ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ..Μέρος Β΄

Τό κείμενο υπογράφει η κ.ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ Χ. ΖΑΝΙΚΑ

Μέρος β΄

ΙΟΥΔΑΙΣΜΟΣ
Το στοιχείο που κατέστησε την εβραϊκή θρησκεία ικανή να ασκήσει καταλυτική επιρροή ήταν η ιδιαίτερη μεταχείριση που επεφύλασσε στον «ξένο». Η ιουδαϊκή ηθική είχε δύο πρόσωπα: ανάλογα με το αν επρόκειτο για Εβραίους ή μη Εβραίους, οι ηθικοί κανόνες ήσαν διαφορετικοί. Ό,τι αρχικά εμφανίζεται ασφαλώς στην ηθική όλων των λαών, δηλαδή η διπλή ηθική έναντι του ομοεθνούς και του αλλοδαπού, διατηρήθηκε στο εβραϊκό έθνος, εξ αιτίας της ιδιαίτερης μοίρας του, καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία του και ως εντελώς πρόσφατα επηρέαζε τις επιχειρηματικές αρχές των Εβραίων.
Το ιουδαϊκό δίκαιο αποτελεί ουσιώδες τμήμα του θρησκευτικού συστήματος όσο και της ιουδαϊκής ηθικής. Το δίκαιο είναι θεόθεν θεσπισμένο, ηθικά ορθό και θεάρεστο, ηθικός νόμος και θεία επιταγή αποτελούν για τον εβραϊσμό έννοιες εντελώς αξεχώριστες (Sombart, 1998, σελ. 241).
Η ιουδαϊκή θρησκεία κλείνει μέσα της ένα ιδιαίτερο δίκαιο για τους αλλογενείς. Η πιο σπουδαία και πολυσυζητημένη ρύθμιση αυτού του εβραϊκού δικαίου περί αλλογενών αφορά το πότε απαγορεύεται ή ορθότερα, το πότε επιτρέπεται ο τόκος. Στην αρχαία ιουδαϊκή κοινωνία, όπως και παντού αλλού, η μόνη επιτρεπτή ή μάλλον αυτονόητη μορφή αλληλοβοήθειας ήταν κατά τις απαρχές του πολιτισμού το άτοκο δάνειο. Ωστόσο ακόμα και στους αρχαιότερους νόμους συναντώνται ήδη ρυθμίσεις που όριζαν ότι «από ξένο» (μη ομόφυλο δηλαδή) επιτρέπεται να παίρνει κανείς τόκους. Το κυριότερο χωρίο όπου εκφράζεται αυτό βρίσκεται στο Δευτ. Κγ΄ 20. Άλλες περικοπές της Πεντατεύχου αναφερόμενες στον τοκισμό βρίσκουμε στην εξ.κβ’, 25 και το Λευ. Κε’, 37. Τώρα, μ’ αυτές τις αρχές της Τορά συνδέεται από τους καιρούς των Ταναίμ ίσαμε με σήμερα μια ιδιαίτερα ζωντανή συζήτηση, της οποίας το επίκεντρο αποτελούν οι περίφημες αντιπαραθέσεις στην Baba mezia fol.70b. Μεγάλο μέρος αυτής της συζήτησης είχε αποκλειστικό του σκοπό να συσκοτίσει με κάθε λογής σοφιστείες την εξαιρετικά σαφή ρύθμιση που θεσπίστηκε με την Τορά (και που σημειωτέον βρίσκεται και στη Μίσνα σχεδόν αμετάβλητη). Στο Δευτ. Κγ΄, 20 λέγεται καθαρά: από τον ομοεθνή σου δεν μπορείς να παίρνεις τόκο, από τον ξένο μπορείς. Βέβαια, ήδη τα πανάρχαια αυτά κείμενα ήσαν διφορούμενα, με βάση τις ιδιότητες του μέλλοντα και της προστακτικής στα
εβραϊκά, το εδάφιο μπορεί να διαβαστεί: με τον ξένο «δύνασαι» και με τον ξένο «οφείλεις» να «τοκογλυφείς» (το οποίο πάντοτε δεν σημαίνει παρά: εισπράττω τόκους).
Για το ερώτημα επαρκεί πλήρως η διαπίστωση ότι ο πιστός βρήκε στο ιερό κείμενο αρχές που το λιγότερο του επέτρεπαν τον τοκισμό (στις συναλλαγές με τους γκόιμ - αλλογενείς): ώστε σε όλον τον Μεσαίωνα ήταν απαλλαγμένος από το βάρος της απαγόρευσης του τοκισμού, στο οποίο υπάγονταν οι χριστιανοί. Το δικαίωμα αυτό, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ σοβαρά από τις διδασκαλίες των ραβίνων. Αναντίρρητα όμως υπήρξαν και εποχές όπου η άδεια είσπραξης τόκων μεθερμηνεύτηκε σε υποχρέωση έντοκου δανεισμού των ξένων, όπου δηλαδή ήταν δημοφιλής η αυστηρότερη ανάγνωση (Sombart, 1998, σελ. 270).
Όμως ακριβώς οι εποχές αυτές είχαν σημασία για τον πρακτικό βίο: οι αιώνες από τον ώριμο Μεσαίωνα και μετά. Οι συγγραφείς που πραγματεύθηκαν στις μέρες μας το θέμα δεν πρόσεξαν, φαίνεται, το γεγονός ότι η αναφορά για τους ξένους στο Δευτ (κγ΄, 20) περιλαμβάνεται στις εντολές που διέπουν τη ζωή των Ισραηλιτών: από την παράδοση προέκυπτε η διδασκαλία ότι κανείς οφείλει να τοκογλυφεί έναντι των ξένων. Μ’ αυτήν τη μορφή πέρασε η εντολή – πρόκειται για την 198η – και στον κώδικα Σουλχάν Αρούχ. Οι σύγχρονοι ραβίνοι, που δυσφορούν με τις – αλίμονο, τόσο σαφείς! – επιταγές του ιουδαϊκού δικαίου περί αλλογενών, επιχειρούν να εξασθενίσουν τη σημασία τέτοιων αρχών, όπως η 198η εντολή, με τον ισχυρισμό: «ξένοι» κατά το πνεύμα του εδαφίου δεν είναι όλοι οι μη Εβραίοι, αλλά μόνον οι «εθνικοί», οι «ειδωλολάτρες». Όμως πάντοτε ήταν άκρως διαφιλονικούμενο, ποιος ανήκει στους μεν και ποιος στους δε. Και ο πιστός που είχε χαράξει στη μνήμη του την 198η εντολή, λ.χ. δεν θα έκανε τις λεπτές διακρίσεις των λογίων ραβίνων, γι’ αυτόν ήταν αρκετό ότι ο χρεώστης του, στον οποίο είχε δανείσει με τόκο, δεν ήταν Εβραίος, δεν ήταν ομογενής αλλά γκόι.
Η θρησκεία λοιπόν έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της προκειμένου να κατευθύνει την «τοκογλυφία» στα χέρια των Εβραίων, και εδώ βρήκε συμπαραστάτη της και τη χριστιανική Εκκλησία. Έτσι, στο βαθμό όπου η ενασχόληση με τον χρηματικό δανεισμό έγινε σημαντική για την εκδίπλωση του καπιταλιστικού πνεύματος, το ιουδαϊκό δίκαιο των αλλογενών συνέβαλε και αυτό το μερίδιό του. Μίαν από τις επιπτώσεις του επαγγέλματος του τοκογλύφου: εξασθενούσε το επιχειρηματικό πνεύμα. Ωστόσο από την άλλη μεριά άσκησε και ενισχυτική επήρεια στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού πνεύματος (Sombart, 1998, σελ. 271-272).
Στον Ιουδαϊσμό η τοκογλυφία επιτρεπόταν μόνο στις συναλλαγές με τους ξένους, αλλά όχι και με τους αδελφούς. Αντίθετα, ο χριστιανισμός που αρνιόταν να υποστηρίξει τη διάκριση ανάμεσα στον οποιοδήποτε «του λαού μου» και στους
«ξένους» (ή «αλλογενείς») προβάλλοντας στη θέση της σαν αξίωμα την «οικουμενική αδελφοσύνη του ανθρώπινου γένους», όχι μόνο στέρησε τον εαυτό του από το ισχυρό όπλο της «τοκογλυφίας» (δηλαδή του «τόκου» και της συσσώρευσης του κεφαλαίου που τον συνόδευε) ως το σημαντικότερο μέσο για την πρωταρχική οικονομική επέκταση αλλά και έγινε ταυτόχρονα εύκολη λεία της θριαμβευτικής προέλασης του «πνεύματος του ιουδαϊσμού» (Μεσάρος, 1973, σελ.34).
Η χιμαιρική εθνικότητα του Εβραίου είναι η εθνικότητα του εμπόρου, γενικά του χρηματανθρώπου – γράφει ο Μαρξ τονίζοντας επανειλημμένα ότι «η κοινωνική χειραφέτηση του εβραίου είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας από τον ιουδαϊσμό», δηλαδή από τη μερικότητα της «εθνικότητας» του χρηματανθρώπου ή γενικότερα, από την εβραϊκή στενότητα της κοινωνίας. Η «εβραϊκή στενότητα» μπορούσε να θριαμβεύσει στην «κοινωνία των ιδιωτών», γιατί η τελευταία απαιτούσε, για την πλήρη της ανάπτυξη, τον δυναμισμό του «στον ανώτατο βαθμό πρακτικού εβραϊκού πνεύματος» (Μεσάρος, 1973, σελ. 35).
Ο Μεσαίωνας και το Κανονικό Δίκαιο
Ο John Stuart Mill (1848, σελ. 926), όπως αναφέρεται στο άρθρο «Using the Merchant of Venice in Teaching Monetary Economics - (Kish-Goodling, 1998, σελ. 331-332)», δήλωσε ότι κατά τον Μεσαίωνα, η καθολική Εκκλησία απαγόρευε τον δανεισμό χρημάτων με τόκο, οδηγώντας έτσι στην «βιομηχανική αδυναμία» των καθολικών περιοχών της Ευρώπης, συγκρινόμενες με τις προτεσταντικές περιοχές, οι οποίες δεν ακολούθησαν την ίδια πολιτική. Κατέκρινε τις αρχές της τοκογλυφίας καθώς «η βιομηχανία κατ’ αυτό τον τρόπο περιορίζεται» από την ανάληψη της πιθανότερης εκδοχής οικονομικού κεφαλαίου το οποίο οι καπιταλιστές έχουν στην διάθεσή τους και το κεφάλαιο εκείνο το οποίο «δύνανται να δανειστούν από άτομα μη δεσμευμένα από τους ίδιους νόμους ή την ίδια θρησκεία με αυτά», όπως οι Ινδοί, οι Αρμένιοι ή οι Εβραίοι.
Ο Εβραϊκός νόμος απαγόρευε την τοκοληψία. Η Έξοδος (ΧΧΙΙ, 25) απαγόρευε το λαμβάνειν τόκον από τους ανθρώπους του λαού του Κυρίου, αλλά υποστηρίχθηκε ότι κατά το Ταλμούδ η απαγόρευση αυτή φαίνεται ισχύουσα γενικώς και όχι μόνο για τους Εβραίους (Brentano, 1910 και Funk, 1902 που παραπέμπει ο Brentano στο Roll, 1953, σελ. 42).
Και εάν ο Άγιος Θωμάς ορθά ή όχι ορθά θεώρησε ότι η απαγόρευση της Βίβλου εννοεί ότι ο Εβραίος μπορούσε να λαμβάνει τόκο από Εθνικόν, πάντως γνώριζε ότι αυτό δεν είναι δυνατό να συμβιβασθεί προς τον παγκόσμιο χαρακτήρα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Οι Πατέρες καταδίκαζαν την τοκοληψία, ακόμη δε
και εκείνοι οι σχολαστικοί όπως ο Duns Scotus ήταν λιγότερο αυστηροί, η άποψη του Αγίου Θωμά περί «τοκοληψίας ως αδικίας» ήταν η γενικώς παραδεδεγμένη.
Η καταδίκη της τοκοληψίας ήταν μέρος της γενικής καταδίκης της αδίκου συναλλαγής. Στον πρώιμο Μεσαίωνα η υπό της εκκλησίας καταδίκη αυτή, αφορούσε μόνο τους κληρικούς. Η έλλειψη αναπτυγμένης χρηματικής οικονομίας και ευκαιριών επικερδούς τοποθετήσεως του χρήματος καθιστούσαν περιττή τη μεγαλύτερη απαγόρευση. Η Εκκλησία ήταν ο μόνος κάτοχος χρήματος στην εποχή όπου οι φεουδαλικές παροχές στους δούκες και στους βασιλείς πληρώνονταν σε είδος. Χρηματικά δάνεια δινόταν σε ενδεείς για καταναλωτικούς σκοπούς και η είσπραξη τόκου παρουσιάζονταν σαν εκμετάλλευση και καταπίεση του αδυνάτου. Βασιλείς και πρίγκιπες κατέφευγαν για δάνεια στους Εβραίους, οι οποίοι δεν είχαν ευκαιρία να κερδίσουν τα προς το ζην και για τους οποίους εν ελλείψει κεντρικής δογματικής αρχής, η αρχική απαγόρευση χρηματικών δανείων είχε χάσει τη δύναμή της.
Με την ανάπτυξη του εμπορίου και τις ευκαιρίες χρηματικών συναλλαγών κατά τον ύστερο Μεσαίωνα δύο τάσεις παρουσιάσθηκαν. Η μεν κοσμική πρακτική έτεινε προς αύξηση των χρηματικών δανείων επί τόκω και το δικαιολογούσε αυτό αναφερόμενη στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, η δε εκκλησία φοβισμένη από τη νέα αυτή εξέλιξη καθιστούσε εμφανέστερη και γενικότερη την αρχική αυτής απαγόρευση. Στην μεγάλη Σύνοδο του Λατεράνου (1179) η απαγόρευση της τοκοληψίας θεσπίσθηκε πρώτη στη σειρά των θεσπισθεισών αυστηρών απαγορεύσεων (Ashley, 1914 στο Roll, 1953, σελ. 42) η δε ανάπτυξη των θρησκευτικών ταγμάτων, τα περισσότερα των οποίων έθεσαν ως πρωτεύουσα αρχή τους τον πλήρη ασκητισμό, ήταν ένα άλλο σύμπτωμα αυτής της κίνησης.
Η βάση όμως της διδασκαλίας της εκκλησίας υπέστη μία μεταβολή. Στα έργα του Αγίου Θωμά η κατά της τοκοληψίας διδασκαλία στηρίχθηκε κυρίως, αν όχι μόνο, στους λόγους του Αριστοτέλη και στη Γραφή. Η αντίθεση του Αριστοτέλη κατά της τοκοληψίας, προέκυψε από τη θεωρία του περί του χαρακτήρα του χρήματος. Το χρήμα, έλεγε, δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τις νόμιμες (φυσικές) συναλλαγές, οι οποίες έχουν σαν μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών του καταναλωτή. Η στειρότητα του χρήματος ήταν μέρος της ουσιαστικής φύσεώς του, η δε «τοκοληψία παρέχουσα καρπούς του χρήματος είναι τι αφύσικον». Ο Άγιος Θωμάς τη γνώμη αυτή συνδύασε με το Ρωμαϊκό δίκαιο, όπου διέκρινε μεταξύ πραγμάτων «αναλωτών» και πραγμάτων «αντικαταστατών». Το Ρωμαϊκό όμως δίκαιο δεν χρησιμοποίησε καθόλου αυτή τη διάκριση στο πρόβλημα του δανείου επί τόκω. Διέκρινε απλώς τα πράγματα καθόσον αυτά καταναλώνονται με τη χρήση ή όχι. Ο Θωμάς Ακινάτης και άλλοι Κανονολόγοι που ακολούθησαν τον ορισμό του Αριστοτέλη έθεταν το χρήμα στη πρώτη κατηγορία και κατέληγαν
ότι και να ζητείται και τόκος με την επιστροφή του δανείου είναι σαν να ζητείται κάτι μη φυσικό και συνεπώς άδικο.
Παρόλο τη μάλλον καθορισμένη στάση της Εκκλησίας και τα μάλλον σοφιστικά της επιχειρήματα, η πρακτική της είσπραξης τόκου επεκτεινόταν ανάλογα με την οικονομική ανάπτυξη. Οι κοσμικές αρχές ενδιαφέρθηκαν μάλλον με τη ρύθμιση παρά με την απαγόρευση του τόκου και κατά το 14ο αιώνα κατέστησαν συνήθεις οι διατάξεις οι οποίες όριζαν ανώτατο όριο τόκου. Κατά την εποχή των ανακαλύψεων (15ος – 16ος αιώνας) οι οδοί επικερδών επενδύσεων αυξήθηκαν, ώστε οι διδασκαλίες των πρώτων Κανονολόγων ήταν πλέον απελπιστικά μακράν της οικονομικής πρακτικής. Εμφανίστηκαν σημαντικές μεταβολές στη θεωρία περί τοκοληψίας, όπως είχαν επέλθει και στη θεωρία περί δικαίας τιμής.
O Francis de Mayronis, μαθητής του Duns Scotus, έλεγε: «de jure naturali non apparet quod (usura)sit illicita» (Brentano, 1901 στο Roll, 1953, σελ. 43).
Και η γνώμη αυτή ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη για την εποχή της. Η υποχώρηση του Κανονικού δικαίου γενικώς ήταν βραδύτερη και περιείχε παραχώρηση εξαιρέσεων μάλλον ή εγκατάλειψη της αρχής. Σημαντικότερο των εξαιρέσεων αυτών ήταν η θεωρία του damnum emergens, ήτοι ζημίας του δανειστού, θεωρία η οποία είχε οδηγήσει τον Άγιο Θωμά να τροποποιήσει την αυστηρότητα της περί «δικαίας τιμής» αντιλήψεώς του. Όπου παρουσιάζονταν υπερημερία (mora) κατά την εξόφληση του δανείου, ο δανειστής δικαιούνταν να εισπράξει συμβατική ποινική ρήτρα. Η εκκλησία παραδεχόταν τη ζημία εκ καλής πίστεως ή την αληθή υπερημερία. Αλλά οι εξαιρέσεις αυτές άνοιξαν την οδό στην τοκοληψία χωρίς διακρίσεις. Η προθεσμία υπερημερίας έγινε βραχύτερη, μέχρι σημείου ώστε οι νεώτεροι, όπως ο Navarus, ανέκυψε η τάση να μην υπάρχει προθεσμία μη επικερδούς δανεισμού (O’ Brien, 1920, σελ. 211 στο Roll, 1953, σελ. 44).
Πριν το τέλος του Μεσαίωνα το Δόγμα των σχολαστικών επί της τοκογλυφίας σταδιακά διεύρυνε τους όρους υπό τους οποίους οι επιστροφές των δανείων γίνονταν αποδεκτές βασιζόμενες στις ιδιοκτησίες αναλώσιμων και μη αναλώσιμων αγαθών, ή σε ότι θα αναφερόμασταν ως επαγγελματικά δάνεια εναντίον/κατά των καταναλωτικών ή προσωπικών δανείων. Δάνεια για παραγωγική χρήση κεφαλαίου σταδιακά επετράπησαν υπό το πρόσχημα «διαφυγής κέρδους» και «ζημιών». Αν κάποιος καπιταλιστής είχε την επιλογή δανείου ή δημιουργίας μιας συνεργασίας προκειμένου να αποκτήσει πλήρες κεφάλαιο δανεισμένο από το συνεργάτη του, τότε ο δανειστής είχε το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για απώλειες που υπέστη με τον δανεισμό των χρημάτων ή για τα κέρδη που ο δανειστής θα μπορούσε να έχει αποκτήσει αν είχε χρησιμοποιήσει διαφορετικά το ποσό πουδάνεισε. Αρχικά, ο άγιος Θωμάς αποδέχτηκε την αρχή των «υφιστάμενων δαπανών» αλλά όχι την «διαφυγή κέρδους» (Spiegel, 1971, σελ. 65).
O Hollis (1961, σελ. 24), εξήγησε ότι η μετατροπή της αρχής αυτής τον 17ο αιώνα προκειμένου να συμπεριλαμβάνει διαφυγή κέρδους που δεν αποδεχόταν η Εκκλησία αποφασίστηκε ότι «οι συνθήκες άλλαξαν τόσο ώστε ήταν πλέον αδύνατον να γίνονται καταδικαστέες ως ηθική αμαρτία κάποιες πρακτικές εφαρμογές που θα ήταν τόσο καταδικασμένες σε διαφορετικές συνθήκες άλλων αιώνων». Σε προηγούμενους αιώνες τα χρήματα συχνά διατηρούνταν σε φυσική μορφή και όχι «υπό απασχόληση», συνεπώς ο χρηματικός δανεισμός σε κάποιον με τόκο ήταν η είσπραξη ποσού άνευ σημασίας (αχρησιμοποίητο χρήμα). Παραταύτα ο Hollis δήλωσε ότι «οι μεγάλες εμπορικές πρόοδοι» του 16ου και 17ου αιώνα εκ παραλλήλου με την ανακάλυψη της Αμερικής και την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης οδήγησαν σε συνθήκες όπου το πλεόνασμα χρήματος σπανίως παρέμενε σε φυσική μορφή, και επενδυόταν άμεσα ή έμμεσα. Ένα δάνειο απαιτούσε την θυσία ενός πιθανού κέρδους από την τοποθέτησή του σε κάποια επένδυση. Η Εκκλησία υποστήριξε ως εκ τούτου ότι ο δανειστής μπορούσε νόμιμα να απαιτήσει αποζημίωση για την θυσία, προαναφερόμενη ως «διαφυγή κέρδους».
Η σημαντικότερη θεωρία η οποία υποβοήθησε την κατάρρευση της παλιάς απαγόρευσης, ήταν η σχετική προς το lucrum cessans. Η απώλεια ευκαιριών κέρδους εξαιτίας του δανεισμού έγινε δικαιολογία τοκοληψίας.
Οι συζητήσεις επί της αρχής αυτής διήρκεσαν χρόνια και ήταν περίπλοκες. Αλλά καθόσον οι αυξανόμενες ευκαιρίες εμπορίου κατέστησαν δυνατή την απόδειξη ότι με το δανεισμό των χρημάτων θυσιάζονταν κέρδη, η τελική νίκη της θεωρίας αυτής δεν ήταν δυνατό να εμποδιστεί. Ο θρίαμβος αυτής έγινε μάλιστα μεγαλύτερος με την αναγνώριση ότι μπορούσε να ζητηθεί ειδική αμοιβή παρά του δανειστού, για τον κίνδυνο αυτό, για τον οποίο αυτός διέτρεχε. Η commenda, μία αφανής εταιρία για τους τρίτους, ήταν μία άλλη ευνοούμενη μέθοδος, ίδια όπως στην πόλη του Λονδίνου για συγκάλυψη του δανεισμού χρημάτων. Και άλλοι τέτοιοι τρόποι εφευρέθηκαν στο πολύπλοκο contractus trinus για να καταστήσουν χαλαρότερους τους φραγμούς τους οποίους η θεολογική διδασκαλία έθετε στην οικονομική πρόοδο. Τέλος, η γενική απαγόρευση περιήλθε κατ’ ουσίαν σε αχρηστία. Ό,τι μπορούσε να θεωρηθεί πραγματική επένδυση, η οποία ενείχε τον κίνδυνο ζημίας ή την ευκαιρία κέρδους θεωρήθηκε νόμιμος δανεισμός. Μόνο ο δανεισμός χρημάτων επί κέρδη άνευ κινδύνου, ή καταναλωτικό δάνειο προς ενδεή απαγορεύονταν.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν συνεχής. Οι συζητήσεις επί της τοκογλυφίας από το 13ο μέχρι το 16ο αιώνα αποδεικνύουν πως οι γνώμες κυμαίνονταν παρόλο την

ύπαρξη καθορισμένης τάσης. Είδαμε πως ο Francis de Mayronis, έβλεπε το ζήτημα της γενικής απαγόρευσης της τοκοληψίας, ο οποίος γενικώς στηριζόταν στον Άγιο Θωμά και τη διδασκαλία των Κανονολόγων. Κατά το 1514 ο Γερμανός καθηγητής Eck (O’ Brien, 1920 στο Roll, 1953, σελ. 44) σε λόγο του στο Πανεπιστήμιο Ingolstadt δικαιολόγησε το contractus trinus και προχώρησε μέχρι του σημείου να πει ότι ο δανειζόμενος έμπορος έπρεπε να πληρώνει τόκο 5%. Αλλά η Καθολική τότε διδασκαλία ήταν ακόμη εναντίον του contractus trinus (Roll, 1953, σελ. 44).
Αυτές οι διχογνωμίες υπήρχαν και μεταξύ των ηγετών της Μεταρρύθμισης, παρόλο το γεγονός ότι η προτεσταντική διδασκαλία ήταν γενικώς πλέον εναρμονισμένη με τις τάσεις της οικονομίας της εποχής της. Οι απόψεις του Λούθηρου δεν ήταν διαφορετικές των Κανονολόγων. Για το εμπόριο πίστευε ακόμη στη «δικαίαν τιμήν» και η καταδίκη της τοκοληψίας υπ’ αυτού ήταν εσφαλμένη, όπως των Σχολαστικών. Ο Καλβίνος όμως σε μία περίφημη επιστολή του γραμμένη το 1574 (Tawney, 1929, σελ. 100 στο Roll, 1953, σελ. 45) αρνείται ότι η ζήτηση αμοιβής για τη παροχή της χρήσεως του χρήματος ήταν πράξη αμαρτωλή. Απέκρουσε την Αριστοτελική θεωρία ότι το χρήμα ήταν στείρο και τόνισε ότι το χρήμα μπορεί να χρησιμεύσει για να προμηθεύσει τα πράγματα εκείνα, τα οποία είναι δυνατόν να αποφέρουν εισόδημα. Παρά ταύτα διακρίνει περιπτώσεις όπου η τοκοληψία αποβαίνει αμαρτωλή, όπως η περίπτωση δανεισμού σε φτωχούς ανθρώπους πληγέντες από συμφορά (Roll, 1953, σελ. 45).
Με την εμπορική ανάπτυξη η διδασκαλία των Κανονολόγων εξασθενούσε σταθερά, ώστε αντιμετώπισε τη πλήρη κατάρρευση της δύναμης να ρυθμίζει τα οικονομικά ζητήματα. Με τη Μεταρρύθμιση η εξέλιξη αυτή εισέρχεται σε νέα φάση. Γίνεται ήδη φανερό ότι παρόλο τις γνώμες των μεγάλων πρωτοστατών της Προτεσταντικής κίνησης, η εκκλησία δεν ήταν πλέον ικανή να ακολουθήσει την οδό ανάπτυξης του εμπορικού καπιταλισμού. Εάν η Προτεσταντική και πουριτανική διδασκαλία συντέλεσαν και αυτές στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού πνεύματος, με το τέλος του Κανονικού δικαίου επήλθε μια βαθιά μεταβολή στη σχέση θεολογικής και οικονομικής σκέψης. Η αρμονία μεταξύ εκκλησιαστικής διδασκαλίας και φεουδαλικής κοινωνίας, όπως ήταν, η ιδιότητα του Κανονικού δικαίου να περιλαμβάνει τα πάντα, εξέλιπε με την παρακμή της φεουδαλικής κοινωνίας. Η σκέψη των Κανονολόγων ήταν ουσιαστικά ιδεαλιστική, μία φανταστική σύλληψη της οικονομικής πραγματικότητας. Ήταν επιτυχής εφόσον οι αντιθέσεις στην πραγματική ζωή δεν ήταν οξείες. Με την όξυνση όμως αυτών, τα αντιτιθέμενα μέρη χρησιμοποίησαν τα αντιθετικά στοιχεία στην ιδεαλιστική αυτή σύλληψη και η διδασκαλία αυτή έχασε τον αρχικό καθολικό χαρακτήρα της. Η θεολογική διδασκαλία προσπάθησε να κάνει παραχωρήσεις στις απαιτήσεις της εποχής, δεν εγκατέλειψε όμως τον ουσιαστικό χαρακτήρα της.
Καθ’ όσο διευρυνόταν το χάσμα μεταξύ διδασκαλίας και πράξης, η βάση πάνω στην οποία στηριζόταν η διδασκαλία μπορούσε να σωθεί μόνο με την εγκατάλειψη της αξιώσεως άμεσης συσχέτισης της διδασκαλίας αυτής με την πράξη. Και ο χωρισμός αυτός πραγματοποιήθηκε και η θρησκευτική διδασκαλία παριστά ανάλυση της κρατούσης κοινωνίας και κώδικα συμπεριφοράς. Η θρησκεία κατέστη διαφορετική των άλλων κλάδων στοχασμού και ιδιαίτερα των ασχολουμένων με τα υλικά προβλήματα της αποκτήσεως πλούτου. Μολονότι έγιναν πάλι απόπειρες εισαγωγής ηθικών στοιχείων στο κύριο ρεύμα της οικονομικής σκέψεως, αυτή έμεινε λοιπόν ανεξάρτητη από τη θρησκεία. Είχε πλέον τεθεί η βάση για μία κοσμική επιστήμη της οικονομίας (Roll, 1953, σελ 46 και 47).
Συμπερασματικά, τόσο το Εβραϊκό όσο και το Χριστιανικό Δόγμα όσον αφορά στην αμαρτία της τοκογλυφίας έρχονται σε αντίθεση με τον παλιό Ρωμαϊκό νόμο που επέτρεπε την ύπαρξη επιτοκίων της τάξεως του 12 % ετησίως επί των δανείων και 50% επί δανείων κατά είδος (Spiegel, 1971, σελ. 63).
Τα Δόγματα του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού βασίζονταν σε διαφορετικές επεξηγήσεις των βιβλικών γραφών όσον αφορά στον έντοκο δανεισμό από την Παλαιά Διαθήκη. Ήδη από το 325 μ.Χ. το πρώτο γενικό συμβούλιο της χριστιανικής Εκκλησίας, το Συμβούλιο της Νίκαιας, ψήφισε νόμο που απαγόρευε την τοκογλυφία, παραθέτοντας τον Ψαλμό 15 (Homer, 1963, σελ. 70).
Σύμφωνα με τον Nelson (1969, σελ. 3) το απόσπασμα από το Δευτερονομικό είναι εκείνο που θέτει την διαφορά στην αρχή του Χριστιανικού από εκείνη του Εβραϊκού νόμου. Με βάση το «Δευτερονομικό διπλό κριτηρίο» διαχωρίζονται οι αδερφοί από τους υπόλοιπους. Καθώς οι Εβραίοι θεωρούν εαυτούς απόγονους του Ιακώβ, είναι αδέρφια και δεν επιτρέπεται να δανείζουν αλλήλους με τόκο, αλλά έχουν το δικαίωμα να χρεώνουν τόκο σε ξένους ή μη Εβραίους (χριστιανούς).
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, οι Χριστιανοί θεωρούν όλους τους ανθρώπους αδέρφια προερχόμενα από τον Αδάμ. Επιπροσθέτως στην Παλαιά Διαθήκη, οι χριστιανοί πατέρες βάσισαν το Δόγμα τους στα λόγια του Χριστού «αλλά αγάπα τους εχθρούς σου και κάνε καλό και δάνεισέ τους χωρίς να περιμένεις τίποτα σε αντάλλαγμα». Όχι μόνο θα πρέπει οι χριστιανοί να αντιμετωπίζουν το συνάνθρωπο σαν αδερφό αλλά και να «αγαπούν τους εχθρούς τους» (Λουκάς, 6:27). Στο ίδιο κήρυγμα ο Χριστός διέταξε το πλήθος να φέρεται το ίδιο απέναντι σε όλους: «και όπως θα θέλατε να σας φέρονται, έτσι να φέρεστε στους άλλους κι εσείς» (Λουκάς, 6:31). Από την οπτική του Χριστιανισμού δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αδέρφια και άλλους λόγω της κοινής αντιμετώπισης όλων. Ο Nelson περιέγραψε το τρόπο με τον οποίο η διαφορά στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του
Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού που αφορούν στη δευτερονομική διάκριση βοήθησε να σχηματιστούν οι χριστιανικές στάσεις. «Το διπλό standard για τον Αδερφό και τον Άλλο ήταν μυστηριώδες, παράδοξο, αναχρονιστικό και κακοήθες στους χριστιανούς οι οποίοι ενθουσιάστηκαν από το όραμα μιας ηθικής πηγάζουσας από την Αδελφότητα των Ανθρώπων υπό την Πατρότητα του Θεού» (Nelson, 1969, σελ. 3-8).
ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ

Αναφερόμενοι στη μονοθεϊστική θρησκεία του Ισλάμ, αυτή που δίδαξε ο προφήτης Μωάμεθ και αναγνωρίζει ως Θεό τον Αλλάχ, παραθέτουμε αποσπάσματα των διδασκαλιών του προφήτη σχετικά με τον δανεισμό και την τοκογλυφία, όπως αναφέρονται στο Κοράνι (Το Ιερό Κοράνιο, 2002).
1.      Στο Κεφάλαιο Β (Ελ-Μπάκαρα, που μεταφράζεται η αγελάδα), αναφέρεται στα κάτωθι εδάφια για τον τόκο και το δανεισμό:
[ 2.275 ] Όσοι εκμεταλλεύονται τα κέρδη της τοκογλυφίας, θα εγερθούν την ημέρα της Αναστάσεως (των νεκρών) όμοιοι με εκείνον τον οποίο μόλυνε ο Σατανάς με το άγγιγμά του. Και αυτό γιατί λένε ότι η τοκογλυφία δεν διαφέρει από την αγοραπωλησία. Ο Κύριος επέτρεψε την αγοραπωλησία και απαγόρευσε την τοκογλυφία. Όποιος υπακούει σε αυτό το δίδαγμα του Θεού και βάζει τέρμα σε αυτήν την αδικία, θα πετύχει συγχώρεση για το παρελθόν του και το μέλλον του θα είναι στα χέρια του Θεού. Όσοι ξαναγυρίσουν στην τοκογλυφία, θα καταδικαστούν στη φωτιά της Κόλασης, όπου θα παραμείνουν αιώνια.
[ 2.276 ] Ο Θεός (Αλλάχ) αφανίζει την τοκογλυφία και αυξάνει την ελεημοσύνη. Δεν αγαπά τον ασεβή και τον αμαρτωλό.
[ 2.278 ] Πιστοί, να φοβάστε τον Κύριό σας και αν είστε αληθινά πιστοί, να παραιτηθείτε από ό,τι σας οφείλουν από τοκογλυφία.
[ 2.280] Αν κάποιος οφειλέτης δεν μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του, ας τον περιμένει ο δανειστής του μέχρι να διευκολυνθεί να το εξοφλήσει, αν μάλιστα, από ελεημοσύνη παραιτηθεί από το δάνειό του, κάνει το καλύτερο. Αυτό να το γνωρίζετε.

1.      Επίσης, στο Κεφάλαιο Γ (αλ-Ιμραν, που μεταφράζεται ο οίκος):
[ 3.130 ] Πιστοί, μην ασχολείστε με την τοκογλυφία, διπλασιάζοντας διαρκώς τα δάνεια. Να φοβάστε τον Κύριο και θα είστε ευτυχισμένοι.


1.      Στο Κεφάλαιο Δ (ελ-Νισά που μεταφράζεται οι γυναίκες):
[ 4.160 ] Για να τιμωρήσουμε τους Εβραίους που απομακρύνουν τους άλλους από τον δρόμο του Θεού, τους απαγορεύσαμε κάποια αγαθά, τα οποία τους είχαν επιτραπεί.
[ 4.161 ] Επειδή ασκούν την τοκογλυφία, που τους είχε απαγορευτεί και επειδή τρώνε τις περιουσίες των ανθρώπων άδικα, προορίζουμε για τους άπιστους φρικτή τιμωρία.

1.      Και τέλος στο Κεφάλαιο Λ (Ελ-Ρουμ που σημαίνει οι Έλληνες):
[ 30.39 ] Ό,τι ποσό διαθέτετε στην τοκογλυφία για να αυξηθεί σε βάρος της περιουσίας των άλλων ανθρώπων, δεν αρέσει στο Θεό. Την ελεημοσύνη όμως, την οποία προσφέρετε, επιδιώκοντας την όψη του Θεού, θα τη λάβετε διπλάσια.

Ο Τόκος στον Ισλαμισμό
Ο Zamir Zahid στο άρθρο του «Prohibition of interest (riba) in Islam – The social, moral and economic rationale» αναφέρει ότι ο όρος riba έχει χρησιμοποιηθεί στο Ιερό Κοράνι σε διάφορες περιπτώσεις. Προέρχεται από το raba που σημαίνει προσθήκη, αύξηση (Maudoodi Abul A la, Sud, 1987, σελ. 84).
Στον Ισλαμικό νόμο (Shariah), ο όρος riba τεχνικά αναφέρεται στο premium που πρέπει να πληρώσει ο οφειλέτης στο δανειστή μαζί με το κεφάλαιο σαν όρο του δανείου ή για μια παράταση στη λήξη του. Από αυτή την άποψη ο όρος riba έχει την ίδια έννοια με τον τόκο σύμφωνα με τη συναίνεση όλων των νομικών χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Al-Harran, 1993, σελ. 16).
Έτσι το Ιερό Κοράνι και το Hadith δεν φαίνεται να διαχωρίζουν την τοκογλυφία από τον τόκο. Ο τόκος και η τοκογλυφία λαμβάνονται ως συνώνυμα της αραβικής λέξης riba.
Οι Μουσουλμάνοι νομικοί έχουν ταξινομήσει το riba σε δύο τύπους:
1.      «riba al-nasi’ah» και
2.      «riba al-fadl».

Ο όρος «Riba al-nasi’ah» σημαίνει «αναβάλλω», «περιμένω» και αναφέρεται στη χρονική περίοδο που επιτρέπεται στον δανειολήπτη να εξοφλήσει το δάνειο σε αντάλλαγμα της προσθήκης του κόστους. Ως εκ τούτου αναφέρεται στον τόκο επί των δανείων. Η απαγόρευση που επιβάλλει το «Riba al-nasi’ah» ουσιαστικά σημαίνει ότι η προσυμφωνία μιας σταθερής θετικής απόδοσης ενός δανείου σαν
ανταμοιβή για την αναμονή, απαγορεύεται από τον Ισλαμικό νόμο (Shariah) (Chapra, 1992, σελ. 35).
Ο όρος «Riba al-fadl» σημαίνει το πλεόνασμα πέραν του δανείου που πληρώνεται σε είδος. Είναι η πληρωμή του πλεονάσματος από τον οφειλέτη στον πιστωτή για την ανταλλαγή των προϊόντων του ιδίου είδους. Η ακόλουθη παράδοση του προφήτη Μωάμεθ (Muhammad) αναφέρεται ως στοιχείο. Αναφέρει ότι ο Abu Said al-Khurdi είπε: «ο προφήτης Μωάμεθ (Muhammad) έχει πει ο χρυσός σε αντάλλαγμα για το χρυσό, το ασήμι για το ασήμι, ο σίτος για το σίτο, το κριθάρι για το κριθάρι, οι ημερομηνίες για τις ημερομηνίες, το άλας για το άλας μπορούν να κυκλοφορήσουν στο εμπόριο εάν και μόνον εάν είναι στην ίδια ποσότητα και μπορούν να δοθούν από χέρι σε χέρι. Εάν κάποιος δίνει περισσότερα ή παίρνει, συμμετέχει στο riba και συνεπώς έχει διαπράξει αμαρτία» (Al-Harran 1993, σελ. 18).
Συνοψίζοντας, και οι δύο μορφές riba, «Riba al-nasi’ah» και «Riba al-fadl» καλύπτονται από το στίχο «ο Αλλάχ επέτρεψε το εμπόριο (αγοραπωλησία) και απαγόρευσε τη τοκογλυφία (riba)» (2: 275) ενώ το «Riba al-nasi’ah» αφορά τα δάνεια και το «Riba al-fadl» αφορά το εμπόριο. Αν και το εμπόριο επιτρέπεται σε γενικές γραμμές δεν σημαίνει ότι οτιδήποτε στο εμπόριο είναι επιτρεπτό.
Η απαγόρευση του τόκου στο Ισλάμ
Ο τόκος απαγορεύεται στο Ισλάμ όπως αναφέρεται ρητά στο Ιερό Κοράνι. Δεδομένου ότι το Κοράνι είναι η αδιαφιλονίκητη πηγή καθοδήγησης στο Ισλάμ για όλους τους Μουσουλμάνους, υπάρχει ομόφωνη συμφωνία για το γεγονός ότι το Ισλάμ έχει απαγορεύσει την πρακτική του riba. Η συζήτηση για το αν ο τόκος είναι riba ή όχι έχει διευθετηθεί. Το ulama έχει κάνει ξεκάθαρο ότι ο τόκος είναι riba. Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα έχει οργανωθεί στη βάση μιας σταθερής πληρωμής που καλείται τόκος. Γι’ αυτό οι πρακτικές του σύγχρονου τραπεζικού συστήματος βρίσκονται σε σύγκρουση με τις αρχές του Ισλάμ που απαγορεύουν αυστηρά το riba. Το Ισλάμ αντιτάσσεται στην κάθε μορφή εκμετάλλευσης και πρεσβεύει τις δίκαιες συναλλαγές μεταξύ όλων των ατόμων. Η χρέωση τόκου σε κάποιον που αναγκάζεται να δανειστεί για να καλύψει ουσιαστικές καταναλωτικές απαιτήσεις, θεωρείται εκμεταλλευτική πρακτική στο Ισλάμ. Η χρέωση τόκου στα δάνεια που λαμβάνονται για παραγωγικούς σκοπούς είναι επίσης απαγορευμένη γιατί δεν είναι μια δίκαιη μορφή συναλλαγής (Ahmed, 1984, σελ. 20).
ΤΕΛΟΣ

Το κείμενο που χρησιμοποίησα σε αυτην και τήν προηγούμενη ανάρτηση,αποτελει τμήμα απο εργασία τής κ.Ευφροσύνης Ζανίκα με θέμα "ολιστική προσέγγιση του δανεισμου",μπορείτε να το βρείτε ολόκληρο εδωhttp://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/754/

Δεν υπάρχουν σχόλια: