ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΤΗΝΟΣ!!!![Μέρος Β΄]..ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΑ

Αρχαιολογικοί θησαυροί κάθε εποχής, ξεκινώντας από τη νεολιθική, έχουν εντοπιστεί σε αρκετά σημεία του νησιού. Ενδεικτικά αναφέρονται το ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στα Κιόνια, το τοίχος της παλαιάς πόλης κ.ά. Σήμερα υπάρχουν ενδείξεις πως περισσότερες από 50 επιπρόσθετες τοποθεσίες της Τήνου παρουσιάζουν τεράστιο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.
Το ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης: Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους τόπους λατρείας των Αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος λειτουργούσε από τον 3ο π.Χ. έως και τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Το ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, των συζύγων θεών της θάλασσας και μεγάλων γιατρών, βρίσκεται περίπου 2,5 χλμ. δυτικά της Χώρας, στην περιοχή Κιόνια. Το τοπωνύμιο αποτέλεσε έναυσμα για δύο Βέλγους αρχαιολόγους, τους Demoulin και Graindor, να πραγματοποιήσουν ανασκαφές στην περιοχή στις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι ήρθαν στο φως τα τμήματα του μεγάλου περίστυλου ναού, διαστάσεων 21Χ16 μέτρων. Σε αυτά συγκαταλέγονται το ιερό, τα προπύλαια, ο βωμός, τα υδραγωγεία, τα λουτρά, αλλά και αρκετά αντικείμενα, τα περισσότερα από τα οποία φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του νησιού.
Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσης του ναού δεν έχει μέχρι στιγμής εξακριβωθεί. Ωστόσο πιθανολογείται πως κατασκευάστηκε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής. Ο γεωγράφος Στράβωνας (1ος αιώνας π.Χ.) περιγράφει το χώρο, αναφέροντας πως βρίσκονταν έξω από την (παλιά - βόρεια της σημερινής) πόλη της Τήνου, μέσα σε άλσος και περιλάμβανε μεγάλα εστιατόρια. Πολυπληθείς ομάδες προσκυνητών έφταναν από τα γειτονικά νησιά για να γιορτάσουν τα Ποσειδώνια ή Ποσίδεια, που διοργανώνονταν τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο. Η Τήνος, χάρη στη λατρεία του Ποσειδώνα, εξελίχθηκε σε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο, αντίστοιχο με εκείνο της Δήλου, το οποίο αναπτύχθηκε την ίδια εποχή και αφιερώθηκε στον Απόλλωνα.
Στην περιοχή δυτικά του ιερού έχουν βρεθεί λιγοστά ίχνη προϊστορικής κατοίκησης, χωρίς ωστόσο να προκύπτει καμία συνέχεια έως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., όποτε και εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις λατρείας στο χώρο.
Εκείνη την εποχή, η κυριαρχία των Κυκλάδων περνάει στους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με βασικότερους τους βασιλικούς οίκους των Αντιγονιδών και των Λαγιδών και οργανώνονται οικοδομικά προγράμματα, στα οποία - κατά πάσα πιθανότητα - εντάχθηκε και το ιερό του Ποσειδώνα. Στο τέλος του ίδιου αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα μνημειώδη κτίρια στα Κιόνια. Τον 3ο αιώνα π.Χ. γίνεται ανακατασκευή και επέκταση του ιερού. Παράλληλα, καθιερώνεται και η λατρεία της Αμφιτρίτης. Η φήμη του ναού εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα, την κάτω Ιταλία, τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Αφρικής. Ορισμένες μάλιστα πόλεις αναγνωρίζουν στο χώρο, το δικαίωμα του απαραβίαστου ασύλου.
Για τη διακόσμηση του ναού προσκλήθηκαν γλύπτες από διάφορα μέρη, όπως ο Αγασίας από την Έφεσο και ο Μακεδόνας Ανδρόνικος από την Κύρρο, ο οποίος κατασκεύασε το περίφημο μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Το σύμπλεγμα των δύο θεών φιλοτεχνήθηκε από τον Τελεσίνο τον Αθηναίο και σύμφωνα με τον Φιλόχωρο ήταν 9 πήχες (περίπου 4 μέτρα). Η κατασκευή της μεγάλης στοάς και του μνημειώδη βωμού συμπίπτει με τη μεγάλη οικονομική άνθηση των Κυκλάδων (τέλος 2ου αιώνα π.Χ.), τότε που η Δήλος γίνεται ελεύθερο λιμάνι
Το απόγειο της ακμής του ναού παρουσιάζεται την περίοδο 200 έως και 146 π.Χ. Ακολούθως η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δυσκολεύεται να προστατέψει αποτελεσματικά το ιερό από τις συνεχείς πειρατικές λεηλασίες, αλλά και τις επιδρομές των Ερούλων. Έτσι, ύστερα από έξι αιώνες ιστορίας και μιας παρατεταμένης περιόδου παρακμής, στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., ο ναός ερημώνει. Ένας κεραμικός κλίβανος στήνεται προσωρινά πάνω από τα ερείπια των θερμών και πλέον το χώρο επισκέπτονται μόνο όσοι αναζητούσαν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Οι χριστιανοί μετατρέπουν ένα τμήμα του ναού σε εκκλησία, την οποία αργότερα εγκατέλειψαν.
Το Κάστρο του Εξωμβούργου: Ο απόκρημνος λόφος του Εξωμβούργου είναι άρρηκτα δεμένος με την ιστορία του νησιού. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, από το 1000 π.Χ., στην κορυφή του υπήρχε Ακρόπολη. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη νότια και δυτική πλευρά του κτίστηκε κυκλώπειο τείχος, το οποίο οχύρωσε έναν όχι ιδιαίτερα μεγάλο οικισμό, ωστόσο άρτια οργανωμένο, καθώς διέθετε ακόμη και εργαστήριο μεταλλουργίας. Από τις ανασκαφές του καθηγητή Νίκου Κοντολέωντα, το 1950, προκύπτει πως η περιοχή κατοικήθηκε με διαλείμματα και τα μεταγενέστερα χρόνια (γεωμετρική και αρχαϊκή εποχή). Επιπρόσθετα, έχουν βρεθεί τα ερείπια ναού, αφιερωμένου στη θεά της βλάστησης και των φυτών, Δήμητρα, που ανάγεται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Το Θεσμοφόρειο αποτελείται από σειρά δωματίων γύρω από τον κεντρικό ναό.
Την κλασική περίοδο, η ίδρυση της παραθαλάσσιας πόλης του Αγίου Νικολάου αποτέλεσε πιθανότατα την αιτία που ο οικισμός εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, οι συχνές πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τον πληθυσμό να επανιδρύσει την παλιά πρωτεύουσα στις προστατευμένες πλαγιές του απρόσβλητου βράχου.
Τα οχυρωματικά έργα επεκτάθηκαν την περίοδο που το νησί παραχωρήθηκε στην οικογένεια Γκύζη (1207-1390). Κατά την ενετοκρατία (1390-1715), το Κάστρο είχε μετατραπεί σε ένα απόρθητο φρούριο, μέσα στο οποίο υπήρχαν πάνω από 650 σπίτια, 7 εκκλησίες και αρκετοί βοηθητικοί χώροι, όπως αποθήκες, δεξαμενές νερού κ.ο.κ. Εδώ διέμεναν σχεδόν στο σύνολό τους οι άνθρωποι της διοίκησης, οι άρχοντες, οι στρατιωτικοί και οι παπάδες. Στην κορυφή του αρχικά βρίσκονταν η κατοικία των Γκύζηδων, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε πολεμικό άντρο, όπου τοποθετήθηκαν τα κανόνια.
Στο σημείο αυτό αναγέρθηκε εκκλησία προς τιμή της Αγίας Ελένης, από την οποία το Κάστρο πήρε το όνομά του. Έξω από τα όριά του υπήρχαν ακόμη 100 κτίσματα, τα οποία αποτελούσαν τα σπίτια και τα μαγαζιά των γεωργών.
Το φρούριο δέχτηκε πάρα πολλές επιθέσεις από Σαρακηνούς, Τούρκους και άλλους πειρατές, τις οποίες απέτρεψε επιτυχώς. Ωστόσο η καθοριστική άλωσή του επιτεύχθηκε από τον Τζανούμ Χότζα, στις 5 Ιουνίου 1715. Το φρούριο έπεσε μέσα σε τρεις μόλις ημέρες πολιορκίας, μετά την προδοσία του Μπάλμπι και ύστερα από 500 ολόκληρα χρόνια σθεναρής αντίστασης. Η τουρκική μανία είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του. Οι πιο φτωχοί κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή έξω από το κάστρο, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στα διάφορα χωριά. Οι έμποροι επέστρεψαν στο λιμάνι του Αγίου Νικολάου.
Ο οικισμός του Εξωμβούργου διατηρήθηκε έως τον 20ό αιώνα. Ωστόσο, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες (πολλή υγρασία, δυνατοί βοριάδες κλπ.) έκαναν τη διαβίωση ιδιαίτερα δύσκολη, με αποτέλεσμα η περιοχή να εγκαταλειφθεί οριστικά. Σήμερα, ελάχιστα είναι τα ερείπια που διασώζονται από τον παλιό οικισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται τα απομεινάρια του πρώτου καθεδρικού Καθολικού ναού, του Επισκοπικού μεγάρου, ενετικών κατοικιών κ.ά. Όσον αφορά στην ονομασία Εξώμβουργο (Ξώμβουργο), προέρχεται από την ιταλική λέξη Soborgo, η οποία σημαίνει προάστιο - χωριό έξω από το κάστρο.
Στις ημέρες μας, ένα παλιό και πετρόκτιστο μονοπάτι λίγων μέτρων οδηγεί στην κορυφή του λόφου, όπου έχει τοποθετηθεί ένας τεράστιος μαρμάρινος σταυρός. Η εγκατάστασή του έγινε στις 4 Νοεμβρίου 1900, στο σημείο όπου παλαιότερα ορθώνονταν το εκκλησάκι της Αγίας Ελένης. Η θέα είναι μοναδική. Η ματιά περιστρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα. Τις ημέρες με καθαρή ατμόσφαιρα, ένας ζωντανός - ανάγλυφος χάρτης των γειτονικών Κυκλαδίτικων νησιών (Σύρος, Μύκονος, Δήλος, Πάρος, Νάξος, Σίφνος, Ίος, ακόμη και Ικαρία) απλώνεται ολόγυρα. Τη νύχτα, ο σταυρός φωτίζεται, σηματοδοτώντας την κορυφή του πιο επιβλητικού λόφου.
Το τείχος της Παλιάς Πόλης: Από τις ανασκαφές του καθηγητή Νίκου Κοντολέωντα προκύπτει πως υπήρχε περιτειχισμένη αρχαία πολιτεία, η οποία ξεκινούσε από τους νότιους και νοτιοδυτικούς πρόποδες του Εξωμβούργου, έφτανε στις αγροτικές περιφέρειες του Τριπόταμου και της Ξυνάρας, στην πίσω πλευρά του σημερινού Ιερού Ναού της Παναγίας και στο παλιό δρόμο Κτικάδου - Τριπόταμου. Εκεί πιθανότητα διέμενε μία από τις 12 αυτόνομες φυλές του νησιού. Το τείχος, που είναι εύκολα προσπελάσιμο για μήκος άνω των 1.500 μέτρων, είναι κτισμένο σε αιγαιοπελαγίτικο ρυθμό, ενώ στη βορινή του πλευρά διατηρούνται τα χαλάσματα τριών πύργων. Σε δύο σημεία του, παλαιότερα, γεωργοί κατασκεύασαν στάβλους, χρησιμοποιώντας ως μέρος των κτισμάτων τα ερείπια του αρχαίου τείχους, γεγονός που βοήθησε στην άριστη συντήρηση αυτών των τμημάτων.
Η Αρχαία Πόλη του Βρυοκάστρου: Στον ιστορικό λόφο του Βρυοκάστρου έχουν βρεθεί τα ερείπια του τοίχους που περιέβαλε, κατά πάσα πιθανότητα, τον αρχαιότερο οικισμό του νησιού. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, η οχύρωση έγινε περίπου το 16ο αιώνα π.Χ., στην αρχή της ύστερης εποχής του Χαλκού. Η τοποθεσία επιλέχθηκε, διότι αποτελούσε σημείο ελέγχου των θαλάσσιων διαδρομών προς τις Κεντρικές Κυκλάδες και την Κρήτη. Επίσης, καθώς βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, οι κάτοικοι του οικισμού είχαν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Επιπρόσθετα, το έλος που υπάρχει έως και τις ημέρες μας, στους πρόποδες του λόφου, περιβάλλονταν από δάσος, γεγονός που ευνοούσε το κυνήγι.
Άλλες Περιοχές: Η ευρύτερη περιοχή γύρω από την Ιερά Μονή της Κυρά Ξένης θεωρείται μία από τις αρχαιότερες του νησιού. Ενδείξεις και ευρήματα ανάγονται στην προϊστορική εποχή, ενώ από τις ανασκαφές του Καθηγητή Αρχαιολογίας, Γεωργίου Δεσποίνη, ήρθε στο φως ένας θολωτός μυκηναϊκός τάφος, καθώς και ένας τάφος των γεωμετρικών χρόνων. Μία επιγραφή του 4ου αιώνα π.Χ., από την περιοχή της Ευαγγελίστριας του Γραμματικού, η οποία αναφέρει ένα Ιερό της Γης, επιβεβαιώνει την ύπαρξη οικισμού τουλάχιστον από τα ρωμαϊκά έτη.
Στις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις συγκαταλέγονται οι γεωμετρικοί τάφοι της Καρδιανής και του Κτικάδου. Σπουδαία ευρήματα έχουν εντοπιστεί σε αρκετά σημεία του νησιού, όπως στο Σπήλαιο των Γαστριών, στης Κόρης τον Πύργο, στην περιοχή Σμόβολο κ.ά. Επίσης, τα ερείπια πύργου ελληνιστικής εποχής βρίσκεται στο χωριό Πύργος.

ΣΠΗΛΑΙΑ
Στην Τήνο επικρατούν οι σχιστόλιθοι, ενώ ασβεστόλιθοι υπάρχουν μόνο στη μεταμορφωμένη μορφή των μαρμάρων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το γεωλόγο και ιστορικό Ν. Μελιδώνη, σχεδόν το 70% του νησιού αποτελείται από σχιστόλιθο διαφόρων μορφών, όπως πράσινους, φυλλίτες, χαλαζίτες, πυριτιομάρμαρα και ταλκικούς ή χλωρικούς σχιστόλιθους. Επιπλέον υπάρχουν γνεύσιοι, μάρμαρα, γνευσιακοί και μαρμαρυγιακοί σχιστόλιθοι και άλλες μεταμορφωμένες μορφές σχιστοποιημένες ή όχι. Έτσι στην Τήνο παράγονται δομικά στοιχεία (μάρμαρα, σχιστόλιθοι, γνεύσιοι), πλάκες (σχιστόλιθοι και φυλλίτες - η γνωστή Τηνιακή πέτρα), βιομηχανικά ορυκτά (τάλκης) και υλικό μαρμαροτεχνίας και γλυπτικής (μάρμαρο).
Επίσης στο νησί υπάρχουν μαγματικά πετρώματα που διακρίνονται σε συνιζηματογενείς ή συντεκτονικούς σχηματισμούς όπως σερπεντινίτες, οφειτασβεστίτες (τα Τηνιακά πράσινα μάρμαρα), γάββροι και γρανοδιορίτες, καθώς και σε υστεροτεκτονικούς σχηματισμούς (γρανίτες) και πιο συγκεκριμένα στο γρανίτη της Βολάξ. Ο τελευταίος αποτελεί φυσικό μνημείο διεθνούς επιστημονικού ενδιαφέροντος και ιδιαίτερου κάλλους. Το γεγονός αυτό στηρίζεται τόσο στη σφαιρική αποσάθρωση που εμφανίζει και μάλιστα σε πολύ μεγάλη έκταση, όσο και στις κοιλότητες οι οποίες προέρχονται από χημική και κυρίως αιολική αποσάθρωση.
Επιπρόσθετα, στην Τήνο συναντάμε σύγχρονα ιζήματα, τα οποία είναι προϊόντα της διάβρωσης και αποσάθρωσης των άλλων γεωλογικών σχηματισμών. Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο «πώρο του Αιγαίου», το οποίο είναι εντονότερο στην περιοχή της Καρδιανής. Εκεί, πάνω σε μία στροφή του δρόμου βρίσκεται και ένας λαξεμένος από το βοριά και την αλμύρα βράχος, που εντυπωσιάζει τους περαστικούς. Το σχήμα του θυμίζει κοχύλι και αποτελεί γεωλογικό μνημείο. Η πινακίδα που έχει τοποθετηθεί μπροστά του αναφέρει χαρακτηριστικά: «γεωλογική αποσάθρωση σε σχιστόλιθο, μορφή tafoni και alveole».
Το λευκό και πράσινο μάρμαρο που παράγει το νησί είναι διάσημο σε ολόκληρο των κόσμο. Ακόμη υπάρχουν κοιτάσματα χρωμίου, μόλυβδος, σιδηρούχα και μαγγανιούχα μεταλλεύματα κ.ά
Στην Τήνο, μέχρι στιγμής, έχουν βρεθεί αρκετά σπήλαια, πολλά από τα οποία παρουσιάζουν σημαντικό γεωλογικό, ιστορικό και εντομολογικό ενδιαφέρον. Η πιο πρόσφατη ανακάλυψη είναι ένα σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που ήρθε στο φως τυχαία κατά τη διάρκεια εργασιών για τη διάνοιξη του δημόσιου δρόμου στον Τριαντάρο. Ωστόσο, παρόλο που από τότε έχουν περάσει αρκετά χρόνια, μόνο η είσοδός του έχει διανοιχτεί. Επισημαίνεται ακόμη πως κανένα από τα σπήλαια του νησιού δεν διαθέτει τις απαιτούμενες υποδομές για τουριστικές επισκέψεις. Έτσι όσοι επιθυμούν να τα εξερευνήσουν, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.
Σπήλαιο των Γαστριών: Βρίσκεται δυτικά των Κιονίων, στην Πλατειά Άμμο. Το σπήλαιο αυτό, μήκους 50 μέτρων, παρουσιάζει εξαιρετικό γεωλογικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Η είσοδός του σχηματίζεται ανάμεσα στα παραθαλάσσια βράχια του ομώνυμου ακρωτηρίου, ενώ το εσωτερικό του είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Ένα ιδιόμορφο ημικυκλικό κτίσμα αποζημιώνει τους τολμηρούς επισκέπτες του. Μικροί θόλοι στολίζουν το διάδρομο της εισόδου, του οποίου οι διακλαδώσεις οδηγούν στο άνοιγμα ενός μεγάλου θαλάμου. Σε όλα τα τοιχώματα του σπηλαίου υπάρχουν αμέτρητες επιγραφές, οι περισσότερες από τις οποίες, αν και διαφορετικών εποχών, είναι ανορθόγραφες. Ωστόσο, από αυτές προκύπτει πως κατά τη βυζαντινή περίοδο και την ενετοκρατία, εκεί βρίσκονταν πιθανότατα ναός αφιερωμένος στον Άγιο Στέφανο. Επιπρόσθετα, το σπήλαιο αποτελούσε κρησφύγετο για τους κυνηγημένους χριστιανούς κατά τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους. Στη μεγάλη αίθουσά του ορθώνεται μία πέτρινη Αγία Τράπεζα, ενώ γενικότερα ο χώρος έχει σταλακτίτες και είναι καλυμμένος με κρυσταλλώδη ασβεστόλιθο. Σύμφωνα με ενδείξεις, στην περιοχή, κατά την αρχαιότητα, υπήρχαν αργιλικές αποθέσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη για την κατασκευή κεραμικών σκευών. Πιθανολογείται ακόμη ότι σήραγγα που ξεκινάει από το εσωτερικό του σπηλαίου και φτάνει έως το Εξώμβουργο, χρησιμοποιούνταν τα παλαιότερα χρόνια ως δίοδος διαφυγής των πολιορκημένων του Κάστρου.
Μυγοσπηλιά ή Καμένη Σπηλιά: Βρίσκεται 6 χλμ. βορειοδυτικά του χωριού Αετοφωλιά, 200 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, εκεί όπου υψώνεται ο ορεινός γρανιτένιος όγκος Καστέλα - Καλανίστα. Παρουσιάζει έντονο ιστορικό, γεωλογικό και εντομολογικό ενδιαφέρον. Παρόλα αυτά δεν προσφέρεται για εξερεύνηση από ερασιτέχνες. Έχει δύο εισόδους. Η πρώτη είναι πλατιά και ανοίγεται στο επάνω μέρος της σπηλιάς, ενώ η δεύτερη είναι στενή και σε αρκετά πιο χαμηλό σημείο. Το βάθος της φτάνει περίπου τα 55 μέτρα. Στο εσωτερικό της μπορεί να μπει κανείς μόνο έρποντας. Ωστόσο, το θέαμα είναι αποκρουστικό, καθώς υπάρχουν πολλά οστά από γυναικόπαιδα κυρίως, σμήνη από ένα είδος πράσινης, μικροσκοπικής μύγας και άπειρα μυρμήγκια. Πιθανολογείται πως τα λείψανα ανήκουν σε ανθρώπους που ζούσαν κρυμμένοι στη σπηλιά την εποχή της επανάστασης κατά των Τούρκων για να σωθούν από τη μανία τους. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, το μάλλινο κουβάρι μίας γυναίκας που έπλεκε έφυγε από το χέρι της και κύλησε κάτω από τα βράχια. Οι εισβολείς το βρήκαν, το ακολούθησαν και ανακάλυψαν το κρησφύγετό τους. Για να τους τιμωρήσουν, τους σκότωσαν και έκαψαν τη σπηλιά.
Δρακόλακας: Βρίσκεται 4 χλμ. ανατολικά της Πλακιάς και 1 χλμ. νότια του κόλπου Βαθύ. Η είσοδός του είναι μία βραχώδης και κατηφορική διάβαση, που μετά από λίγα μέτρα, οδηγεί σε έναν ευρύχωρο θάλαμο. Το σπήλαιο καταλήγει σε ένα λάκκο.
Σπήλαιο του Βρυόκαστρου (ή Βρέκαστρου): Βρίσκεται στην ανατολική ακτή του ομώνυμου λόφου, 3 χλμ. ανατολικά από την πόλη της Τήνου. Έχει βάθος 5 μέτρα και ουσιαστικά είναι παράκτιο και υποθαλάσσιο. Έτσι η πρόσβαση είναι εφικτή με βάρκα ή μικρό φουσκωτό.
Σπήλαιο των Βουλισμένων: Βρίσκεται 1 χλμ. νότια της Φανερωμένης, εκεί όπου καταλήγει ο Τσικνιάς στη θάλασσα. Το δάπεδό του είναι βραχώδες, ενώ στο εσωτερικό του συνήθως φωλιάζουν αγριοπερίστερα. Πιθανολογείται πως το σπήλαιο επικοινωνεί με την κορυφή του βουνού.
Σπήλαιο της Κιθάρας: Βρίσκεται 3 χλμ. βορειότερα από το σπήλαιο των Βουλισμένων. Έχει βάθος 6 μέτρα περίπου, ενώ το θαλασσινό νερό εισχωρεί σε όλο το μήκος και το πλάτος του. Πιστεύεται ότι επικοινωνεί μέσω βαράθρου με την κορυφή του Τσικνιά. Συχνά αποτελεί φωλιά για τα αγριοπερίστερα.
Σπήλαιο Φουρνακίων: Βρίσκεται στον ομώνυμο κόλπο, ανάμεσα στα ακρωτήρια Παπάργυρος και Αξαχωπός. Η θάλασσα εισχωρεί σε όλο το μήκος του, που φτάνει τα 6 μέτρα. Εκεί υπάρχει και μία πηγή με γλυκό νερό.
Σπηλιές: Βρίσκονται 1 χλμ. δυτικά του κόλπου της Λιβάδας, ανάμεσα στα ακρωτήρια Φέρο Κρημνό και Διασφάη. Η διάβρωση των κυμάτων έχει σχηματίσει πέντε συνεχόμενα σπήλαια. Τα δύο μεγαλύτερα έχουν μήκος 40 και 20 μέτρα αντίστοιχα, ενώ η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο με σκάφος. Σε μία από τις σπηλιές υπάρχει πηγή με γλυκό νερό.
Κρούφτρες: Βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού Φλάμπουρο, βόρεια του Φαλατάδου. Η πρόσβαση στην είσοδο του σπηλαίου, αλλά και η περιήγηση στο εσωτερικό του απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς είναι αρκετά δύσβατο και απότομο.
Μπουρούνια: Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ομώνυμου ακρωτηρίου. Το μήκος του φτάνει τα 15 μέτρα και η πρόσβαση σε αυτό είναι εφικτή μόνο με σκάφος.
Κουφαγρέλι: Βρίσκεται περίπου 3 ναυτικά μίλια δυτικά του Πανόρμου, ανάμεσα στα ακρωτήρια Παριανού και Δόρδιας. Εκεί σχηματίζεται ένας μικρός όρμος. Στο βάθος του είναι το σπήλαιο, μήκους 6 μέτρων. Η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο με σκάφος.
Σπήλαιο Πανόρμου: Βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του κόλπου του Πανόρμου, κοντά στο μικρό ακρωτήρι Καμάρα. Ανακαλύφθηκε το 1854, μέσα σε ένα λατομείο μαρμάρου. Αποτελείται από δύο θαλάμους, με αξιόλογη διακόσμηση σταλακτιτών και σταλαγμιτών.
 Σπήλαιο Καμάρας: Βρίσκεται σχεδόν δίπλα στο σπήλαιο Πανόρμου. Έχει μήκος 4 μέτρα και η πρόσβαση είναι εφικτή με σκάφος.
πηγή http://www.tinosisland.gr  Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: