνε στη μητρόπολη του καθολικισμού, τη Ρώμη. Λίγο πριν μπούνε στην πόλη ο Ιγνάτιος αποφασίζει να προσευχηθεί σε ένα μικρό παρεκκλήσι. Βγαίνοντας, λέει στους συντρόφους του: «Μου φαίνεται ότι ο Θεός Πατέρας χάραξε στην καρδιά μου τις λέξεις: Στη Ρώμη θα είμαι μαζί σας».

Εν τω μεταξύ, στην ομάδα του Παρισιού έχουν προστεθεί τρεις Γάλλοι, ο Κλαύδιος Ζε, ο Παράσχος Μπροέ και ο Ιωάννης Κοντίρ, καθώς και ο φίλος του Ιγνατίου, Ντιέγκο Χοσέ, που όμως πέθανε πρόωρα το 1538.

Στις αρχές του 1539 αρχίζει η σύσκεψη για τη συγγραφή του προσχεδίου Καταστατικού του τάγματος του Ιησού. Η προσπάθεια ολοκληρώνεται στα μέσα της χρονιάς, και ακολούθως υποβάλλεται στον Πάπα για έγκριση.

Στις 22 Απριλίου 1541 γίνεται στη Ρώμη, στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, η επίσημη ορκωμοσία των πρώτων Ιησουιτών, που ορκίστηκαν «παντοτινή φτώχεια, αγνότητα και υπακοή». Δύο μέρες νωρίτερα ο Ιγνάτιος ντε Λογιόλα είχε δεχτεί την ομόφωνη εκλογή των συντρόφων του ως γενικού ηγουμένου.

Από εκείνη την ημέρα, άρχισε η διάδοση του τάγματος σε όλη τη Γη. Ο Φραγκίσκος Ξαβέριος πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 1552 στο νησί Σαντσιάν, απέναντι από την Κίνα.

Οι υπόλοιποι σκορπίστηκαν μέχρι το τέλος της ζωής τους στα τέσσερα άκρα της Γης: Ακρωτήριο Καλής Ελπίδας, Ινδίες, Μολούκες νήσοι, Ιαπωνία, κι ακόμα Γερμανία, Γαλλία, Ιρλανδία. Αλλοι έφτασαν στη Γουινέα, τη Βραζιλία, το Κονγκό και την Αιθιοπία... Ο Ιγνάτιος ντε Λογιόλα ήταν ήδη ο μπροστάρης ενός παγκόσμιου κινήματος.

Ηδη από τις αρχές του 1556 ο Ιγνάτιος αισθάνεται τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τον Ιούλιο διαισθάνθηκε το τέλος του. Επέστρεψε στο σπίτι της Παναγίας ντελα Στράντα και παραδόθηκε στα χέρια του γιατρού. Το βράδυ της 30ής Ιουλίου 1556 ζήτησε από το συνεργάτη του Ιωάννη ντε Πολάνκο να πάει στον Πάπα και να του ζητήσει την ευλογία που δίνει στους μελλοθανάτους.

Ο Πολάνκο δεν περίμενε ότι ο Ιγνάτιος θα πέθαινε και προτίμησε να τελειώσει την εκκρεμούσα αλληλογραφία. Το επόμενο πρωί μετέβη στον Ποντίφικα και ζήτησε την ευλογία του για τον Ιγνάτιο, αλλά, όταν επέστρεψε, ο ιδρυτής των Ιησουιτών είχε πεθάνει.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Α. ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ seitanid@enet.gr
πηγή Ελευθεροτυπία
=========

ΙΗΣΟΥΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ..



 Ιωάννου Καρδάση
Την εξόρμηση του Καθολικισμού προς την καρδιά της Ορθοδοξίας την κατευθύνει με ευστοχία ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ παίρνοντας αφορμή από παράκληση των Καθολικών κατοίκων του Γαλατά. Στέλνει λοιπόν στα 1583 στην Κωνσταντινούπολη Ιησουίτες με επικεφαλής τον Ιούλιο Mancinelli και τους συστήνει στους πρεσβευτές της Γαλλίας και Βενετίας. Πραγματικά, με την υποστήριξή τους εγκαθίστανται σε μια από τις δυτικές εκκλησίες του Γαλατά, του Saint Benoit, και στο διπλανό του οίκημα, αλλά ύστερ’ από λίγα χρόνια —περιποιούμενοι πανωλοβλήτους— πεθαίνουν ο ένας ύστερ’ από τον άλλο, αν εξαιρέσει κανείς τον Mancinelli που ανακλήθηκε στην Ιταλία. Από τα τέλη του 16 αι. η Γαλλία —συγκεκριμένα ο Ερρίκος Δ’— εγκαινιάζει μια πραγματική ανατολική πολιτική: τείνει να προσεγγίσει την Πύλη, για να διατηρήσει και διευρύνει τις διομολογήσεις. Η δραστηριότητά της αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα καθαρώς οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, αλλά εκτείνεται και στα θρησκευτικά. Οι κληρικοί θα ήταν δυνατόν να λαμπρύνουν ακόμη περισσότερο την αίγλη της Γαλλίας. Έτσι, στα 1609 έχουμε νέα άφιξη Ιησουιτών με επικεφαλής τον P. Canillac στο Πέραν. Η εγκατάστασή τους συνάντησε στην αρχή την εχθρότητα των Τούρκων, ο οποίοι ήθελαν να τους αποπέμψουν, αλλά ο Γάλλος πρεσβευτής Jean de Gontaut de Biron, Baron de Salignac (1606-1610) απέτρεψε τον κίνδυνο αυτόν. Επίσης ο τότε οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος Β’, φιλενωτικός, έδειξε φιλικά αισθήματα απέναντί τους.
Οι Ιησουίτες, με την αφοσίωση στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, με τα κηρύγματά τους στην γαλλική και στην ελληνική (δημοτική) γλώσσα και προ πάντων με την οργάνωση σχολείου, όπου φοιτούν Ιερωμένοι και 50 λαϊκοί, Φράγκοι και Έλληνες, κατορθώνουν γρήγορα να δημιουργήσουν μια ζωηρή εστία Καθολικής προπαγάνδας. Το σχολείο ιδίως είναι ένα μεγάλο και δραστικό όπλο στα χέρια των Ιησουιτών. «… Έπιασαν τα παιδιά, γράφει ανήσυχος ο Πατριάρχης Λούκαρις, και με το μέσον των παιδίων κλέπτουσι τας γνώμας των πατέρων τους». Ανάμεσα στους μαθητές τους ήταν και Ορθόδοξοι Ιερωμένοι, ο κατόπιν μητροπολίτης Βεροίας Κύριλλος, ο γνωστός αργότερα για τα φιλοκαθολικά του αισθήματα οικουμενικός Πατριάρχης, ο μητροπολίτης Ρόδου Παχώμιος, ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Κύριλλος και ο λατινόφιλος ιερομόναχος Θεσσαλονίκης Νικόδημος, γνωστός και από το στιχούργημά του για την Δ’ Σταυροφορία, όπου παρουσιάζει τους σταυροφόρους ως τιμωρούς της βυζαντινής αναρχίας.
Ο πιο μεγάλος όμως σύμμαχος των Ιησουιτών στις προσπάθειές τους αυτές (1611-1613) ήταν ο Νικηφόρος Μελισσηνός, ανεψιός του Μονεμβασίας Μακαρίου Μελισσηνού. Ο Νικηφόρος, μαθητής του ελληνικού κολλεγίου της Ρώμης και αργότερα εφημέριος της ορθόδοξης Εκκλησίας της Νεάπολης, ενίσχυσε το έργο των ιεραποστόλων θετικά με τα φιλοκαθολικά του κηρύγματα και με την προσηλυτιστική του προπαγάνδα.
Η δράση των Ιησουϊτών στο Πέραν, όπως αργότερα και των Καπουκίνων, απλώνεται και ανάμεσα στις χιλιάδες των Χριστιανών σκλάβων, που βρίσκονται στις χώρες της Ανατολής και στην Κωνσταντινούπολη, ιδίως ανάμεσα στους κρατουμένους στον τουρκικό ναύσταθμο (Bagno). Πολλά έχουν να προσφέρουν στις ταλαιπωρημένες εκείνες ψυχές, ιδίως όμως την ελπίδα και την πίστη. Υποβλητικές και γεμάτες από μυστικισμό και έξαρση προς το θείο είναι οι βραδυνές ή νυχτερινές λειτουργίες (στις μόνες ώρες που είναι ελεύθεροι οι σκλάβοι) μέσα στον τόπο εκείνο της δυσωδίας και της κοινωνικής αθλιότητας. Οι ψαλμωδίες, οι εξομολογήσεις, η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, δονούν τα εξουθενωμένα νεύρα των σκλάβων, συγκλονίζουν τις κουρασμένες ψυχές τους, τους φέρνουν δάκρυα στα μάτια, τους δημιουργούν θρησκευτικό παραλήρημα, παραισθήσεις και τους κάνουν να ζουν στιγμές υπερκόσμιες, όπως μας πληροφορούν οι σύγχρονες μαρτυρίες.
Οι μισσιονάριοι επίσης επισκέπτονταν τις γαλέρες που ήταν προσορμισμένες στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα στους σκλάβους κωπηλάτες. Αλλά και σε άλλα λιμάνια έκαναν το ίδιο. Ακόμη και για τον εφοδιασμό των σκλάβων που απελευθερώνονταν ή που δραπέτευαν και ήθελαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους οργάνωναν ολόκληρο δίκτυο διαφυγής.
Οι Καθολικοί αυτοί μοναχοί έδειχναν μεγάλη αφοσίωση στο έργο τους, υποβάλλονταν σε μόχθους, ταλαιπωρίες, κινδύνους, ιδίως κατά την περιποίηση των ασθενών, ώστε να βρίσκουν κάποτε και οι ίδιοι τον θάνατο. Πάνω από όλα επικαλούνταν την ευσπλαχνία του Θεού με γραφικές λιτανείες μεσ’ από τους στενούς δρόμους των κωμοπόλεων και πόλεων, οι οποίες θύμιζαν αντίστοιχες σκηνές της Δύσης: μπροστά οι μοναχοί ξυπόλητοι κρατώντας τον σταυρό τους και πίσω πολύς κόσμος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά—πολλοί, κατά το παράδειγμά τους, χωρίς παπούτσια. Έτσι κατόρθωναν να συγκινούν και να κερδίζουν μερικούς Διαμαρτυρομένους ή Ορθοδόξους, που έμεναν μόνοι τους, χωρίς καμιά βοήθεια από τους δικούς των Ιερείς ή Μοναχούς.
5.- ΙΗΣΟΥΪΤΕΣ ΣΤΗ ΧΙΟ
Ένας στόχος των Ιησουϊτών ήταν η Χίος, όπου ζωντανή ήταν ακόμη η φράγκικη ανάμνηση με την Καθολική επισκοπή, με τα κτήματά της (τα περισσότερα τα εκποίησαν τώρα τελευταία οι αρμόδιες καθολικές εκκλησιαστικές αρχές) και με τα κτήματα των «Γενουατοχίων» αρχόντων. Ακόμη και σήμερα πλανιέται μέσα και ιδίως έξω από το Κάστρο της Χίου, στον Κάμπο, το όραμα της φραγκοκρατίας, με τους θυρεούς και με τις σαρκοφάγους των Giustiniani, των αρχόντων της Μαόνας και άλλων επιφανών οικογενειών, με τα απομεινάρια των φραγκικών εκκλησιών, με τα ερείπια των αρχοντικών (εντυπωσιακό παράδειγμα το αναστηλωμένο αρχοντικό των Αργέντηδων με τις μαρμάρινες δεξαμενές, τους θυρεούς και τα μαγγανοπήγαδα), με τα μεγάλα δροσερά περιβόλια γεμάτα από λεμονιές, πορτοκαλιές και μανταρινιές. Οι κοκκινωπές καστανές πέτρες των μισογκρεμισμένων ψηλών τοίχων που περιτριγυρίζουν τα περιβόλια δίνουν την χαρακτηριστική πατίνα της πολυκαιρίας, την εικόνα της παλαιότητας στο τοπίο, που θυμίζει ιταλικό χώρο.
Η Χίος λοιπόν παρουσίαζε ευνοϊκές συνθήκες, για την εγκατάσταση των Ιησουϊτών. Το έδαφός της, αιώνες τώρα το είχε γονιμοποιήσει η φραγκοκρατία, που μόλις πρόσφατα είχε καταλυθεί (1566). Άλλωστε οι Φραγκισκανοί (είχαν έλθει στα 1360) και οι Δομινικανοί (μεταξύ 1400-1410) εξακολουθούσαν να εξυπηρετούν ακόμη τις ανάγκες ενός ποιμνίου 6.000 πιστών, παρά τα δύσκολα χρόνια που περνούσαν. Αναγκαία λοιπόν ήταν η ενίσχυση της ακρόπολης αυτής του Καθολικισμού.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον αποβιβάζονται στα 1592 οι Ιησουίτες, αποκτούν δική τους εκκλησία, του Αγ. Αντωνίου Αββά, στην Απλωταριά και ιδρύουν σχολείο. Θερμή η ανταπόκριση των εντοπίων: 250 περίπου οι μαθητές, από τους οποίους 12-13 καλογεροπαίδια. Μερικοί που ζητούσαν να γίνουν μέλη του ιησουϊτικού τάγματος στέλνονται στη Μεσσήνη στη Ρώμη, για να υπηρετήσουν ως δόκιμοι και να εξακολουθήσουν εκεί τις σπουδές τους. Απ’ αυτούς άλλοι μένουν στην Ιταλία και άλλοι ξαναγυρίζουν στην Χίο ή στέλνονται στα άλλα νησιά του Αιγαίου, ως θερμοί κήρυκες του Καθολικισμού.
Το σχολείο της Χίου φαίνεται πως ήταν σχετικά καλά οργανωμένο και τα μαθήματα που παραδίδονταν εκεί ξεπερνούσαν την χαμηλή βαθμίδα των κοινών σχολείων της εποχής. Ο κύριος λόγος, για τον οποίον οι Ιησουίτες προτιμούσαν να στρατολογήσουν νέους μέσα στην Χίο, ήταν ο εξής: οι Χιώτες μιλούσαν από μικροί τις δύο απαραίτητες γλώσσες, για το έργο της προπαγάνδας στην Ανατολή, τα ελληνικά και τα ιταλικά.
Η κατάσταση όμως των Καθολικών της Χίου έγινε τραγική μετά την αποτυχία των γαλερών του δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδου Α΄ των Μεδίκων, στα 1599, να την καταλάβουν. Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή να ξεχυθεί αχαλίνωτος ο βρασμός των Τούρκων εναντίον των Χριστιανών (ιδίως εναντίον των Καθολικών), να τους διώξουν από το μεσαιωνικό κάστρο, να τους κακομεταχειριστούν, να δημεύσουν περιουσίες, ν’ αρπάξουν εκκλησίες, να τις μιάνουν ή να τις μετατρέψουν σε τζαμιά. Γι’ αυτό τρομοκρατημένοι οι Χριστιανοί με έγγραφό τους προς τον πάπα Κλήμεντα Η’ (1592-1605), παρακαλούν να επέμβει στους Χριστιανούς ηγεμόνες, ώστε ν’ αποφύγουν κάθε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του νησιού, γιατί θα χειροτέρευε τη θέση τους.
Τελικά πραΰνεται η οργή των Τούρκων και οι Χιώτες αρχίζουν να ζουν πάλι μέσα στις παλαιές συνθήκες που είναι καλύτερες από κάθε άλλου ελληνικού τόπου. Ελεύθεροι λοιπόν και ανεμπόδιστοι ασκούν και πάλι τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι 5.000 Καθολικοί που κατοικούσαν στο προάστιο, έξω από το Κάστρο, και οι 50.000 Ορθόδοξοι, που ήταν κυρίως σκορπισμένοι στις κωμοπόλεις, στα χωριά και γενικά στην ύπαιθρο. Μέσα στο Κάστρο έμεναν τώρα πια μόνον οι Τούρκοι και οι Εβραίοι. Μολαταύτα το προάστιο είναι 10 φορές μεγαλύτερο από το Κάστρο, πιο όμορφο, πιο κατοικημένο και πιο πλούσιο, γιατί εδώ κατοικούν οι εμπορευόμενοι και οι βιοτέχνες. «Βλέποντας (τους Καθολικούς Χιώτες), γράφει σύγχρονος περιηγητής, μέσα στους τόπους των θα νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν σε κάποια πόλη της Ιταλίας, γιατί οι περισσότερες δυτικές οικογένειες κατάγονταν από οικογένειες της Γένουας και διατηρούσαν ακόμη και τις συνήθειες και τους τρόπους ζωής τους».
Το περιβάλλον λοιπόν είναι τόσο ευνοϊκό για τον Καθολικισμό, ώστε ο Ρ. Joseph ζήτησε από την Sacra Congregatio την έγκριση της αποστολής Καπουκίνων: «mandetur ac mittatur approbatio Sacrae Congregationis, (γράφει την 1 Οκτωβρίου 1627 προς τον καρδινάλιο Ingoli), pro nostra mansione in insula Chyo, ubi crecit in dies devodio ac ferventissimum stadium erga patres nostros». Πραγματικά, η έγκριση δεν αργεί και έτσι ο στρατευόμενος καθολικισμός ενισχύεται στις αρχές του 1627 με την άφιξη δύο Καπουκίνων. Μολαταύτα δεν αργούν να δυσαρεστηθούν οι Ιησουίτες και να σημειωθούν μεταξύ τους φιλονικίες και έριδες.
Παράλληλα δρουν και μοναχές, Δομηνικανές, Φραγκισκανές κ.λπ. οι οποίες διοικούνται κατά τις οδηγίες των πατέρων των αντίστοιχων ταγμάτων.
Οι μισσιονάριοι της Χίου, με τον ζήλο της πρώτης ορμής, είχαν τόσο μεγάλες επιτυχίες στο νησί, ώστε να θεωρούν ότι ζήτημα χρόνου ήταν η επιβολή του Καθολικισμού εκεί, καθώς και στις άλλες ελληνικές χώρες. Ο Ορθόδοξος Επίσκοπος του νησιού, καθώς και της Σκύρου, δείχνονται ευνοϊκοί απέναντι των Λατίνων πατέρων. Φραγκισκανοί λοιπόν, Δομηνικανοί, Ιησουίτες και Καπουκίνοι, όλοι σχεδόν Χιώτες, αναπτύσσουν αξιοθαύμαστη δραστηριότητα: λειτουργούν τακτικά στις εκκλησίες τους, κάνουν κηρύγματα στα ιταλικά και στα ελληνικά (στην δημοτική), διδάσκουν κατήχηση κάθε μέρα στα σχολεία και στο κοινό τις Κυριακές, που δεν κάνουν κήρυγμα κ.λπ. Το εκκλησιαστικό στάδιο συγκινεί αρκετούς νέους ως την καταστροφή του νησιού στα 1822.
Ο Πατριάρχης Κύριλλος ο Λούκαρις είναι ταραγμένος από τις επιτυχίες των Ιησουϊτών που «έσυραν τους ήμισυ παπάδες και Χριστιανούς εις την γνώμην τους…..». Τα σχολεία τους την εποχή εκείνη είναι τρία: ένα στοιχειώδες με 100 μαθητές, ένα μέσο με 30 και ένα ενδιάμεσο με 30. Δεν μνημονεύονται οι διάφορες αδελφότητες που διευκολύνουν πολύ το έργο των μισσιοναρίων και φέρνουν σε στενή επαφή τον λαό με την Καθολική εκκλησία. Ο αριθμός των προσήλυτων συνεχώς αυξάνεται ως τα μέσα του 17 αι., ώστε από 700 οι Καθολικοί να ξεπεράσουν τις 7000, όπως γράφει υπερβολικά βέβαια ο ιεραπόστολος Richard. Η αλήθεια είναι ότι φτάνουν τις 4000. Έχουν πολλές εκκλησίες μέσα στην Χίο, τόσο μέσα στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο. Μέσα στην πόλη ξεχωρίζουν 5, οι πιο μεγάλες και οι πιο ωραίες, η μητρόπολη, ο Αγ. Νικόλαος, ο Αγ. Σεβαστιανός των Δομηνικανών και δύο άλλες, μία των Καπουκίνων και μία των Ιησουϊτών. Πάντως αρκεί να διαβάσει κανείς όσα γράφει ο αποστολικός επισκέπτης Sebastiani, για την Καθολική κοινότητα της Χίου, για να σχηματίσει μία εικόνα για την πραγματικά αξιόλογη δραστηριότητα, που είχαν αναπτύξει εκεί οι Καθολικοί μοναχοί.
Οι πρόοδοι αυτοί του Καθολικισμού στο ειδυλλιακό νησί, στη «μικρή Εδέμ, στον κήπο του Αρχιπελάγους», όπως το ονομάζει ο Ιησουίτης Carayon, είχαν κάνει τόση εντύπωση στην Αγία Έδρα, ώστε ν’ απασχολεί σοβαρά την Congregazione di propaganda, η ίδρυση ενός παπικού κολλεγίου στην Χίο. Το έργο αυτό του Καθολικισμού ήταν πρότυπο και κίνητρο για τους Ιησουίτες των άλλων νησιών. Ήταν μια πραγματικότητα και οι Ορθόδοξοι δεν τολμούν ν’ αντιδράσουν. Οι σχέσεις των πιστών των δύο δογμάτων ήταν αρμονικές. Σπάνιες οι διαταραχές. Πάμπολλοι Ορθόδοξοι (ακόμη και Ιερείς) εμπιστεύονταν τα παιδιά τους στα σχολεία των Ιησουϊτών ή εξομολογούνταν σ’ αυτούς.
Οι Βενετοί, καχύποπτοι πάντα απέναντί τους, παρακολουθούσαν με προσοχή την δράση τους. Τους έβλεπαν σαν πράκτορες της μεγάλης προστάτριάς τους, της Γαλλίας. Έτσι ο στρατηγός Morosini στα 1629 γράφει στην γερουσία: «Πηγαίνουν δυο – δυο στα νησιά εκείνα (του Αρχιπελάγους) επίβουλοι, με την πρόφαση της θρησκείας, μα πάντα με σκοπούς διάφορους από εκείνους που φαίνονται, βοηθούμενοι πολύ από τον κ. Πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη».
Η ακτινοβολία όμως το Καθολικού πνεύματος έξω από το νησί ήταν μικρή, γιατί η Σικελία που ήταν επιφορτισμένη με την «mission» της Χίου διέθετε πολύ λίγους ιερωμένους και μέσα, αλλά και γιατί η αντίδραση που έβρισκαν οι Ιησουίτες στα γύρω νησιά άρχισε να μεγαλώνει με το πέρασμα των χρόνων.
Μολαταύτα πάμπολλοι λόγιοι Χιώτες, του δυτικού δόγματος, ανέβηκαν σε ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα τόσο μέσα στην Χίο και στα νησιά των Κυκλάδων, όσο και στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Ρουμανία, Αλβανία, Ρουθηνία και μέσα σ’ αυτήν ακόμη την Ιταλία. Από το δεύτερο μισό όμως του 17 αι, συγκεκριμένα από τα τέλη του 1664, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Χίου με επικεφαλής τον μητροπολίτη της Ιγνάτιο από το Νεοχώρι αντιδρά με τόση σφοδρότητα εναντίον των Καθολικών, ώστε οι κληρικοί της να παραπονιούνται για «άγριες καταδιώξεις των σχισματικών». Έπειτα, η θέση της Καθολικής Εκκλησίας είχε γίνει δύσκολη, κατά την διάρκεια το Κρητικού πολέμου, γιατί οι μισσιονάριοι θεωρούνταν ύποπτοι.
6.- ΙΗΣΟΥΪΤΕΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Επιφανής στόχος των Ιησουϊτών είναι επίσης η ίδια η εστία της Ορθοδοξίας, το Άγιον Όρος. Τι περιμένουν από την κίνησή τους αυτή, μας το λέγει ο γραμματέας της Προπαγάνδας Francesco Ingoli στα 1628: «Είναι γνώμη όλων όσοι γνωρίζουν καλά τα πράγματα της Ανατολικής Εκκλησίας, ότι, αν κερδίσουμε τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, θ’ ανοίξουμε ένα μεγάλο δρόμο προς την ένωση της Εκκλησίας αυτής με την δυτική· κι’ αυτό γιατί τους Μοναχούς αυτούς τους έχουν σε μεγάλη υπόληψη οι Επίσκοποι και οι πληθυσμοί της Ελλάδας. Ακόμη μερικοί βεβαιώνουν, πως αν ενωθή το Άγιον Όρος με την ρωμαϊκή εκκλησία, αμέσως η Μοσχοβία θα δεχθή την ένωση αυτή, γιατί οι Μοσχοβίτες τρέφουν μεγάλη υπόληψη στους Μοναχούς αυτούς και τους συντρέχουν με μεγάλες ελεημοσύνες, όταν πηγαίνουν στην Μοσχοβία».
Οι σχέσεις Ιησουϊτών και Αγ. Όρους υποστηρίζεται ότι χρονολογούνται από τον 16 αι, αλλά οι ιστορικές γραπτές μαρτυρίες αρχίζουν μόνον από το 1611. Τότε μνημονεύεται μοναχός του Άθω να φοιτά στο σχολείο των Ιησουϊτών στην Κωνσταντινούπολη και δεύτερος στα 1620-1622. Πολλοί επίσης Αθωνίτες επισκέπτονται κατά διάφορες εποχές την μονή των Ιησουϊτών Θεσσαλονίκης, όπου τους αποδέχονται φιλόξενα.
Τότε η Congregatio ενδιαφέρθηκε ζωηρά να επεκτείνει την δραστηριότητά της και προς το Άγιον Όρος με την μεσολάβηση Ελλήνων ενωτικών, μαθητών του κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου. Ίσως επειγόταν μάλιστα, γιατί οι ιδέες του Λουθήρου και του Καλβίνου είχαν πιάσει εκεί κάποιες ρίζες. Προηγείται η αποστολή του Αλεξάνδρου Βασιλοπούλου στο Άγιον Όρος (28 Δεκεμβρίου 1626) με καθαρά διερευνητικό χαρακτήρα.
Αποτέλεσμα: Η Congregatio θεωρεί απαραίτητη την ανάγκη να ιδρυθεί εκεί ένα σχολείο της ελληνικής και λατινικής γλώσσας. Το ζήτημα αυτό, το συζητεί στα 1628 με τον πρόεδρο της Congregatio καρδινάλιο Bandini ο ηγούμενος της μονής Βατοπαιδίου Ιγνάτιος, που επισκέπτεται τη Ρώμη και τα θρησκευτικά της ιδρύματα. Σχέδιο όμως των επικεφαλής των Καπουκίνων Peres Joseph και Leonard ν’ αποστείλουν μερικούς μισσιοναρίους του τάγματός των στην Θεσσαλονίκη και στο Άγιον Όρος δεν πραγματοποιείται, γιατί οι μοναχοί οι προορισμένοι για την αποστολή αυτή, οι οποίοι ήταν και οι πιο προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα, δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν στον πειρασμό να γυρίσουν πίσω στην Γαλλία, «per capricii et disgusti senza fondamento», όπως έγραφαν στις 1 Μαρτίου 1633 οι δύο αρχηγοί στον καρδινάλιο Ingoli.
Έτσι, την οργάνωση του σχολείου την αναλαμβάνει ο αποστολικός μισσιονάριος και ιερέας Νικόλαος Ρώσης από το Ναύπλιο, που είχε φοιτήσει στο κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου (από τις 6 Δεκεμβρίου 1624 κ.ε.) Είχε σπουδάσει γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία και κατόπιν δυο χρόνια θεολογία. Πραγματικά, ο Ρώσης από το φθινόπωρο του 1635 παραδίδει μαθήματα στο Πρωτάτο (στα 1638 οι μαθητές ανεβαίνουν στους 21), μέσα σε ανεκτική ατμόσφαιρα, στρέφεται εναντίον του Καλβινισμού, συζητεί με εξέχοντες φιλενωτικούς ηγουμένους και πρώην Πατριάρχες για διάφορα θρησκευτικά θέματα, και ιδίως για την ένωση των εκκλησιών. Μάλιστα, ο πρώην Πατριάρχης Αθανάσιος Πατελλάρος, πικραμένος του πετά τα λόγια, ότι θα προχωρήσει στην ένωση των εκκλησιών, αν ξανανεβεί στο θρόνο.
Σε λίγο όμως, στα 1641, η κατάσταση μέσα στον Άθω γίνεται πολύ δύσκολη. Οι Τούρκοι που μέσα σε μια ατμόσφαιρα τρομοκρατίας έκαναν απογραφή των μοναχών και είχαν διατάξει την αναχώρηση των ξένων, αναγκάζουν και τον Ρώση ν’ αποσυρθεί στην Θεσσαλονίκη. Ίσως, εκτός από τους Τούρκους, τον στενοχωρούσαν και εκείνοι οι μοναχοί, που έκλιναν προς την Μεταρρύθμιση και οι οποίοι βρίσκονταν υπό την επίδραση ενός φιλομεταρρυθμιστή μοναχού, που είχε μείνει περισσότερο από 30 χρόνια στην Αγγλία· υπήρχαν βέβαια και οι φιλενωτικοί, ιδίως ο Έλληνας ηγούμενος της μονής Παντελεήμονος. Έπειτα παρατηρούνταν ένα πνεύμα δυσμενές προς την μόρφωση των μοναχών. Η παιδεία δεν αποτελούσε αναγκαίο εφόδιο γι’ αυτούς που ακολουθούσαν τον δρόμο του Θεού.
Στην Θεσσαλονίκη ο Ρώσης διδάσκει, σε Αθωνίτες Μοναχούς και κοσμικούς, ελληνική γλώσσα, κλασσικούς συγγραφείς, λογική, καθώς και τα μυστήρια, για ν’ αντικρούσει τις σχετικές ιδέες του Λουθήρου και του Καλβίνου.
Οι δημοσιευμένες 27 συνολικά επιστολές του Ρώση προς την Congregatio μας δίνουν θετικές, αξιόπιστες και ενδιαφέρουσες ειδήσεις για το Αγ. Όρος, για τα όργανα και το έργο των αξιωματούχων του, για την συμπάθεια που δείχνουν οι μοναχοί στους καταδιωγμένους, στους σκλάβους, στους μωαμεθανούς που έγιναν Χριστιανοί, προς τους νέους που ζητούν ν’ αποφύγουν το παιδομάζωμα, για τα 8 πλούσια μοναστήρια, που δεν τα κατονομάζει και τα αίτια της παρακμής του θρησκευτικού βίου στα υπόλοιπα που την αποδίδει στην αμάθεια, στις «ζητείες», στην έλλειψη συνετών και καλών πνευματικών, καθώς επίσης και στις καταπιέσεις των Τούρκων· για τις τουρκικές αρχές του Άθω, για τις φορολογίες, τις κατά καιρούς αργυρολογίες, τα πρόστιμα, τις ποικίλες άλλες καταπιέσεις και αυθαιρεσίες μιας τυραννικής εξουσίας· για τα διάφορα ιερά λείψανα και κειμήλια των μονών, για τις βιβλιοθήκες και τα χειρόγραφά τους, για την μόρφωση των μοναχών, για τις πνευματικές τους ζυμώσεις και γενικά για την κίνηση των ιδεών στην απομονωμένη εκείνη εστία της ορθοδοξίας· για τον αριθμό των μοναχών, κελλιωτών και ερημιτών (8.000 περίπου), για τον τρόπο ζωής τους, για τα μετόχια τους στην Σιθωνία, Κασσάνδρα και στην περιοχή Θεσσαλονίκης, στη Θάσο, Βλαχία και Μολδαβία, για τα προϊόντα των κτημάτων αυτών, για την γεωργική εργασία των μοναχών στα μετόχια ή για την επιτηδειότητα και καλλιτεχνική πνοή των κελλιωτών σε ορισμένες τέχνες, ιδίως ξυλογλυπτική και ζωγραφική, τέλος για το πνεύμα φιλοξενίας και φιλανθρωπίας, που δεν το εξαφάνισε η φτώχεια των μονών. Είναι πολύ λυπηρό ότι οι ειδήσεις μας αυτές είναι μονόπλευρες και δεν συμπληρώνονται από αγιορειτικά έγγραφα της Τουρκοκρατίας, που εξακολουθούν ακόμη να μένουν απρόσιτα στον ερευνητή.
Τα σχέδια λοιπόν για την εγκατάσταση Ιησουϊτών στο Άγιον Όρος, καθώς και νωρίτερα, στα 1633, Καπουκίνων στην Θεσσαλονίκη και στο Άγιον Όρος, δεν πραγματοποιήθηκαν. Μολαταύτα η Congregatio θέλοντας να ενθαρρύνει την προσέλευση Ορθόδοξων μοναχών προς την Δύση δέχθηκε στο κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου μεταξύ 1639 – 1641 δυο Μοναχούς του Άθω, τον Βενιαμίν και τον Δημήτριο, καθώς και ένα διάκονο, από την Θεσσαλονίκη, τον Μελέτιο.
Τα σχέδια όμως των Ιησουϊτών για την εγκατάστασή τους στον Άθω δεν παύουν. Χαρακτηριστικά, ο Valentin Melcetti, σ’ ένα υπόμνημά του στα 1645, οραματίζεται την εξάπλωση της Καθολικής πίστης από τον Άθω όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στην Μοσχοβία, μέσω των Ρουθηνών μοναχών. Φαίνεται ότι οι σχέσεις ορισμένων μοναχών από το Άγ. Όρος με τους Ιησουίτες ευνοούσαν τις ιδέες αυτές. Ήδη ένα χρόνο νωρίτερα, στα 1644, η μονή της Λαύρας χαρίζει στον πατέρα d’ Autry μια μικρή ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά η αμέλεια του Γάλλου προξένου να του συμπαρασταθεί και ο τουρκοβενετικός πόλεμος εμπόδισαν την επισκευή της.
Ο d’ Autry, θέλοντας να φανεί ωφέλιμος στους Λαυριώτες, κατά την επιστροφή του στην Γαλλία στα 1650, σταμάτησε στην Μάλτα και απέσπασε από τον μεγάλο μάγιστρο των ιπποτών της έγγραφό του, που έθετε τη μονή υπό την προστασία του και την ασφάλιζε από τις πειρατικές ενοχλήσεις. Από το άλλο όμως μέρος, ο d’ Autry προσπάθησε αξιοποιώντας τις φιλίες με τους Μοναχούς του Άθω — και προ πάντων της Λαύρας — να ιδρύσει μονή Ιησουιτών εκεί, αλλά τελικά, ύστερ’ από ένα ταξίδι εκεί στα 1658, αναγκάζεται να παραιτηθεί από τον σκοπό του, γιατί οι μοναχοί αντέδρασαν. Απαισιόδοξος στις προβλέψεις του είναι και ο Pere Francois Richard, που έμεινε λίγες εβδομάδες στο Αγ. Όρος και μας άφησε διεξοδική σχετική έκθεση, με αξιοπρόσεκτες πληροφορίες και απόψεις για τον τρόπο ζωής, την θρησκευτικότητα και την παιδεία των μοναχών.
Τέλος αξίζουν επίσης να μνημονευθούν οι επαφές του πατρός Braconnier, ιδρυτή της Καθολικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης (1706), με το Αγ. Όρος, για το οποίο μας έδωσε ενδιαφέρουσα περιγραφή. Η περιγραφή αυτή συμπληρώνει τη σύγχρονη σχεδόν το σοφού ιεράρχη Δρύστρας Ιεροθέου, του κατά κόσμον Ιωάννη Κομνηνού (1657-1719), οποίος υπήρξε ο τελευταίος ίσως απόγονος της αυτοκρατορικής οικογένειας των Κομνηνών
πηγήhttp://fdathanasiou.wordpress.com/

========
Τό παρακάτω ΄κείμενο ,οπως θα καταλάβετε και από το υφος του,το πήρα από τήν σελίδα τών εν Ελλάδι Ιησουιτών


Το ενδιαφέρον των Ιησουϊτών για τους Έλληνες, που κάπως αργά έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο διεξοδικής μελέτης, είναι τόσο παλαιό όσο και η ιστορία τους. Ουσιαστικά εκδηλώνεται με την ίδρυση της μοναχικής τους κοινότητας, η οποία γιόρτασε το 1990 τετρακόσια πενήντα χρόνια γόνιμης αποστολικής δράσης «προς μεγαλύτερη του Θεού δόξα».
Πρώτος ιησουίτης που επισκέφτηκε ελληνικά εδάφη ήταν ο ιδρυτής του τάγματος του Ιησού Ιγνάτιος Λοϋόλα. Στις 14 Αυγούστου 1523, η γαλέρα «Negrona», με την οποία ταξίδευε στη Γιάφα για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους, αγκυροβόλησε στην Αμμόχωστο. Στις αρχές Οκτωβρίου του ιδίου έτους, επανήλθε στην Κύπρο. Από εκεί αναχώρησε με το πλοίο «Bigarelli» για τη Βενετία. Κατά την επιστροφή του στάθμευσε, λόγω κακοκαιρίας, στην Κεφαλλονιά όπου γιόρτασε τα Χριστούγεννα του 1523.
Έξι χρόνια πριν τη νομοκανονική έγκριση του Καταστατικού του τάγματος του Ιησού από τον πάπα
Παύλο Γ', στις 27 Σεπτεμβρίου 1540, ο Ιγνάτιος και οι έξι σύντροφοί του, ορκίστηκαν στη Μονμάρτη των Παρισίων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους προσκυνητές της Παλαιστίνης. Αντίξοες περιστάσεις δεν τους επέτρεψαν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους.
Το αμείωτο ενδιαφέρον του Ιγνατίου για τους Αγίους Τόπους, κοιτίδα του Χριστιανισμού, και την Ελλάδα, λίκνο του πολιπσμού, εκδηλώθηκε πιο συγκεκριμένα το 1553 με το σχέδιο ίδρυσης τριών κολλεγίων στα Ιεροσόλυμα, στην Κωνσταντινούπολη και στην Κύπρο. Κάποια ζωντανή ανάμνηση από το μακρινό αυτό νησί δικαιολογεί την προτίμησή του. Κι αυτή τη φορά όμως, οι πολιτικές συγκυρίες στάθηκαν εμπόδιο στην υλοποίηση ενός τόσο τολμηρού σχεδίου. Παρά ταύτα, οι μαθητές του Ιγνατίου διατήρησαν ζωηρή την ανάμνηση της φροντίδας του για την Ανατολή και τους Έλληνες. Απόδειξη η μαρτυρία του ηγουμένου της μονής Σμύρνης Καρόλου Boilesve, ο οποίος έγραφε από την ιωνική πρωτεύουσα το 1657:
«Κάτι που παρηγορεί πολύ τους ιεραποστόλους μας στην Ανατολή, είναι η καθημερινή εμπειρία ότι ο μακαριστός πατέρας μας Ιγνάτιος συνεχίζει από τον ουρανό να έχει για τους Έλληνες την ίδια εύνοια με εκείνη που τους έδειχνε πάνω στη γη. Γι' αυτό αποκτά πολύ εύκολα για τους ιεραποστόλους μας στα μέρη αυτά τη χάρη που επιθυμούν».
Το ενδιαφέρον των πρώτων Ιησουϊτών για τους Έλληνες που διαβιούσαν υπό τον οθωμανικό ζυγό, συνεχίστηκε μετά το θάνατο του Ιγνατίου, που συνέβη στις 31 Ιουλίου 1556. Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, μέλη του τάγματός του υπηρέτησαν ως πνευματικοί σε δυτικά πλοία, κυρίως ενετικά, τα οποία επισκέπτονταν το Αιγαίο. Έτσι πρωτογνωρίστηκαν με τα ελληνικά νησιά και τα μικρασιατικά παράλια. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), που αναπτέρωσε τις ελπίδες των Χριστιανών για τη νίκη του σταυρού επί της ημισελήνου, συμμετείχαν τέσσερις ιερομόναχοι και άλλοι τόσοι μοναχοί Ιησουίτες. Η «ναυτική ιεραποστολή» των Ιησουϊτών στο ελληνικό Αρχιπέλαγος συνεχίστηκε έως την πτώση της ενετοκρατούμενης Πελοποννήσου στους Τούρκους (1715).
Το 1581, ο Θωμάς Reggio, χιακής κατά πάσα πιθανότητα καταγωγής, διορίστηκε αποστολικός επισκέπτης των ευάριθμων Δυτικών στη Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Ακολούθησε, το 1583, η εγκατάσταση πέντε γάλλων και ιταλών Ιησουϊτών στην Κωνσταντινούπολη. Ο θάνατος τριών μοναχών από πανώλη και η μετάκληση του ηγουμένου π. Ιουλίου Mancinelli στη Ρώμη, διέκοψε το 1586 την εφήμερη αποστολή τους.
Το 1588, καλεσμένοι από τον προβλεπτή Κρήτης Αλβίzo Grimani, και το λατίνο επίσκοπο Ρεθύμνου Ιούλιο Carrer, ο κυπριακής καταγωγής Λουδοβίκος Benedetti και ο Φραγκίσκος Parochette ίδρυσαν μονή και σχολείο στο Χάνδακα. Διέκοψαν τη λειτουργία τους το 1606, έτος απαγόρευσης του τάγματος του Ιησού στα εδάφη της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Το μέτρο αυτό που εφαρμόστηκε μετά τις εκκλησιαστικές κυρώσεις του πάπα Παύλου Ε' κατά της Βενετίας {1606-1607}, ίσχυσε προς μεγάλη βλάβη της καθολικής υπόθεσης στην Ανατολή, έως το 1657.
Το πρώτο σταθερό καθίδρυμα του τάγματος του Ιησού στον ελληνικό χώρο ανάγεται στο 1594. Το έτος αυτό, ο χίος Βικέντιος Καστανιόλας, ο επίσης χίος μέλλων ιησουίτης Γεώργιος Φορνέτος Ιουστινιάνης και οι σικελοί Βενέδικτος Moleti και Σίμων Buccieri, ίδρυσαν στην πόλη της Χίου τη μονή «Αγίου Αντωνίου του Εξωμερίτη». Κατά τον επόμενο αιώνα ο «Άγιος Αντώνιος» γνώρισε μεγάλη ακμή. Έως διακόσιοι πενήντα νέοι φοιτούσαν στο λαμπρό εκπαιδευτήριο και τις τέσσερις θρησκευτικές οργανώσεις του. Με την προσωρινή άλωση της Χίου από τους Ενετούς, το 1694, και την επανακατάληψή της από τους Τούρκους το επόμενο έτος, ο «Άγιος Αντώνιος» τερμάτισε την προοδευτική του πορεία.
Όπως στη Χίο, η επανιδρυθείσα το 1609 μονή «Αγίου Βενεδίκτου» στο Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και από το 1623 η μονή της «Παναγίας» στη Σμύρνη, πρόσφεραν, έως το 1773, μεγάλες υπηρεσίες στους Χριστιανούς κατοίκους. Και στις δυο αυτές μητροπόλεις λειτούργησαν αξιόλογα σχολεία. Εξίσου σημαντική για τους Ορθόδοξους και Καθολικούς Κυκλαδίτες ήταν η προσφορά των μονών Νάξου (1627), Θήρας (1642), Τήνου (1679) και Σύρου (1744). Κυρίως γι' αυτά τα νησιά ισχύει ο λόγος του γάλλου πρόξενου στη Σύρο Ερνέστου Ledhuy προς τόν υπουργό Εξωτερικών της χώρας του Λεόντιο Βίκτωρα De Broglie: «Στους Ιησουίτες οφείλουν οι Αιγαιοπελαγίτες την πνευματική τους υπεροχή σε σχέση με τους Έλληνες της Ηπείρου». Μέχρι τη Μακεδονία, την οποία ο ηγούμενος Θεσσαλονίκης Φραγκίσκος Tarillon  αποκαλούσε, το 1715, «εκλεκτό διαμέρισμα της Ελλάδος», διεύρυναν οι μαθητές του Ιγνατίου Λογιόλα το θρησκευηκο-πολιτιστικό τους έργο.
Για να εργαστούν πιο αποτελεσματικά μεταξύ των Ελλήνων, των Αρμενίων, των Αράβων και των Τούρκων, έμαθαν τη γλώσσα τους. Με το σικελό Ιερώνυμο Germano αρχίζει ουσιαστικά η νεοελληνική λεξικογραφία, το 1622. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, με το όνομά του αρχίζει η εισαγωγή του «Ιστορικού Λεξικού» της Ακαδημίας Αθηνών.
Οι γάλλοι Ιάκωβος Villotte και Ι.Β. Δανιήλ Holdermann πρωτοστάτησαν, στις αρχές του 18ου αιώνα, στη σύνταξη λατινοαρμενικού λεξικού και γραμματικής της τουρκικής γλώσσας. Ο κύπριος μαρωνίτης Πέτρος Γαβριήλ Μετοχίτης συνέταξε τρίγλωσσο λεξικό της αραβικής, συριακής και λατινικής γλώσσας. Πιο πρωτότυπος, ο Ιερώνυμος Queyrot, πρώτος δάσκαλος στο σχολείο της Σμύρνης, έγραψε λεξικό σε έξι γλώσσες, μεταξύ των οποίων ήταν τα αρχαία και τα νέα ελληνικά. Η εργασία του παρέμεινε αδημοσίευτη λόγω έλλειψης τυπογραφείων. Την προσφορά του επαινεί, το 1634, σε επιστολή προς τον γενικό ηγούμενο των Ιησουϊτών Mutius Vitelleschi, ο μητροπολίτης Σμύρνης Ιάκωβος. Στη σύνταξη ελληνικής γραμματικής διακρίθηκαν ο κρηtiκός Ανδρέας Περτzιβάλης, ο Ιερώνυμος Germano και ο γάλλος Βενέδικτος Crédo. Οι δυο τελευταίοι ακολουθούν το χιακό ιδίωμα. Ο Θωμάς Στανίσλαος Βελάστης, χίος, δημοσίευσε στα λατινικά και στα ιταλικά μια πρωτότυπη διατριβή για την προφορά των αρχαίων και νέων Ελλήνων. Με σοβαρά επιχειρήματα, ο Βελάστης, πεζογράφος και ποιητής, προβάλλει την ορθότητα της προφοράς των ομοεθνών του και την «πλάνη» της θεωρίας του Εράσμου, που ακολουθούσαν οι ευρωπαίοι φιλόλογοι. Ιησουίτες που έδρασαν στον ελληνικό χώρο έγραψαν και παρουσίασαν στη σκηνή θεατρικά έργα, όπως το δράμα «Τραγέδια Αγίου Δημητρίου» στη Νάξο, το «Δαβίδ» σιη Χίο κ.λπ. Το «οπτι-κοακουστικό» σύστημα, σε συνδυασμό με την αλληλοδιδακτική μέθοδο, χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία στη διδασκαλία τους.
Ακολουθώντας το πρότυπο του γερμανού συναδέλφου των Πέτρου Κανισίου, ο Βικέντιος Καστανιόλας, ο Θωμάς-Στανίσλαος Βελάστης και ο Φραγκίσκος Lalomia δημοσίευσαν νεοελληνικές κατηχήσεις για τα «γεζουϊτομαθητόπουλα». Ο Καστανιόλας εγκαινίασε, το 1595, τη «φραγκοχιώτικη» λογοτεχνία που συνίστατο στη γραφή της ελληνικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες. Τη λύση αυτή που επέβαλαν η έλλειψη ελληνικών τυπογραφείων και η άγνοια της ελληνικής γραφής από πολλούς καθολικούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακολούθησαν ο Θωμάς-Στανίσλαος Βελάστης, ο Αντώνιος Gagliardi και πολλοί άλλοι ιεραπόστολοι στην Ανατολή. Έλληνες και ξένοι Ιησουίτες στον ελληνικό χώρο δημοσίευσαν ποικίλου περιεχομένου πνευματικές, φιλολογικές και ιστορικές μελέτες. Ξεχωρίzουν οι κρητικοί Ανδρέας Ευδαιμονογιάννης, από τα μεγάλα ονόματα της Καθολικής Αντιμεταρρύθμισης, Νικόλαος Παπαδόπουλος Κομνηνός, Μάρκος Λίμας, Ανδρέας Περτzίβάλης, οι χίοι Ανδρέας Ρέντης, Πέτρος, Ιερώνυμος και Γεώργιος Ιουσπνιάνης, ο κύπριος Γεώργιος Βουστρώνιος, οι γάλλοι Φραγκίσκος Richard, Φραγκίσκος Tarillon, Ιωάννης-Βαπτιστής Souciet, Φραγκίσκος Ροβέρτος Guérin du Richer. Ο Babin περιέγραψε με θαυμαστή ακρίβεια τα μνημεία της Αθήνας και την παλίρροια του Ευρίπου. Με την πρώτη μελέτη του προκάλεσε το ενδιαφέρον των Γάλλων για την κλασσική Αθήνα. Ο Φραγκίσκος Richard είναι ο συγγραφέας της πιο αξιόλογης μελέτης για τη Σαντορίνη του 17ου αιώνα και την έκρηξη του ηφαιστείου της, το 1650. Ο ίδιος περιέγραψε τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και δημοσίευσε στο Παρίσι, το 1658, το απολογητικό σύγγραμμα «Τάργα της Πίστεως». Με τις αρχαίες επιγραφές της Μακεδονίας και τα μοναστήρια του Αγίου Όρους ασχολήθηκε ο ιδρυτής της μονής Θεσσαλονίκης Φ. Braconnier. Ο διάδοχος του Ιωάννης-Βαπτιστής Souciet μας άφησε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση για την ιστορία και τα μνημεία της μακεδονικής πρωτεύουσας. Ο Πέτρος Besnier περιέγραψε τα ρεύματα του Βοσπόρου και μελέτησε αρχαία χειρόγραφα.
Στις Αναφορές που απηύθυναν στους προϊσταμένους των στη Ρώμη και το Παρίσι, οι καλλιεργημένοι συντάκτες τους δεν περιορίστηκαν στην παροχή θρησκευτικής φύσεως πληροφοριών. Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει οτη δημοσιευμένη μελέτη  «Ιησουίτες του 17ου και 18ου αιώνα περιγράφουν το Αιγαίο», στις ενημερωτικές εκθέσεις των προσθέτουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ιστορία, τη γεωγραφία, την αρχαιολογία, την οικονομία, τα ήθη και έθιμα ίων περιοχών που περιγράφουν. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιστημονικής αυτής «περιηγητικής λογοτεχνίας» αναφέρεται το πολυσέλιδο Υπόμνημα του Φραγκίσκου Tarillon προς τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας Λουδοβίκο De Pontchartrain. Το Υπόμνημα Tarillon του έτους 1715, επεκτείνεται στο σύνολο της ιεραποστολής στην ελληνική Ανατολή.
Εκτός από τη θρησκευτική μόρφωση των πιστών και την εκπαίδευση των νέων, οι Ιησουίτες που εργάστηκαν στον ελληνικό χώρο, όπως εξάλλου και σε κάθε γωνιά της γης, επιδόθηκαν με ζήλο σε έργα φιλανθρωπίας. Η αγαθοεργία ήταν στο πρόγραμμα τους. Πάνω από δεκαπέντε πέθαναν στην Κωνστανπνούπολη υπηρετώντας τους πανωλόβλητους. Άλλοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στις οθωμανικές γαλέρες. Πολύ σημανηκή στον τομέα της περίθαλψης ήταν η προσφορά των μη χειροτονημένων μελών του τάγματος, των λαϊκών αδελφών. Στη Νάξο και τη Σαντορίνη, όπου λειτούργησαν υγειονομικοί σταθμοί με φάρμακα από τη Δύση, εργάστηκαν οι μοναχοί Κάρολος Longer, Πέτρος Boutgnon, Κάρολος Deslandres, Πέτρος Beaugrain, Φραγκίσκος Hansy, Πέτρος Capello κ.ά. Χιλιάδες ασθενείς ευεργετήθηκαν από αυτούς τους γιατρούς ψυχών και σωμάτων. Ένα από τα κριτήρια επιλογής των τόπων στους οποίους εγκαταστάθηκαν οι Ιησουίτες ήταν τα λιμάνια, όπου διαχείμαζαν οθωμανικές γαλέρες με χριστιανούς κωπηλάτες. Το 1642 εγκαταλείφθηκε ο βραχύβιος σταθμός της Αθήνας αντί του Ευρίπου, όπου περνούσαν συχνά τουρκικά πλοία. Στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε ειδικό ταμείο για την εξαγορά των καταδικασμένων Χριστιανών στις τουρκικές γαλέρες και στις φυλακές του Επταπυργίου: το «Bassin des esclaves».
Τρεις αιώνες πριν τη χρησιμοποίηση του όρου «inculturation», οι Ιησουίτες του Αιγαίου, μιμούμενοι το παράδειγμα των μεγαλοφυών συναδέλφων τους Ματθαίου Ricci στην Κίνα και Ροβέρτου De Nobili στiς Ινδίες, προσπάθησαν να «εγκλιματιστούν» στον πολιτισμό της περιοχής που ζούσαν και να ενσαρκώσουν το χριστιανικό μήνυμα στα χρηστά ήθη και έθιμα των ευαγγελίζομενων. «Για να μας αισθάνονται κοντά τους οι Έλληνες και οι Αρμένιοι», γράφει το 1610 από την Κωνσταντινούπολη ο π. Φραγκίσκος De Canillac, «αφήσαμε γενειάδα. Φορέσαμε ράσο χωρίς κολάρο και με μακριά μανίκια, σαν αυτό που φέρουν οι παπάδες». Την ίδια φροντίδα προσαρμογής είχε στην Αθήνα το 1642, ο π.Φραγκίσκος Bléseau. Από τους προϊσταμένους του στην Κωνσταντινούπολη ζητά ελληνικά βιβλία, σταυρούς και εικόνες Αγίων της Ανατολικής Εκκλησίας. Βιβλία της αστρονομίας, γεωγραφίας, μαθηματικών και φυσικής θεωρεί σαν τα καλύτερα μέσα για να πλησιάσουν τους Τούρκους. Στη Σμύρνη, ο π. Κάρολος Boilesve κρίνει απαραίτητη την κατασκευή γυναικωνίτη στο ναό του, «όπως το απαιτεί η συνήθεια της Ανατολής». Στη Νάξο, ο π. Ρενέ De Saint-Comsme μελοποιεί το «Πάτερ ημών» για να το ψάλλουν οι πιστοί στα ελληνικά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Στη Χίο, οι νεοαφιγμένοι Ιησουίτες επιδίδονται στην περιφορά θαυματουργών εικόνων σαν αυτή της Παναγίας του ευαγγελιστή Λουκά, που κατά τον πατέρα Δομήνικο Μαυρίκιο, απάλλαξε το νησί από την ανομβρία το 1595. «Αν και γεννημένοι Λατίνοι», γράφουν το 1695 οι πρόκριτοι της Σαντορίνης στο γάλλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Ιωάννη De La Haye-Vantelet, «οι πατέρες της συντροφίας του Ιησού γνωρίζουν και σέβονται καλύτερα από μας το τυπικό μας».  
  
Από την εγκατάσταση του πρώτου σταθμού Κωνσταντινουπόλεως το 1583, οι Ιησουίτες εργάστηκαν ανελλιπώς στην ελληνική Ανατολή, πριν και μετά την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το 1830. Εξαιρετικής μάλιστα σημασίας είναι το γεγονός ότι κατά την τεσσαρακονταετή περίοδο της απαγόρευσης του τάγματός των (1773-1814), πρώην μέλη του συνέχισαν να υπηρετούν τους καθολικούς Αιγαιοπελαγίτες. Το 1790, οι επιζώντες πρώην Ιησουίτες του ελληνικού χώρου, ενσωματώθηκαν στο ρωσικό κλάδο του τάγματος του Ιησού, ο οποίος συνέχισε να υφίσταται καθ' όλη την απαγορευτική περίοδο. Δύο μάλιστα έλληνες Ιησουίτες, ο χίος Εδουάρδος Δεσπεράμος και ο τήνιος Βερνάρδος Σκορδιαλός, εργάστηκαν στη Λευκορωσία. Ο πρώτος αναδείχτηκε σε σύμβουλο του γενικού ηγουμένου Θαδδαίου Brzozowski. Ο Σκορδιαλός έλαβε μέρος στην πρώτη αποστολή Ιησουϊτών της Ρωσίας στο Δουκάτο της Πάρμας (1793).
Μεγάλη στιγμή για το τάγμα του Ιησού στον ελληνικό χώρο ήταν ο χαιρεπσμός που αντάλλαξαν στο Εξώμπουργο Τήνου, στις 7 Νοεμβρίου 1805, ο γηραιός π. Ιωσήφ Mortillaro, τελευταίος ιερομόναχος του παλαιού τάγματος του Ιησού στο Αιγαίο, και οι πατέρες Δομήνικος Venturi και Φερδινάνδος Motte, θεμελιωτές του νέου τάγματος του Ιησού στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Με τη δραστηριοποίηση των Mονών Σύρου και Τήνου το 1814 και την ίδρυση της μονής Αθηνών το 1915, συνεχίζεται το ψυχωφελές έργο των Ιησουϊτών στην Ελλάδα. Ένα έργο που προνόησε ο Άγιος Ιγνάτιος Λοϋολα το 1553 και εγκαινίασε ο όσιος Ιούλιος Mancinelli το 1583. Θεμελίωσαν οι δούλοι του Θεού Σίμων Buccieri και Γεώργιος Ιουστινιάνης το 1594, και καλλιέργησαν διακεκριμένοι στην αρετή και στα γράμματα μοναχοί, όπως ο νεομάρτυρας της γαλλικής επανάστασης Φραγκίσκος Ροβέρτος Guérin du Rocher.
Πρώτοι Έλληνες Ιησουίτες
(1560 –1773)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Ιωάννης Χρυσόσκουλος (1685 – 1616)
Μελχιώρ Ερμής (1672 – 1746)
ΚΡΗΤΗ
Ανδρέας Ευδαιμονογιάννης (1555 ή 1556 - 1625)
ΑνδρέαςΠερτζιβάλης (1600 - 1669)
Μάρκος Λιμός (1604 - 1664)
Βερνάρδος Κλόδιος (1640 - 1708)
Νικόλαος Παπαδόπούλος - Κομνηνός (1651 - 1740)
ΧΙΟΣ
Βικέντιος Καστανιόλας (1534 ή 1535 - 1604)
Γεώργιος Φορνέτος Ιουστινιάνης (1596 - 1644)
Φραγκίσκος Ρόκκας   Ιουστινιάνης (1609 – 1690)
Φραγκίσκος (1658 - ±1710)
Φορτουνάτος (1636 -;)
Αντώνιος (1674 - ;)
Ξαβέριος ή Ιωάννης Ανδρέας (1663 - ;)
Μιχαήλ (; - ;)
Στέφανος (1659) - 1675)
Ιουστινιάνης
Ιωάννης Βαπτιστής Χρυσόστομος Λέλμης Ιουστινιάνης (1709 ;)
Φάβιος Ιουστινιάνης (1594 – 1644)
Πέτρος Ιουστινιάνης (1628 - 1707)
Ιερώνυμος Ιουστινιάνης (1656 - 1737)
Γεώργιος Μορέτης (1580 -;)
Βενέδικτος Ιουστινιάνης (1550 - 1628)
Οκτάβιος Ιουστινιάνης (1689 - ;)
Φραγκίσκος (1549 - 1606)
Δομήνικος (1580 - 1622),
Νικόλαος (1618 - ;)
Σεβαστιανός (1620 - ;)
Φίλιππος Στέλλας  (1624 - 1692)
Ιλάριος Στέλλας  (1670 - ;)
Μιχαήλ Νευρίδας (1574 - 1635)
Δομήνικος Μαυρίκιος (1580 - 1665)
Ανδρέας Ρέντης (1601 – 1673)
Φίλιππος Λαμαλάς (1602 - ;)
Σεβαστιανός Μακρυπόδαρης (1605 -;)
Ιωάννης Βαπτιστής Ντ' Αλέσιος (1601 - ;)
Φραγκίσκος Ρέτζιος (1616 - ;)
Χριστόφορος Ρέτζιος (1681 - ;)
Ξαβεριος Τιμόνης (1628 – 1717)
Λεονάρδος Λομάκας (1630 - 17051
Ιωάννης Δαβιάνος (1635 -;)
Βαρθολομαίος Σέρρας (1633 - Ι678)
Ιγνάτιος Πάγκαλος (1621 - 1667).
Βαρθολομαίος Γκλαβάνος (1648 -1677)
Στανίσλαος Ντάνδριας (1656 - 1721)
Σοφιέττης Αντώνιος (1667 - 1743)
Αντώνιος Γριμάλδης (1670 - 1716)
Στανίσλαος Ιουστινιάνικ (1684 - 1758)
Ιωάννης Αντώνιος Ίϊμόνης (1690 - 1761)
Φραγκίσκος Ξαβέριος Μαμάκης (1702 - 1770)
Ιερώννμος Τιμόνης (1705 - ;)
Κάρολος Φραγκίσκος Courrone (1700 - ;)
Εμμανουήλ Κόρσης  (1708 - 1788)
Νικόλαος Βερνάσσας (1714 - 1801)
Ιωάννη Βαπτιστής Σάντης (1724 - 1810)
Θωμάς Στανίσλαος Βελάστης (1717 περί το 1780)
Ιγνάτιος Τουμπίνης (1675 - 1767)
Ιγνάτιος Δρακοπόλης (1722 -1798)
Μιχαήλ Δρακοπόλης (1713 - ;)
Παύλος Δρακοπόλης (1732 - ;)
Ιγνάτιος Μαρία Δαπέτης (1719-1808)
Αντώνιος Ισίδωρος (Ντ' Ισλιδωρος) (1722 -;)
Ιερώνυμος Αντώνιος Μαρκόπολις (1729 - ;)
Χριστόφορος Μπάττας (1727 -;)
Ιερώνυμος Γουϊδούτσης (1729 -;)
Ιωάννης Βαπτιστής Κόρπης (1727 -;)
Εδουάρδος Δεσπεράμος (1737 - 1812)
 Νικόλαος Καστέλης (1737 - 1813)
ΚΥΠΡΟΣ
Γρηγόριος ντε Γκρεγκόρις (1574 - ;)
Λουδοβίκος Μπενεντέττης (1560 - 1614)
Πέτρος Σταυρινός (1581 - 1633)
Γεώργιος Βουστρώνιος (1586 -1661)
Πέτρος Γαβριήλ Μετοχίτης (1559 - 1625)
Αντώνιος Μαρία Νάκης (1666 - 1746)
Φίλιππος Νάκης (1668 - 1693)
ΡΟΔΟΣ
Πέτρος Καζάτης (1550 - 1622)
Θωμάς Πολίτης (1583 - 1645)
Ιωάννης Βαπτιστής Montures
ΕΠΤΑΝΗΣΑ
Ιωάννης Ανδρέας Τυπάλδος (1686 – 1760)
Ερμόδωρος  Ρέτζιος  (1597 – 1655)
Εμμανουήλ Κουερίνης (1694 - 1776)
ΝΑΞΟΣ
Βαλτάσαρ Ιουστινιάνης (1655 - 1728)
Άγγελος Λορεντάνος (1628 -;)
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
Λοΐζιος Συρίγος (1672 - 1745)
1ωάννης Βαπτιστής Σιγάλας (1691 - 1751)
Λάζαρος Αλβύ (1704 - 1748)
Ιωάννης Αλβύ (1733 - 1810)
Πέτρος Σιγάλας (1710 - 1769)
Ιάκωβος Λεκιγάλας (1720 -;)
Νικόλαος Λελένδας (1713 - 1790)
Ιερώνυμος Δελένδας (1724 - 1805)
Γασπάρος Δελένδας (1735 - :)
Ιωάννης Μαθάς (1713 - μετά 1773)

ΤΗΝΟΣ
Ιωάννης Κολλάρος (1590 - 1670)
Μιχαήλ Αλβερτίνης (1599 - 1685)
Νικόλαος Αλβερτίνης (1620 - ;)
Ιγνάτιος (1633 - 1696)
Ιάκωβος Πιπέρης
Πέτρος Μπέττης (1695 - 1757)
Ματθαίος Ξαβέριος Πιπέρης (1672 - 1724)
Βερνάρδος Σκορδιαλός (1737 - 1802)
Γεώργκις Φάτσιος (1737 - 1820)
Ιταλοέλληνες Ιησουΐτες
Ιάκωβος Ciulla (1614 - :)
Φραγκίσκος Zaffi (1707 -;)
Οκτάβιος Gaestani (1570 - 1620),
Φραγκίσκος Scorso

Δεν υπάρχουν σχόλια: