ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΡΩΜΗΣ[ΜΕΡΟΣ Γ]

Η κρίση του ελληνορθόδοξου κόσμου
Τον Σεπτέμβριο του 1916, η Ελλάδα, ενώ διατελούσε ήδη υπό την επικυριαρχία της Δύσης, υπέστη μια σημαντική πολιτική διαίρεση, μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, υπό των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης, πρωτοστατούντων σε αυτήν της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Στη συνέχεια, την περίοδο 1917-1920, η Ελλάδα εκυβερνάτο κατ’ ουσίαν δικτατορικώς από τους βενιζελικούς. Η Εκκλησία της Ελλάδος, στενά συνδεδεμένη με το Νεοελληνικό Κράτος, βρέθηκε στη δίνη του Δυτικού ιμπεριαλισμού.

Το 1917, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος εξεβλήθη βιαίως από τη Μητρόπολή του από την επαναστατική κυβέρνηση των βενιζελικών (γνωστή ως κυβέρνηση «Εθνικής Αμύνης») δια των ανδρών της Χωροφυλακής και απομονώθηκε σε διάφορες Μονές του Κράτους, επειδή είχε πρωταγωνιστήσει στην τελετή του «αναθέματος» κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Πεδίον του Άρεως το 1916 και ήταν φιλοβασιλικός. Τον Ιούλιο του 1917, κατ’ εντολή της βενιζελικής επαναστατικής κυβέρνησης της «Εθνικής Αμύνης» (την οποία σχημάτισε στη Θεσσαλονίκη, με την υποστήριξη της Αντάντ (Συνεννόησης), ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαζί με τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή), συγκροτήθηκε τετραμελής Αριστίνδην Σύνοδος για τη διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή η αντικανονική διοικητική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, άμεσα υποτελής στις αλλόδοξες και ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις της Δύσης, συγκρότησε «έκτακτο Ανώτατο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο», το οποίο, στις 3 Οκτωβρίου 1917, καθαίρεσε τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο, δια ψήφων 7 έναντι 6, κατ’ απαίτηση της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου (βλ. Θ. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία, τόμος Β’, Αθήνα, 1970, σελ. 721-722, 736, 744). Έτσι, ο Θρόνος της Μητρόπολης Αθηνών παρέμεινε κενός, από τον Οκτώβριο του 1917 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1918.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1918, η αντικανονική Αριστίνδην Σύνοδος, η οποία στο μεταξύ είχε γίνει πενταμελής, προέβη στην εκλογή Μητροπολίτη Αθηνών, σύμφωνα με παρασκηνιακές συνεννοήσεις της με την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα Νόμο, εκείνη η Αριστίνδην Σύνοδος απέστειλε προς την κυβέρνηση πρόταση τριών υποψηφίων, ώστε η κυβέρνηση να επιλέξει μεταξύ αυτών το πρόσωπο που θα ήταν ο επόμενος Μητροπολίτης Αθηνών. Μεταξύ των τριών εκείνων υποψηφίων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προέκρινε και ουσιαστικά επέβαλε ως Μητροπολίτη Αθηνών τον Μελέτιο Μεταξάκη, ο οποίος προηγουμένως ήταν Μητροπολίτης Κιτίου Κύπρου και βεβαίως ήταν βενιζελικός. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, η εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη στη Μητρόπολη Αθηνών ήταν αντικανονική αφενός επειδή έγινε από Αριστίνδην Σύνοδο (δηλαδή χωρίς τη συμμετοχή όλων των επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος), κατά παράβαση του Δ’ Κανόνα της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, αφετέρου επειδή στη διαδικασία εκλογής αναμείχθηκε ευθέως η κοσμική εξουσία, κατά παράβαση του Α’ Αποστολικού Κανόνα. Επίσης, ο Μελέτιος Μεταξάκης ήταν μέλος της Τεκτονικής Στοάς «Αρμονία» της Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία μυήθηκε στις 15 Μαρτίου 1910 και μέσω αυτής επικοινωνούσε συστηματικά με τους παράγοντες του Δυτικού πολιτιστικού και πολιτικού ιμπεριαλισμού.

Το 1918, ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές (θεολόγοι) Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και Αμίλκας Αλιβιζάτος διεξήγαν ανεπίσημες οικουμενιστικές[7] θεολογικές συζητήσεις με την Επισκοπική Εκκλησία των ΗΠΑ και με την Αγγλικανική Εκκλησία της Μεγάλης Βρετανίας. Από το 1918 μέχρι το 1922, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είχε πατριάρχη και ο θρόνος αυτού ήταν κενός, έχοντας Τοποτηρητή τον δεδηλωμένο οικουμενιστή Μητροπολίτη Προύσης Δωρόθεο. Το 1919, ο Προτεστάντης Αρχιεπίσκοπος Ουψάλας της Σουηδίας Σόεντερμπλομ (Lars Olof Jonathan Söderblom) πρότεινε τη σύγκληση ενός παγχριστιανικού συνεδρίου το οποίο θα αποτελούσε ένα είδος «Κοινωνίας των Εκκλησιών», κατά το πρότυπο της «Κοινωνίας των Εθνών». Ο Σουηδός λόγιος και διπλωμάτης Κόλμοντιν (Johannes Kolmodin), φίλος του Σόεντερμπλομ, βρισκόταν σε επαφή με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, από τον Φεβρουάριο του 1918, και είχε ενημερώσει παράγοντες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τις προσπάθειες του Σόεντερμπλομ να φέρει σε επαφή εκκλησιαστικούς ηγέτες από διάφορα έθνη.

Υπό την επιρροή του αγγλοαμερικανικού παράγοντα, η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, στις 10 Ιανουαρίου 1919, συζήτησε το ζήτημα της οικουμενιστικής συμμαχίας. Σε εκείνη τη σύνοδο, ο Τοποτηρητής του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως Δωρόθεος πρότεινε τη σύγκλιση και ένωση των Ορθοδόξων με τις Εκκλησίες της Δύσης. Επίσης, κατ’ αναλογία προς την εκπορευόμενη από τις ΗΠΑ ιδέα της Κοινωνίας των Εθνών, η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ανέλαβε την προώθηση της ιδέας μιας Κοινωνίας των Εκκλησιών. Τον Απρίλιο του 1919, ο Πατριαρχικός Επίτροπος Μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος μετέβη στο Παρίσι για να παρουσιάσει τις απόψεις του Πατριαρχείου στην εκεί εργαζομένη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, όπου ιδρύθηκε η Κοινωνία των Εθνών.

Εναρμονιζόμενο προς το μοντέλο της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που προωθούσε η ατλαντική ελίτ (ιδίως οι ΗΠΑ) και προς την κουλτούρα της Κοινωνίας των Εθνών, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τον Ιανουάριο του 1920, εξέδωσε μια οικουμενιστική Εγκύκλιο «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», στην οποία η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δήλωνε ότι «η των διαφόρων Χριστιανικών Εκκλησιών προσέγγισις προς αλλήλας και κοινωνία ουκ αποκλείεται υπό των υφισταμένων μεταξύ αυτών δογματικών διαφορών». Επίσης, στην προαναφερθείσα Εγκύκλιο του 1920, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθόριζε συγκεκριμένα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν για να πραγματοποιηθεί η οικουμενιστική σύγκλιση και συμμαχία μεταξύ των διαφορετικών Χριστιανικών Εκκλησιών· το πρώτο μέτρο που πρότεινε ήταν το εξής: «δια της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών».
Αξίζει να σημειωθεί ότι, την 1η Ιανουαρίου 2014, στην επίσημη ιστοσελίδα του ο περίφημος οργανισμός γεωπολιτικών αναλύσεων STRATFOR δημοσίευσε ειδική μελέτη υπό τον τίτλο «Η Γεωπολιτική του Γρηγοριανού Ημερολογίου» (The Geopolitics of the Gregorian Calendar), η οποία είναι διαθέσιμη στο ακόλουθο link:
http://www.stratfor.com/analysis/geopolitics-gregorian-calendar?utm_source=Stratfor+Subscribers&utm_medium=email&utm_campaign=bf1f576f29-140102_FR_Gregorian_Calendar12_31_2013&utm_term=0_1c43cbbe1e-bf1f576f29-48525829&utm_content=IMG
Η προαναφερθείσα μελέτη του STRATFOR εξηγεί τη μεγάλη πολιτιστική και πολιτική σημασία που έχουν τα ημερολόγια στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Προκειμένου να προωθήσει τη βαθύτερη ενσωμάτωση της Εκκλησίας της Ελλάδος ειδικώς και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα στο Δυτικό πολιτιστικό σύστημα, ήδη στις 23 Ιανουαρίου 1919, ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης έθεσε επισήμως εν Συνόδω θέμα μεταβολής του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου, ώστε να εναρμονισθεί αυτό προς το Δυτικό (παπικό) Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο[8]. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διόρισε επιτροπή μελέτης του ημερολογιακού ζητήματος αποτελούμενη από τον Επίσκοπο Δημητριάδος Γερμανό (πρόεδρος), τον Επίσκοπο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Αμβρόσιο και από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (θεολόγος), Εμμανουήλ Ζολώτα (θεολόγος) και Δημήτριο Αιγινίτη (αστρονόμο). Η προαναφερθείσα επιτροπή απεφάνθη ότι ο Μελέτιος Μεταξάκης δεν είχε δικαίωμα να προβεί μονομερώς στην εορτολογική καινοτομία την οποία επεδίωκε, διότι η αλλαγή του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου (βάσει του οποίου ρυθμίζεται ο εορτολογικός κύκλος της Εκκλησίας και επί του οποίου θεμελιώνεται η εορτολογική ενότητα της Εκκλησίας) εξηρτάτο και από τη γνώμη των άλλων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Στις 4 Νοεμβρίου 1920, ανέλαβε τα καθήκοντά της η κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη, σε αντικατάσταση της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου. Με επέμβαση της νέας κυβέρνησης, ο αντικανονικός Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος απομακρύνθηκε από τον θρόνο του, και, στις 20 Δεκεμβρίου 1920, επανήλθε στον Μητροπολιτικό Θρόνο των Αθηνών ο αντικανονικώς καθαιρεθείς και απομακρυνθείς εκ τούτου Θεόκλητος. Το 1921, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Παύλος Καρολίδης υπέβαλε μήνυση κατά του Μελετίου Μεταξάκη και, μετά από προανακρίσεις, αποφασίσθηκε ότι ο Μελέτιος «δέον να εισαχθή εις δίκην ενώπιον της Ιεράς Συνόδου». Στις 15 Νοεμβρίου 1921, Ιερά Σύνοδος διέταξε «διεξαγωγήν ανακρίσεων κατά του Μελετίου». Ενώ όμως διεξάγονταν ανακρίσεις σε βάρος του, ο Μελέτιος Μεταξάκης, με την υποστήριξη βενιζελικών και αγγλοαμερικανικών πολιτικών και εκκλησιαστικών παραγόντων, εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, προς μεγάλη έκπληξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στο μεταξύ, ο Μελέτιος, πριν από την εκλογή του στον Θρόνο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, είχε μεταβεί στις ΗΠΑ, όπου έδρασε σχισματικώς σε βάρος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 29 Δεκεμβρίου 1921, η Εκκλησία της Ελλάδος καθαίρεσε τον Μελέτιο, κρίνοντάς τον ένοχο σημαντικών εκκλησιαστικών παραβάσεων και ιδίως ένοχο δημιουργίας σχίσματος. Παρ’ ότι ήταν καθηρημένος, ο Μελέτιος ενθρονίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στις 24 Ιανουαρίου 1922, ως Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Δ’.
Το 1923, η βενιζελική παράταξη ξαναπήρε την εξουσία στην Ελλάδα, και η φιλοβενιζελική κυβέρνηση του Στρατηγού Στυλιανού Γονατά –ο οποίος αργότερα, στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ήταν ένας από τους βασικούς εμπνευστές της δημιουργίας και οργάνωσης των Ταγμάτων Ασφαλείας– φρόντισε ώστε ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος να απομακρυνθεί εκ νέου από τον θρόνο του, οδηγώντας στον πλήρη θρίαμβο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου. Στις 10 Ιανουαρίου 1923, Μείζων Σύνοδος αποφάσισε, με πολιτική παρέμβαση, την εκθρόνιση του Θεοκλήτου. Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση συγκρότησε πενταμελή Αριστίνδην Σύνοδο η οποία, στις 23 Φεβρουαρίου 1923, εξέλεξε ως νέο Μητροπολίτη Αθηνών τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, του οποίου η υποψηφιότητα υποστηρίχθηκε παρασκηνιακά από τον Στυλιανό Γονατά, τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο.
Το δεύτερο βενιζελογενές πραξικόπημα, δηλαδή η χούντα των Στρατηγών Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά, τον Σεπτέμβριο του 1922, επέβαλε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο ως το επίσημο ημερολόγιο του Ελληνικού Κράτους, ώστε να εξυπηρετήσει τη διαδικασία ολοκλήρωσης της Ελλάδας στο Δυτικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό σύστημα.

Описание: 800px-Plastiras_Gonatas_and_Georgios_Papandreou,_1922,_in_Mousounitsa
Η ηγεσία της βενιζελογενούς χούντας του 1922: οι Στρατηγοί Στυλιανός Γονατάς (κέντρο), Νικόλαος Πλαστήρας (δεξιά) και ο πολιτικός σύμβουλος του πραξικοπήματος Γεώργιος Παπανδρέου (ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά τις εξής περιόδους: 1944-1945,1963,1964-1965).

Από την άλλη πλευρά, το πόρισμα της επιτροπής η οποία συνεστήθη κατ’ εντολή της χούντας Γονατά-Πλαστήρα, με σκοπό τη μελέτη του θέματος της αλλαγής του ημερολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος και το οποίο πόρισμα κατατέθηκε στην κυβέρνηση στις 16 Ιανουαρίου 1923 αναφέρει τα εξής: «Λαβόντες υπ’ όψιν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, ως και αι λοιπαί ορθόδοξοι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι, αν και ανεξάρτητοι εσωτερικώς, είνε όμως στενώς συνδεδεμέναι προς αλλήλαις και ηνωμέναι δια της αρχής της πνευματικής ενότητος της Εκκλησίας αποτελούσαι μίαν και μόνην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και συνεπώς ουδεμία τούτων δύναται να χωρισθή των λοιπών και αποδεχθή το νέον Ημερολόγιον χωρίς να χαρακτηρισθή σχισματική έναντι των άλλων...Άπασαι αι Οεθόδοξοι Εκκλησίαι, αν και αυτοκέφαλοι εις την εσωτερικήν διοίκησιν αυτών, ουχ ήττον, επειδή εισίν ηνωμέναι προς αλλήλας δια των Δογμάτων και των Συνοδικών όρων και Κανόνων, δεν δύναται μία επί μέρους Ορθόδοξος Εκκλησία να χωρισθή και να αποδεχθή νέον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον, χωρίς να λογισθή σχισματική απέναντι των άλλων Εκκλησιών». Το προαναφερθέν πόρισμα σχετικά με το Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο συνυπέγραψε και ο τότε ακόμη πανεπιστημιακός καθηγητής Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο οποίος όμως, μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα, εφάρμοσε την ημερολογιακή καινοτομία στην Εκκλησία της Ελλάδος, έχοντας προηγουμένως αναρριχηθεί αντικανονικώς στον αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών.
Αφού ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος είχε ήδη εκθρονισθεί με πολιτική παρέμβαση και με παρέμβαση του ανεκδιήγητου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη, η «επαναστατική κυβέρνηση» Γονατά-Πλαστήρα συγκρότησε Αριστίνδην Σύνοδο εκ πέντε μελών, στις 23 Φεβρουαρίου 1923, η οποία εξέλεξε νέο Μητροπολίτη Αθηνών τον πανεπιστημιακό καθηγητή Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο δια τριών ψήφων. Υπέρ της υποψηφιότητάς του είχε ταχθεί η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδική πρωτοβουλία του καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτου, σε συνεννόηση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο Μεταξάκη. Η εκλογή του νέου Μητροπολίτη Αθηνών ήταν προφανώς αντικανονική. Επίσης, ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης διηγείται ότι, τις ημέρες εκείνες, διήλθε εξ Αθηνών και διαπίστωσε ότι ο πρωθυπουργός Γονατάς κάλεσε τους συνοδικούς αρχιερείς και έπεισε αυτούς να ψηφίσουν τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο για τη Μητρόπολη Αθηνών (βλ. Α. Μπέλλου Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη, Αθήνα, 1984, σελ. 116-120).
Ο νεοεκλεγείς Μητροπολίτης Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος συνέπραξε τελικά με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο Μεταξάκη και με τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο, ο οποίος είχε ιδιαίτερες επαφές με προτεσταντικούς κύκλους των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, προκειμένου να προωθήσουν από κοινού την ημερολογιακή καινοτομία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1923, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, δι’ επιστολής του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, έθεσε το ζήτημα της εορτολογικής καινοτομίας, προβάλλοντας το επιχείρημα της ημερολογιακής ενότητας του χριστιανικού κόσμου (δηλαδή Ορθοδόξων και αλλοδόξων). Στις 16-21 Απριλίου 1923, συνήλθε στην Αθήνα η Σύνοδος της Δ’ Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Αθηνών Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, ο οποίος έλαβε θέση υπέρ της εορτολογικής καινοτομίας, κατά παράβαση της εκκλησιαστικής κανονικότητας, την οποία είχε υποστηρίξει λίγο καιρό πριν, όταν, ως αρχιμανδρίτης και πανεπιστημιακός καθηγητής, συμμετείχε στην επιτροπή περί του ημερολογιακού ζητήματος, η οποία είχε αποφανθεί ότι, χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση, οποιαδήποτε μεταβολή του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου είναι αντικανονική.
Για να ξεπεράσει, προσχηματικά, τον ‘σκόπελο’ της ιεροκανονικής τάξης, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης επεχείρησε, το 1923, να συγκροτήσει «πανορθόδοξο συνέδριο» στην Κωνσταντινούπολη. Πράγματι, από τις 10 Μαΐου 1923 μέχρι τις 8 Ιουνίου 1923, στην Κωνσταντινούπολη, λειτούργησε συνέδριο το οποίο ονομάστηκε ψευδώς «Πανορθόδοξον Συνέδριον». Σε αυτό το ψευδεπίγραφο και ληστρικό συνέδριο, δεν συμμετείχαν τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, ούτε και οι περισσότερες των λοιπών τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στο προαναφερθέν «Πανορθόδοξον Συνέδριον», συμμετείχαν μόνο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης, πέντε επίσκοποι, ένας αρχιμανδρίτης και δύο λαϊκοί (εκ των οποίων, ο ένας θεολόγος και ο άλλος μαθηματικός). Στην πέμπτη συνεδρία αυτού του «Πανορθοδόξου Συνεδρίου», στις 23 Μαΐου 1923, έλαβε μέρος ο Αγγλικανός «Επίσκοπος τέως Οξφόρδης» Γκορ (Gore) «μετά του συνοδού ιερέως Μπράξτον», κατέλαβε «θέσιν εκ δεξιών του Πατριάρχου», προσφωνήθηκε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και μίλησε στο εν λόγω συνέδριο (βλ. Πρακτικά και Αποφάσεις του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, εν Κωνσταντινουπόλει 1923 και κατ’ επανέκδοση Αθήνα 1982, σελ. 11-12, 22, 84).
Σκοπός του ανωτέρω «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τέθηκε «όπως εξευρεθή τρόπος επικρατήσεως ενός και μόνου ημερολογίου εν τοις κοσμικοίς και τοις θρησκευτικοίς», όπως έγραψε ο συγκαλέσας τούτο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης (βλ. Πρακτικά και Αποφάσεις του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, όπ.π., σελ. 6). Ειδικότερα, σε εκείνο το συνέδριο, επιδιωκόταν μια εορτολογική καινοτομία χάριν «παγχριστιανικής ενότητος», όπως έγραψε ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, εννοώντας την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις Δυτικές χριστιανικές κοινότητες, δηλαδή με τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό (βλ. Πρακτικά και Αποφάσεις του εν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, όπ.π., σελ. 6).
Το ανωτέρω «Πανορθόδοξο Συνέδριο» αποφάσισε τη μεταρρύθμιση του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου των Ορθοδόξων, ώστε αυτό να εναρμονισθεί με το Ημερολόγιο των Δυτικών Εκκλησιών. Την 1η Ιουνίου 1923, έλαβε χώρα σφοδρό κληρικολαϊκό συλλαλητήριο στην Κωνσταντινούπολη, με αίτημα την καθαίρεση του Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη, εξ αιτίας της καινοτόμου εκκλησιολογίας του. Πράγματι, στις 10 Ιουλίου 1923, ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη υπό το πρόσχημα της αναρρωτικής αδείας και, τελικά, στις 20 Σεπτεμβρίου 1923, απέστειλε την εκ του θρόνου παραίτησή του. Όμως είχε ήδη επιτύχει να οδηγήσει την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στην οδό της εορτολογικής καινοτομίας, μέσω του αντικανονικού «Πανορθοδόξου Συνεδρίου».
Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος, δι’ επιστολής του με ημερομηνία 20 Ιουνίου 1923, προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας Γρηγόριο, είχε δηλώσει ότι η εξέταση του ζητήματος της αλλαγής του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου ήταν «άκαιρος και άτοπος» και ότι η απόφαση του προαναφερθέντος «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» ήταν «άσκοπος, αντικανονική και επιζήμιος ούτως, ώστε επιβάλλεται η μη αναγνώρισις» αυτής (βλ. περιοδικό Ορθοδοξία, 1926, σελ. 62). Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Γρηγόριος, δι’ επιστολής του με ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 1923, προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, έκρινε ότι η απόφαση περί ημερολογίου/εορτολογίου ελήφθη «εσπευσμένως» και η εφαρμογή αυτής «εστί πρόωρός τε και επισφαλής» και ότι πρέπει να αναβληθεί «μέχρις ου συνέλθη Οικουμενική Σύνοδος». Επίσης, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός, δια τηλεγραφήματος με ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 1923, προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τόνιζε ότι: «Αδύνατον ημετέρω Πατριαρχείω αποδεχθήναι μεταβολήν εκκλησιαστικού ημερολογίου, καθ’ ότι τίθησιν ημάς εν λίαν μειονεκτική θέσει εν παναγίοις Προσκυνήμασιν έναντι Λατίνων και δια κινδύνους προσηλυτισμού».
Η εν Ρωσία Ορθόδοξη Εκκλησία, λόγω των περιορισμών που της επεβλήθησαν από το σοβιετικό καθεστώς, δεν μπορούσε να αντιδράσει δυναμικά στην καινοτομία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Όμως, οι ακολουθούντες τον Πατριάρχη Μόσχας Τύχωνα Ρώσοι Ιεράρχες του εξωτερικού, δια του Μητροπολίτη Κιέβου Αντωνίου, ανακοίνωσαν ότι οι αποφάσεις του «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» του Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη περί μεταρρυθμίσεως του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία επειδή αντιφάσκουν προς τους Ιερούς Κανόνες και την αρχαία εκκλησιαστική πράξη, την καθιερωμένη από Οικουμενικές Συνόδους.
Η Σύνοδος της Ε’ Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, δια Βασιλικού Διατάγματος της τότε δικτατορικής κυβέρνησης, συνήλθε στην Αθήνα από τις 24 Δεκεμβρίου 1923 μέχρι τις 2 Ιανουαρίου 1924, υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Αθηνών Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, και υιοθέτησε την ημερολογιακή καινοτομία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, την ίδια απόφαση, υπέρ της εορτολογικής καινοτομίας, έλαβε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας, όπως ανακοίνωσε δι’ επιστολής του με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1923 ο Μητροπολίτης Βουκουρεστίου Μύρων. Έτσι, οι τοπικές Εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, της Ελλάδος και της Ρουμανίας πρωτοστάτησαν στην εορτολογική καινοτομία και διέρρηξαν την εορτολογική ενότητα των Ορθοδόξων Χριστιανών χάριν της Δύσης.
Το 1928, η εορτολογική καινοτομία επεκτάθηκε και στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, επειδή, μετά από το πέρασμά του από τους Μητροπολιτικούς Θρόνους των Αθηνών και της Κωνσταντινουπόλεως, ο ίδιος ο Μελέτιος Μεταξάκης κατόρθωσε να εκλεγεί Πατριάρχης Αλεξανδρείας στις 20 Μαΐου 1926, οπότε ο ίδιος επέβαλε το νέο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο και στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Έτσι, αλώθηκε από Δυτικά συμφέροντα και το πρωτοστάτησαν στην ένσταση κατά του νεοημερολογιτισμού Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.
Για την Ορθόδοξη Παράδοση, το ημερολόγιο δεν είναι ένα τεχνικό εργαλείο για την ακριβή διαίρεση του χρόνου, αλλά μέσο για την εξασφάλιση της ενότητας όλων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στον εορτασμό των εορτών και την ταυτόχρονη τήρηση των νηστειών και των μυστηριακών και λοιπών θρησκευτικών τελετών. Η μονομερής αλλαγή του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου από μέρους τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως εκείνων της Κωνσταντινουπόλεως, της Ελλάδος και της Ρουμανίας, αποδυναμώνει την ομοθυμία των Ορθοδόξων (παραβαίνοντας τον 56ο Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου, τον διακελεύοντα όπως όλες οι Εκκλησίες, ακολουθώντας την ίδια εκκλησιαστική τάξη, εορτάζουν και νηστεύουν ταυτοχρόνως και ομοιομόρφως), μειώνει την ένταση του θρησκευτικού συναισθήματος του Ορθοδόξου κόσμου, παραβιάζει την εκκλησιαστική ευταξία και αποδυναμώνει τη διάκριση μεταξύ Ορθοδόξων και αλλοδόξων (αιρετικών).
Πέραν των προαναφερθέντων δεινών που προκάλεσαν οι Νεοημερολογίτες στην οικουμενική Ορθόδοξη Εκκλησία, έγιναν αίτιοι περαιτέρω διαιρέσεων, καθώς, σε διάφορες χώρες στις οποίες επιβλήθηκε η αλλαγή του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου, δημιουργήθηκαν κοινότητες ζηλωτών Παλαιοημερολογιτών Ορθοδόξων, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν προς τις αποφάσεις των νεοημερολογιτικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους[9].
Στις 27 Μαΐου 1935, τρεις Μητροπολίτες της νεοημερολογιτικής Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Δημητριάδος Γερμανός, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες του νέου ημερολογίου, ώστε αφενός να καταγγείλουν την αντικανονική εορτολογική μεταρρύθμιση και τη διάρρηξη της εορτολογικής ενότητας της καθ’ όλου Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου να διαποιμάνουν τους ζηλωτές Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδος[10]. Όμως, σταδιακά, πολλές ζηλωτικές παλαιοημερολογιτικές κοινότητες ανέπτυξαν σεκταριστικό φρόνημα, παρερμήνευσαν την έννοια της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής ένστασης και οδηγήθηκαν σε νέα εκκλησιολογικά σφάλματα και εσωτερικές διασπάσεις[11].
Οι νεοημερολογιτικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπως λ.χ. εκείνες της Κωνσταντινουπόλεως, της Ελλάδος και της Ρουμανίας, θα εξέπιπταν της Χάρης και θα απέβαιναν σχισματικές αν η νοσηρή τους κατάσταση δεν αντιμετωπιζόταν με άκρα εκκλησιαστική οικονομία από Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες παρέμειναν πιστές στην Ορθόδοξη Παράδοση και στο Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο, όπως λ.χ. τα Πατριαρχεία της Μόσχας και των Ιεροσολύμων, και, παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν να διατηρούν εκκλησιαστική κοινωνία με τις νεοημερολογιτικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Με άλλα λόγια, επειδή υπήρξαν πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες παρέμειναν πιστές στην Ορθόδοξη Παράδοση και στο Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο και συγχρόνως διατήρησαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τις νεοημερολογιτικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι δεύτερες, παρά την αντικανονική συμπεριφορά τους, μπόρεσαν να παραμείνουν, ως νοσούντα μέλη, εντός των ορίων της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, μέχρις ότου κανονική Οικουμενική Σύνοδος αποφανθεί για την πνευματική κατάστασή τους.
Στην αυγή του 21ου αιώνα, το Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Μόσχας, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας (κοιτίδα της ρωσικής Ορθοδοξίας) και η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους αποτελούν τους ισχυρότερους και ικανότερους θεματοφύλακες της Ορθόδοξης Παράδοσης γενικά και του Ορθοδόξου Εκκλησιαστικού Ημερολογίου ειδικότερα. Από την άλλη πλευρά, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και μεγάλες μερίδες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας εντάχθηκαν στη σφαίρα επιρροής των ατλαντιστών, με αντίστοιχες πνευματικές συνέπειες[12].
Ο ατλαντικός συνασπισμός επιβάλλει στις Ορθόδοξες Εκκλησίες των κρατών-μελών του να υιοθετήσουν μια εκκλησιολογία βασισμένη στην προτεσταντική «θεωρία των κλάδων» (Branch Theory), η οποία, από τη σκοπιά της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, είναι αιρετική, όχι διότι ωθεί στη συμπροσευχή μεταξύ Ορθοδόξων και αλλοδόξων, αλλά διότι η κύρια θέση των υποστηρικτών της «θεωρίας των κλάδων» και ευρύτερα της «Οικουμενικής Κίνησης» είναι ότι η Εκκλησία είναι υποθετικώς διαιρεμένη σε κλάδους. Με αυτήν τη θεωρία, οι Προτεστάντες υποβιβάζουν την Εκκλησία, από μυστικό Σώμα του Χριστού, σε μια εγκόσμια συνομοσπονδία επιμέρους ‘πιστεύω’, βαθύτατα απονευρωμένη και έτοιμη να εξυπηρετήσει τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και το μοντέλο του μετα-ανθρώπινου μετα-φιλελευθερισμού, που εξηγήσαμε στο κεφάλαιο 37. Συγχρόνως, ο Παπισμός συμμετέχει στην Οικουμενική Κίνηση για λόγους διπλωματικούς: δεν υποχωρεί ποτέ από τις αξιώσεις του για το «πρωτείο του Πάπα», αλλά επιδιώκει να αξιοποιήσει το δίκτυο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και διάφορα άλλα δίκτυα διαθρησκειακών συνάξεων και συμπροσευχών, με σκοπό να αναδειχθεί ο Πάπας Ρώμης σε παγκόσμιο εκπρόσωπο και πάτρωνα όλων των Χριστιανών αρχικά, και όλων των θρησκευομένων στη συνέχεια.
Η εκκοσμίκευση και ο Σχολαστικισμός οδήγησαν στην πνευματική πτώση της «Πρώτης» ή «Πρεσβυτέρας» Ρώμης. Η εκκοσμίκευση και η υποδούλωση στον Ατλαντισμό και στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (υπό τις ποικίλες πνευματικές και πολιτικές εκδοχές τους, όπως η Οικουμενική Κίνηση, η Θεωρία των Κλάδων και η παποκεντρική διαθρησκειακή συμμαχία) οδήγησαν στη βαθιά κρίση της «Νέας» ή «Δευτέρας» Ρώμης», δηλαδή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Η λεγόμενη «Τρίτη Ρώμη», δηλαδή η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, έχοντας το πλεονέκτημα να μην είναι πολιτικά υποτελής στο ατλαντικό σύστημα εξουσίας, αποτελεί τον ισχυρότερο διάδοχο του Βυζαντίου και συγχρόνως φέρει τις μεγαλύτερες ευθύνες για την προστασία της Ορθόδοξης Παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού στον 21ο αιώνα.

Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν (κέντρο) και ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος (δεξιά του Πούτιν) οργάνωσαν μια μεγαλειώδη συνάντηση Iεραρχών 15 Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Κρεμλίνο, στις 25 Ιουλίου 2013.

Αξίζει, τέλος, να επισημανθεί ότι, ακόμη και όταν τυγχάνει ορισμένα στελέχη του Πατριαρχείου της Μόσχας να επιδεικνύουν τάσεις συμβιβασμού του αιτήματος της αλήθειας με ιστορικές σκοπιμότητες, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει εντός της ισχυρές δυνάμεις οι οποίες υπερασπίζονται την ελευθερία του πνεύματος από τη λογική της ανάγκης, παραμένοντας πιστές στο αίτημα της αλήθειας. Σημαντικό ρόλο στην προστασία της Παράδοσης στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 διαδραμάτισε η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς (Russian Orthodox Church Abroad), υπό τον τότε πρόεδρό της Μητροπολίτη Φιλάρετο. Το 1983, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς μετά της Συνόδου της Ιεραρχίας του εξέδωσε Ανάθεμα εναντίον του Οικουμενισμού (βλ. Orthodox Observer, No. 58, Απρίλιος 1984, και Orthodox Life, τόμος 37, Νο. 2, Μάρτιος-Απρίλιος, 1987). Επίσης, το 1969, αντιδρώντας στην οικουμενιστική και υποκινούμενη από την ατλαντική ολιγαρχία πολιτική του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος, ως Προκαθήμενος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς, εξέδωσε τη Δεύτερη Επιστολή Πόνου (A Second Sorrowful Epistle), στην οποία έγραψε τα εξής: «Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι συνθήκες οι οποίες οδήγησαν τον Σωτήρα να διερωτηθεί, εάν κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του θα εύρισκε ακόμη την Πίστη επί της γης, ενισχύονται όχι μόνον από την απροσχημάτιστη επέκταση της αθεϊστικής προπαγάνδας, αλλ’ ωσαύτως και από τη διάδοση του Οικουμενισμού...Η νέα περιληπτική “Εκκλησία” η οποία ανεγείρεται ήδη υπό των Οικουμενιστών, είναι φύσης τέτοιας όπως εκείνη της Εκκλησίας της Λαοδικείας, για την οποία ευγλώττως ομιλεί η Βίβλος της Αποκαλύψεως: χλιαρή, μήτε θερμή μήτε ψυχρή έναντι της Αληθείας, και προς αυτήν τη νέα “Εκκλησία” απευθύνονται οι λόγοι του αγγέλου προς την έκπαλαι Εκκλησία της Λαοδικείας, εφαρμοζόμενοι σήμερα: “επειδή είσαι χλιαρός, και ούτε ψυχρός ούτε ζεστός, πρόκειται να σε ξεράσω από το στόμα μου” (Αποκάλυψις, 3:16)».ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: