ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΜΑΣ!!!!!!

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κοντινό πλάνοΧήρα, ετών ογδόντα εφτά. Ολογράφως.
Φύρα για το κράτος.
Ντρέπεται, γιατί ξεπέρασε το προσδόκιμο.
Και είναι βάρος, για όλους. Λέει.
Σύνταξη 394 ευρώ. Τρακόσα ενενήντα τέσσερα.
Ολογράφως κι αυτό.
Άλλοι -λέει- δεν παίρνουν ούτε τρακόσα.
Μερικοί ούτε καν σύνταξη.
Μερικοί δεν έχουν καν δουλειά.
Κάποιες μέρες ούτε γάλα για το παιδί παίρνουν.
Την κάναν να ντρέπεται και γι αυτό.
«Επειδή το βάλατε γινάτι να ζείτε εσείς με τρακόσα ευρώ,
εσείς που ανάγκες δεν έχετε,
δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους, ένα βαρίδιο είστε».
Στα νοίκια, επί αιώνες.
Όλα πέφτουν, τα νοίκια είναι σκληρά καρύδια, αντέχουν ακόμη.
Έφυγε, μετά από εικοσιπέντε χρόνια, από το προηγούμενο σπίτι
γιατί ούτε ένα εικοσάρικο σκόντο δέχτηκαν να της κάνουν,
να πληρώνει τουλάχιστον τη συμμετοχή για τα χάπια της πίεσης.
Μετακόμιση στα 86. Νέα ζωή αρχίζει ξανά.
Για δυο μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο κουτί.
Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν.
Ήθελε το βράδυ να πάει στο μπάνιο και πήγαινε στην ντουλάπα.
Ήθελε να πατήσει το διακόπτη και έπιανε πόμολο.
Πήγαινε να ανοίξει τη βρύση στην κουζίνα και άνοιγε το ψυγείο.
Τρεις φορές λάθεψε και στο κρεβάτι,
ευτυχώς είχε τοίχο δίπλα και την κράτησε όρθια.
Το 2011 πλήρωσε τρεισήμισι χιλιάρικα σε νοίκια.
Μπορούσε βέβαια,
να πάει να ζήσει σε τριάντα τετραγωνικά στον πρώτο
ή σε κανένα δώμα,
αντί να ζητάει Βερσαλλίες στον τρίτο με εξηνταπέντε τετραγωνικά.
Και σε γηροκομείο μπορούσε, βασίλισσα θα ήταν,
αν δεν ντρεπόμασταν εμείς.
Το σύνδρομο της Βίκης τις στοίχειωσε όλες όμως, νέες και γριές.
Στα λούσα και στη χλίδα.
Και γι αυτό ντρέπεται.
Πληρώνει ρεύμα, νερά, τηλέφωνο.
Και κοινόχρηστα.
Επιμένει να έχει ηλεκτρικό, τρεχούμενο νερό
και να μιλάει μια στις τόσες με τις κόρες της και την αδερφή της.
Να μιλάει, για να νιώθει ότι δεν είναι φάντασμα.
Δεν θα το πιστέψεις αλλά τρώει κιόλας.
Έχει δοσοληψίες με τον χασάπη.
Τον φούρναρη.
Και με το μανάβη.
Μια μέρα είδα να της κάνει ντελίβερι και ο μπακάλης της γειτονιάς.
Τυρί, γάλα, ρύζι, αλεύρι, έναν πελτέ ντομάτας,
μακαρόνια νούμερο 10, πιπέρι, ζάχαρη,
δυο κουτάκια μπίρες.
«Για τα εγγόνια» που θα ‘ρχόταν να τη δουν.
Εκείνη πίνει ελληνικό, μέτριο.
Αν ξεχάσει να πει στο μπακαλόπαιδο να φέρει καφέ,
πίνει νερό σκέτο.
Από τη βρύση και το ψυγείο, μισό μισό.
Έχει και ψυγείο.
Ένα Κελβινέιτορ σαράντα χρόνων, δεν το αλλάζει.
Κανείς δεν της είπε ότι εδώ δεν είναι αρχαία Αίγυπτος,
να θάβουν τους ανθρώπους με τα ηλεκτρικά τους μαζί.
«Αφού δουλεύει παιδάκι μου, τι με πειράζει η απόψυξη;»
Τα πόδια τσακισμένα, η μέση τσακισμένη,
δεν βγαίνει πια έξω,
μόνο στο μπαλκόνι για να ρίξει λίγο νερό στις πέντε γλάστρες.
Στις μεγάλες ζέστες πλένει και το μπαλκόνι, ξυπόλητη.
Τότε μόνο τη βλέπω να ανατριχιάζει από ευχαρίστηση.
Τότε που θυμάται τις παλιές μέρες,
που έπλενε τη σκάλα στη μονοκατοικία όταν ο ήλιος έκαιγε
και μετά έστρωνε τις κουρελούδες για να καθίσει με τις φίλες της,
καρπούζι γλυκό, κρύο νερό, γέλια.
Της είπα χίλιες φορές:
«απαγορεύεται να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό».
Το είπα και στην κόρη της: «μίλα της, εσένα σ’ ακούει».
Δεν μ’ ακούει καμιά τους.
Επιμένει να μη ξεχνάει. Αδιόρθωτη.
Δεν ντρέπεται να θυμάται, λέει.
Στις είκοσι του μήνα της έχουν περισσέψει σαράντα,
άντε πενήντα ευρώ,
μέχρι να ξαναπληρωθεί.
Από τις είκοσι και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια,
«όχι παιδάκι μου, απ’ όλα έχω».
Γιατί ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουμε για ένα ψωρορύζι,
λίγα μακαρόνια, μισό κιλό κιμά και τρία φρούτα.
Και ντρέπεται.
Κι άμα της γεμίσουμε κρυφά -τώρα που μπορούμε κι εμείς-
ντουλάπι ή ψυγείο,
κλαίει.
Και κοιτάει στο πάτωμα, εμάς όχι.
Ούτε το ταβάνι μπορεί να κοιτάξει,
το γαμημένο το αυχενικό την γονατίζει κάθε δεύτερη μέρα.
Δεν έχει πια κόκαλα, μια στήλη από άλατα είναι.
Η γυναίκα του Λωτ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της.
Χτες της είπαμε ότι πρέπει να πληρώσει τετραψήφιο στην εφορία.
Χίλια ευρώ και λίγα κέρματα.
Πώς είναι όταν ο γιατρός σου λέει «δεν έχω καλά νέα»,
έτσι και τώρα.
Πρώτα της είπαμε να καθήσει.
Δεν κατάλαβε.
«Γιατί;», ρώτησε,
«δεν έχω ζάλη σήμερα, αφού έπλυνα και τα στόρια, καλά είμαι».
Τώρα θα ντραπεί για τα καλά.
Αυτή.
Που δεν χρώσταγε ποτέ ούτε ώρα σε άλλους,
ούτε φλιτζάνι ζάχαρη, ούτε σπυρί από ρύζι,
όχι λεφτά.
Θα ντραπεί,
όσο και ο άλλος που ανατριχιάζει και μόνο στην ιδέα,
ότι θα ξεφτιλιστεί αν μετακινείται με τραμ, με ΚΤΕΛ και τρένα,
μαζί με όσους παίρνουν τρακόσα, πεντακόσια, ή εκατό ευρώ.
Γι αυτό φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα όλους τους άλλους,
έναν έναν,
μέρα με τη μέρα.
Nα τους βάλουν να τρώγονται μεταξύ τους,
να ξεφτιλίζονται σαν τις πουτάνες που τρώγονται για τον πελάτη,
θαρρείς και δεν ξέρουν πως είτε τον πάρουν είτε όχι,
πάλι πουτάνες θα είναι.
Τρακόσα ενενήντα τέσσερα ευρώ σύνταξη
και έχεις στόμα και μιλάς,
εμείς που είμαστε δυο με πεντακόσια τι να πούμε δηλαδή;
Γι αυτό μας ξεφτιλίζουν έναν έναν,
όλους,
μέχρι τον τελευταίο.
Για να είναι η δική τους ξεφτίλα μικρότερη.
Η πρώτη και μοναδική φορά που ζητάνε κάτι λιγότερο,
κάτι μικρότερο, κάτι ευτελέστερο.
«Ξεφτιλισμένοι ναι, αλλά εσείς περισσότερο.
Είτε το θέλετε μαλάκες, είτε όχι, εμείς είμαστε από πάνω.
Πάντα.
Επειδή εσείς μας βάλατε από πάνω.
Ξεφτιλισμένοι μια εμείς, χίλιες εσείς.
Μαλάκες, ε μαλάκες».
-----------Κ. Κ. Μοίρης
===========
Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, χαμογελάει, κάθεται
Άπλωσε σε ένα πάγκο 10 ντομάτες,
λίγα σκόρδα, λίγες πιπερίτσες, 7 αγγουράκια, 4 ματσάκια μαϊντανό, δυο γλάστρες.
Τα κοιτάει με χαμόγελο. Τι να σκέφτεται;
Γαμώ...το. Σκέφτομαι εγώ.
Νάρθω να σε πάρω μια αγκαλιά, να πάρω
τα ζαρζαβατικά σου και να γυρίσεις σπίτι σου, να ησυχάσεις.
Τι στο καλό κάνεις στο δρόμο
ψυχή μου όμορφη;
.
Γιατί δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό
που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους
και τους φτωχούς φτωχότερους.
Πως επιτρέπουμε τέτοιες καταστάσεις;
Αναρτηση: Μεσσηνης Κυριακος    Κοντρα στους '''χαλεπους καιρους'''

*Αφιερώνω την  εγγραφή σ έναν φτοχωδιάβολο τσογλανάκο, που περιφέρεται εδώ γύρω,χωρίς καρδιά χωρίς ψυχή,παριστάνοντας τον Ελληνα,μέ   τ'ην ημιμάθεια και τα συμπλέγματα του,μεταφέροντας την αστρολατρεία στην κριναετίσια εκδοχή της,ως γνώση αδιαμφισβήτητη και μοναδική[μας ηρθε κι αυτός κατευθείαν απ την Ανδρομέδα..μα ένα πράγμα,ολοι οι κρυφοναζι κομπλεξικοι,να μάς ερχονται από εκει!!!!και να διεκδικούν και την ιδιότητα του Ελληνα..]και καταφέρεται κατά των εξαθλιωμένων ηλικιωμένων,αντι να είναι στον δρόμο και να διεκδικεί ότι παράνομα και καταχρηστικά αφαίρεσαν οι επικυρίαρχοι,απο τον ιδιο,τους γονείς και τους παππούδες του κι ακύρωσαν το μελλον των παιδιών του...για την παθογένεια της χώρας,δέν φταίει η γενιά που βρίσκεται στην δυση της ζωής της,φταιμε ολοι κι εσυ ...τουλάχιστον μην μαγαρίζεις την εννοια Ελλην...απέχεις ζωές μακριά απ την ουσια της....αει σιχτίρ τσόγλανε......

Δεν υπάρχουν σχόλια: