ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

ΕΥΤΟΠΙΑ-ΔΥΣΤΟΠΙΑ[Μέρος Β΄]

H ανθρώπινη δραστηριότητα σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον
Συνώνυμο της ανθρώπινης δραστηριότητας στο δυστοπικό φαντασιακό της σύγχρονης κοινωνίας είναι η εργασία, η οποία αποτελεί μέσο επιβίωσης, κοινωνικής καταξίωσης και αποδοχής. Ιδιαίτερα από την Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, η εργασία αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της κοινωνικής πραγματικότητας: με την επικράτηση του φαντασιακού της «ορθολογικής» κυριαρχίας, η εργασία έπαψε να ταυτίζεται με την προσωπική δημιουργία, αλλά αντιθέτως με την αναγκαιότητα της παροχής υπηρεσιών έναντι ανταμοιβής που επιτρέπει στο άτομο να εξασφαλίσει τα προς το ζειν, σε μια πλήρως ανταγωνιστική κοινωνία. Παρ’ όλες τις προβλέψεις για το «τέλος της εργασίας», οι οποίες πολλές φορές επιδιώκουν την ταύτιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και βίας με την εξέλιξη της τεχνολογίας, η εργασία δεν έχει τελειώσει, αλλά απλά “μετακινείται” σε κοινωνίες στις οποίες θα έχει μικρότερο κόστος. Η δήθεν εξάλειψη της εργασίας δια της αυτοματοποίησης φαίνεται πως ήταν απλά ένας αστικός μύθος, καθώς κανείς (πλην των πλούσιων κληρονόμων) δεν έχει και σήμερα το δικαίωμα της επιλογής ανάμεσα στην εργασία και τη μη εργασία, αλλά απλά δεν προσφέρεται εργασία για όλους. Όπως έλεγε ο Κ.Καστοριάδης «μια κοινωνία ελεύθερου χρόνου είναι θεωρητικά δίπλα μας – τη στιγμή που μια κοινωνία που να καθιστά δυνατή για τον καθένα μια εργασία προσωπική και δημιουργική φαίνεται τόσο απομακρυσμένη όσο και στον 10ο αιώνα». («Ο θρυμματισμένος κόσμος» σ. 12-13)
Με τις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες να μαστίζονται από την ανεργία (που σημαίνει στέρηση των αναγκαίων μέσων για επιβίωση), με τους εργοδότες (είτε το δημόσιο, είτε τους ιδιώτες) να επιτίθενται στα δικαιώματα των “τυχερών” εργαζομένων και στους μισθούς τους, θα φαινόταν ίσως “ανεπίκαιρη” μια κριτική στην ίδια τη φύση της εργασίας ως σύγχρονη δουλεία. Από την άλλη, μια απομονωμένη κριτική στις τακτικές της εργοδοσίας, θα θύμιζε την τακτική των συνδικαλιστών το Μάη του 68, που ενώ οι εξεγερμένοι ζωγράφιζαν στους τοίχους “η φαντασία στην εξουσία” και, παράλληλα, διεκδίκησαν δυναμικά την ανατροπή της υπάρχουσας παγιωμένης πολιτικής κατάστασης οργανώνοντας γενική πολιτική απεργία, αυτοί διαπραγματεύονταν απλώς αύξηση μισθών. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως η επιστροφή στην, σε κάποιο βαθμό, «καλοπληρωμένη» εργασία (προς «καλοξοδεμένο» καταναλωτισμό) δεν αποτελεί σήμερα δυνατότητα, μέσα στο υπάρχον σύστημα Νεοφιλελευθερισμού, διότι…δεν συμφέρει τους ρυθμιστές του. Η προοπτική, λοιπόν, δεν εστιάζεται στην διεκδίκηση καλύτερων μισθών, αλλά στο ξεπέρασμα της ηθικής της εργασίας και το πέρασμα στην ηθική της δημιουργίας.
Η ανθρώπινη δραστηριότητα θεωρημένη ως δημιουργία και όχι ως εργασία, έχει τη δυνατότητα να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την μηχανική διάσταση των καθημερινών του δραστηριοτήτων. Στο δυστοπικό φαντασιακό, βέβαια, η δημιουργία συνδέεται κυρίως με τέχνες όπως η ποίηση, η ζωγραφική, ο κινηματογράφος. Στην πραγματικότητα, δημιουργός είναι και ο επιστήμονας και ο αγρότης, ο μηχανικός που προσαρμόζει τα εργαλεία του στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του, αλλά και ο εκπαιδευτικός. Σ’ αυτό ακριβώς αναφέρεται το γκράφιτι σε κάποιους τοίχους “είμαστε όλοι καλλιτέχνες”. Φυσικά, το πέρασμα στην ηθική της δημιουργίας δεν σημαίνει πως οι απεργίες των εργαζομένων είναι αδιέξοδες ή αχρείαστες. Αντιθέτως, οι αγώνες του κόσμου της εργασίας (με την ευρεία έννοια) αποτελούν αναγκαία (όχι όμως και ικανή από μόνη της) προϋπόθεση στο δρόμο για την ευτοπία.
Ο κόσμος της ευτοπίας
Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι ονειρεύονταν ουτοπίες, τις οποίες τοποθετούσαν σε ένα φανταστικό παρελθόν, σε άλλες διαστάσεις ή στο απώτερο μέλλον. Μεσσίες, φιλόσοφοι, ηγέτες, τυχάρπαστοι, ανόητοι αλλά και άνθρωποι με βάθος, προσπάθησαν να παρουσιάσουν, ο καθένας για δικούς του λόγους, τον τέλειο κόσμο της αρμονίας. Οι περισσότερες από τις ουτοπίες αυτές διατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε ν’ αποτελούν ένα όραμα μιας εναλλακτικής κανονικότητας, ενός περιχαρακωμένου δηλαδή συστήματος. Θα αναφερθούμε, λοιπόν, στην ευτοπία αποφεύγοντας τον σαφή προσδιορισμό των θεσμών της, καθώς δεν πιστεύουμε στην εκ των προτέρων περιγραφή μιας “Γης της Επαγγελίας”, που θα αποβεί “σωτήρια” για την ανθρωπότητα. Αντιθέτως, πιστεύουμε στη δύναμη της κοινωνίας να αυτοθεσμίζεται, να δημιουργεί την ιστορία και να διαμορφώνει το παρόν και το μέλλον της.
Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε ούτε το αν, ούτε το πότε, ούτε το πώς. Ακόμα και για το γιατί δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε, αλλά αυτό το κάνουμε υποκύπτοντας στις εντσικτικές μας επιθυμίες.
Αφού απορρίψαμε την ντετερμινιστική εκδοχή περί ιδιοτελούς ανθρώπινης φύσης, είμαστε λογικά υποχρεωμένοι, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς, να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε οι ατρόμητοι εξερευνητές που θα επιδιώξουν να βρουν, για λογαριασμό όλων των υπόλοιπων, το άγιο δισκοπότηρο, το ελιξήριο της ζωής, το μυστικό της δημιουργίας, το μονοπάτι προς την ατομική και συλλογική αυτονομία.
Χωρίς, λοιπόν, να παγιδευτούμε στη λεπτομερή περιγραφή ενός ουτοπικού κόσμου, που θα μετέτρεπε το κείμενο σε λογοτεχνία, και χωρίς να αναζητούμε ως δήθεν “πρωτοπόροι” κάποια αλήθεια, ή τη μόνη ορθολογική πρόταση, θα προσπαθήσουμε να θίξουμε κάποιες πλευρές της ουτοπίας ανασυγκρότησης, της ευτοπίας που επιδιώκουμε. Η ιστορία είναι δημιουργία. Η ευτοπία είναι μπροστά μας, αρκεί να το θελήσουμε, αρκεί να το απαιτήσουμε.
Παραδόσεις και δημοκρατία
Η έννοια «παράδοση», έχει ταυτιστεί με συντηρητικές και αντιδραστικές πολιτικές. Προκειμένου να κατανοηθεί το ζήτημα αυτό, δηλαδή το πώς αντιλαμβανόμαστε την παράδοση και πώς θα μπορούσαμε ν’ αντλήσουμε από την αντίληψή μας αυτή ιδέες σε σχέση με το εάν είναι εφικτή μια κοινωνία πιο ανθρώπινη και δίκαιη, θα πρέπει να απαντήσουμε πρώτα στο εξής ερώτημα: τί σημαίνει πολιτική; Οι περισσότεροι ταυτίζουν την έννοια της πολιτικής με την ψηφοθηρία και τον καριερισμό. Όμως, η πολιτική βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την εκλεγόμενη ολιγαρχία. Πρώτα απ’ όλα, πολιτική σημαίνει συλλογική δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας. Αλλαγή όχι για την ευχαρίστηση της αλλαγής, αλλά γιατί πραγματικά υπάρχει ανάγκη να αμφισβητηθούν οι υπάρχοντες θεσμοί. Στην ουσία, πολιτική και δημοκρατία είναι κάτι συνυφασμένο. Διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι το σύγχρονο καθεστώς των φιλελεύθερων ολιγαρχιών είναι δημοκρατικό. Η (πραγματική) δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας, όπου όλοι οι πολίτες θα μπορούν ανεξάρτητα να συζητούν, να αναζητούν λύσεις και αποφάσεις είτε στα καθημερινά τους προβλήματα, είτε να έρχονται σ’ επαφή με νέες προσεγγίσεις, συνθέτοντας έτσι την εικόνα μιας κοινωνίας που τα μέλη της δεν παραμένουν εγκλωβισμένα στην ιδιωτική τους σφαίρα, αλλά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες απεναντίας, χαρακτηρίζονται για τον άκρατο οικονομισμό και ιδιώτευση. Δημοκρατία, λοιπόν, δεν σημαίνει απλά “ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια αντιπροσώπους”. Σημαίνει διαρκή αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσμών, μέσω της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, τη λήψη αποφάσεων, την συνδιαμόρφωση και τις πολιτικές συζητήσεις. Αυτού του είδους το καθεστώς για πρώτη φορά θεσμίστηκε στην αρχαία Αθήνα.
Δίχως να προτείνουμε το παράδειγμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων ως κάτι που εμείς σήμερα θα έπρεπε να πάρουμε και να αντιγράψουμε αυτούσιο (κάτι τέτοιο μάλλον σαν τρέλα θα έμοιαζε), η αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί αντικείμενο μελέτης και διαύγασης, μαζί με άλλες περιπτώσεις όπου δημιουργήθηκαν πραγματικά δημοκρατικά γονιμοποιά σπέρματα (η Παρισινή Κομμούνα, η Ουγγρική Επανάσταση και η Αναρχική Καταλωνία).
Η πραγματική δημοκρατία (δηλαδή η άμεση δημοκρατία), δίνει στους πολίτες το δικαίωμα της διαρκούς αμφισβήτησης, όχι μόνο σε θέματα νομοθετικής εξουσίας, αλλά και θέματα αξιών (η φιλοσοφία και η πολιτική βαδίζουν μαζί), εφόσον όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να επέμβουν στη νομοθετική εξουσία τόσο σε λειτουργικό όσο και σε αξιακό επίπεδο. Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ότι κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς είναι τόσο τα δημοκρατικά προτάγματα (όπως εκφράστηκαν μέσω των ελληνικών πόλεων, μέσω των επαναστάσεων στην Ευρώπη μετά το τέλος της περιόδου της Αναγέννησης και στη συνέχεια με το εργατικό και αναρχικό κίνημα). Από την άλλη πλευρά όμως, κομμάτι της παράδοσής μας είναι και ο ολοκληρωτισμός.
Το πρόταγμα της αυτονομίας είναι μια δημιουργία της ιστορίας μας. [...] Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι μια πολιτική επιχείρηση σαν οποιαδήποτε άλλη. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο δια μέσου της αυτόνομης δραστηριότητας του κόσμου. Η δραματική απουσία αυτής ακριβώς της αυτόνομης δραστηριότητας είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή πραγματικότητα.
(Καστοριάδης, «Ο Θρυμματισμένος κόσμος» σ.28)
Στόχος της πολιτικής δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ελευθερία. Την πραγματική ελευθερία (δεν ασχολούμαι εδώ με τη φιλοσοφική «ελευθερία») την αποκαλώ αυτονομία. Η αυτονομία της κοινότητας, που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη ρητή αυτοθέσμιση και αυτοκυβέρνηση, είναι αδιανόητη χωρίς την πραγματική αυτονομία των ατόμων που απαρτίζουν την κοινότητα. Η συγκεκριμένη κοινωνία, που ζει και λειτουργεί, δεν είναι τίποτε άλλο απ’ τα συγκεκριμένα, δρώντα,”πραγματικά” άτομα [3]
Γιατί όμως η έννοια παράδοση έχει ταυτιστεί με αντιδραστικές απόψεις; Διότι οι συντηρητικοί προσπαθούν πάντα με κάποιον τρόπο να δικαιολογήσουν τα δεινά της κοινωνίας στις πολιτικές ελευθερίες (οι οποίες κερδήθηκαν μέσω της αυτόνομης δράσης των αποκλεισμένων ομάδων). Επικρατεί η άποψη του Χομπς, που πίστευε ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει ένας αφέντης που θα επιβάλει τους νόμους αυστηρά και θα τιμωρεί παραδειγματικά τους παραβάτες, διότι ο ιδιοτελής άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητος. Η φιλελευθεροποίηση των Δυτικών κοινωνιών, προκαλεί θυμηδία στη σκέψη των συντηρητικών που νοιώθουν την ανάγκη να επιστρέψουν στο παρελθόν, όπου η καταστολή (και συνεπώς η κοινωνική ειρήνη) ήταν ισχυρότερη, αγνοώντας όλους τους παράγοντες που ωθούν τα άτομα μιας κοινωνίας προς την παρανομία, όπως το φαντασιακό του καπιταλισμού (ολοένα και μεγαλύτερη εξασφάλιση πλούτου) και οι πολιτικές ανισότητες. Οι ντετερμινιστικές αυτές απόψεις, πέρα από το ότι είναι λάθος από ιστορική τουλάχιστον οπτική γωνία, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και αντι-πολιτικές. Διότι, όπως είχε πει και ο Steve Jobs (ο ιδρυτής της Apple): «δεν είναι δουλειά των καταναλωτών να γνωρίζουν τι θέλουν». Μεταφέροντας την παραπάνω φράση στην πολιτική σφαίρα, δεν είναι δουλειά των πολιτών να ασχολούνται με την πολιτική, να γνωρίζουν τι θέλουν. Αυτού του είδους οι καταστροφικές απόψεις διαιωνίζουν τον εγκλεισμό μας στην ιδιωτική σφαίρα, «τη μόνη σφαίρα όπου ο άνθρωπος μπορεί να απελευθερωθεί», λέει η Hannah Arendt (“On Revolution” 114).
Είναι η ευτοπία μια δυνατή πραγματικότητα;
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η ευτοπία δεν είναι ο τέλειος κόσμος, δεν οραματιζόμαστε ένα παράδεισο. Η ευτοπία θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται από απελευθέρωση της ανθρώπινης δημιουργίας και πνεύματος, από πραγματική δημοκρατία, από την πραγμάτωση πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής αυτονομίας. Από μόνα τους αυτά τα χαρακτηριστικά αποκαλύπτουν την εξελικτικότητα μιας τέτοιας κοινωνίας, με φορείς εξέλιξης όμως τους ίδιους τους πολίτες, ως ισότιμα μέλη της. Αποτελεί λοιπόν σύμβαση ο όρος “δυνατή πραγματικότητα”, καθώς δεν είναι μία αλλά μια αλληλουχία πραγματικότητας.
Ένας υπερασπιστής της δυστοπικής (σημερινής) πραγματικότητας θα έλεγε πως η άμεση δημοκρατία, ή η κοινωνική αυτονομία είναι ανεφάρμοστα προτάγματα που είναι αδύνατο να επιτευχθούν. Και είναι αλήθεια πως η ίδια η Ιστορία προσφέρεται ως βασικό του επιχείρημα. Με την ίδια λογική, όμως, μια γυναίκα του Μεσαίωνα θα χαρακτήριζε ουτοπική τη δυνατότητά της να συμμετέχει ως ισότιμο μέλος της κοινωνίας στις εκλογές, ένας δούλος θα φανταζόταν ως ευτοπία έναν κόσμο χωρίς αλυσίδες και βασανισμούς, ένας αστρονόμος δεν θα πίστευε ποτέ πως κάποτε, κάποιος άνθρωπος θα πατήσει στη Σελήνη. Η Ιστορία υπάρχει για να ανατρέπεται, και όχι για να επαναλαμβάνεται. Η ομοιότητα διάφορων μηχανισμών ή ανθρώπινων συμπεριφορών που παρατηρούνται διαχρονικά δεν οδηγούν στο συμπέρασμα περί επανάληψης της Ιστορίας, αλλά αποτελούν απλώς μία διαπίστωση που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι και οι κοινωνίες αν και είναι συγγενικές μεταξύ τους (για ανθρώπους και οργανωμένα συστήματα διαβίωσης μιλάμε πάντα), ωστόσο βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Η μη επανάληψη της Ιστορίας και η επιθυμία μας να την επηρεάσουμε καταλυτικά δεν ταυτίζεται με την πίστη σε κάποιου είδους παρθενογένεση.
Φυσικά, δεν φανταζόμαστε πως θα μπορούσε ένα όμορφο πρωί να συγκληθεί συνέλευση δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων ώστε να ληφθούν αποφάσεις ξαφνικά από όλους για όλα. Ούτε όμως πιστεύουμε πως είναι αναγκαία μια “δικτατορία του προλεταριάτου” που θα επιβληθεί θελησιοκρατικά διαπαιδαγωγώντας τους πολίτες κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμμετέχουν στα κοινά. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι για εμάς αυτοσκοπός, αποτελεί το μέσο για μια διαρκή επαναστατική διαδικασία, εννοώντας πως η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος, ο επαναστάτης δεν γίνεται συντηρητικός μετά την “επιτυχία” της εξέγερσης αλλά συνεχίζει να συμμετέχει, να συνδιαμορφώνει και να αμφισβητεί εκθέτοντας τις απόψεις του σε δημόσιο έλεγχο αλλά και κάνοντας αυτοκριτική. Έτσι, η λειτουργία μιας σύγχρονης άμεσης δημοκρατίας απαιτεί την προσαρμογή της θεωρητικής της διάστασης στην πρακτική – προσαρμογή που μπορεί να γίνει με αντικατάσταση θεσμών αντιπροσώπευσης από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, μέσα στο ήδη υπάρχον σύστημα.
Εντελώς ενδεικτικά θα αναφέρουμε την δυνατότητα λειτουργίας της άμεσης δημοκρατίας στα αμφιθέατρα των σχολών, αντικαθιστώντας το διεφθαρμένο πελατειακό σύστημα των κομματικών παρατάξεων, έτσι ώστε να εκφράζονται οι ιδέες των πραγματικά εμπλεκομένων, δηλαδή των φοιτητών (αλλά και των διδασκόντων) και όχι των κομματικών μηχανισμών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η λειτουργία των σχολείων σύμφωνα με το ανοιχτό πρόταγμα του αυτοδιαχειριστικού πειραματισμού, δηλαδή η λήψη και εκτέλεση αποφάσεων σχετικά με ό,τι διέπει την εκπαιδευτική πράξη ενός σχολείου από εκπαιδευτικούς και μαθητές. Μια άλλη δυνατότητα είναι η αμεσοδημοκρατική λειτουργία τοπικών κοινοτήτων, όπου κληρωτές και ανακλητές επιτροπές θα αναλαμβάνουν για μικρό χρονικό διάστημα την εφαρμογή των αποφάσεων της κοινότητας. Όσο οι πρακτικές αυτές θα δοκιμάζονται στην πράξη, έστω σε μικρή κλίμακα, τόσο θα ανανεώνονται, θα εξελίσσονται, θα διορθώνονται πριν εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα με τη διάχυση τους στην κοινωνία.
Ενάντια σε κάθε δόγμα προς την ευτοπία
Η σημασία μιας θεωρίας, δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την πρακτική στην οποία η ίδια αντιστοιχεί. Θα φάνταζε απαράδεκτη οποιαδήποτε προσπάθεια διατήρησης κάποιας ιδεολογικής «ορθοδοξίας», περιορίζοντας τα ιδανικά που αυτή πρεσβεύει από το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της πρακτικής εφαρμογής της. Κάτι τέτοιο μας κάνει να προβληματιζόμαστε σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα του ορθόδοξου Μαρξισμού σήμερα: το να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα αίσχη που διαδραματίστηκαν σε όλες τις χώρες όπου έδρασαν Σταλινικά καθεστώτα, είτε τις ενέργειες των γραφειοκρατιών των κομμουνιστικών κομμάτων αποστασιοποιούμενοι από τη θεωρία που αυτά πρεσβεύουν θα φάνταζε, αν μη τι άλλο, ως πολιτική στρουθοκαμήλου. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει να τελειώνουμε με τα Σταλινικά (και όχι μόνο) δόγματα και κάθε είδους ιεδολογική ορθοδοξία και απολυτότητα.
Το πέρασμα από την δυστοπία στην ευτοπία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτω από συνθήκες ιδεολογικού παρωπιδισμού που συναντάμε συνεχώς σήμερα. Προϋποθέτει ανοιχτότητα και την προσπάθεια κατανόησης των πραγμάτων. «Η μοναξιά» με την έννοια της κοινωνικής απομόνωσης, ή αλλοτρίωσης/ξένωσης [1] «αποτελεί την υλική βάση για την τρομοκρατία και ουσία του ολοκληρωτισμού» (Αrendt “The Origins of Totalitarianism” 475). Η αλλοτρίωση αυτή, «έχει γίνει μια καθημερινή εμπειρία… Η ανελέητη διαδικασία με την οποία οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και οργανώνει τις μάζες μοιάζει με αυτοκτονική διαφυγή από την πραγματικότητα» έλεγε η Αrendt (σ. 478). Πώς εμείς θα νικήσουμε αυτόν τον απομονωτισμό που τόσο ο καπιταλισμός προωθεί, όσο και το άτομο που αναζητά διεξόδους από την σύγχρονη ιδιώτευση; Μία λύση είναι η αναβίωση του κινήματος των πλατειών, ή έστω η γένεση κάποιου παρόμοιου κινήματος που δε θα βασίζεται σε κάποια έτοιμη δοτή θεωρία, όπου η πράξη δεν θα είναι το αποτέλεσμα μιας δοτής θεωρίας, μιας ιδεολογίας αλλά το αποτέλεσμα πολιτικών συζητήσεων.
Τα κινήματα που επενδύουν στη λογική της μάζας και του όχλου δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνική χειραφέτηση. Η απελευθέρωση προϋποθέτει την ανάδειξη της διαφορετικότητάς του καθενός μέσα από την συλλογική δράση. Όταν η προσωπικότητα ενός ατόμου καταπνίγεται από τις κραυγές του όχλου που δεν ξέρει πραγματικά τί ζητά και τί επιθυμεί, τότε δημιουργούνται καταστάσεις που λειτουργούν ως εφαλτήριο για την γένεση ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η πραγματική δημοκρατία, προϋποθέτει όλους τους πολίτες να ενώνουν τη διαφορετικότητά τους (η διαφορετικότητα δεν είναι αυτό που τους χωρίζει αλλά αντίθετα, αυτό που τους ενώνει σε ένα δημιουργικό όλον με δυναμική), παραχωρεί στον καθένα το δικαίωμα ν’ ακούσει και να ακουστεί, να μάθει και να διδάξει, να έρθει σε επαφή με τον συνάνθρωπό του, αποβάλλοντας έτσι τον απομονωτισμό που τον οδηγεί στον σεχταρισμό και τον φανατισμό. Αν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να νικήσουμε, αυτό είναι η απομόνωση στην οποία έχουμε περιπέσει • η απομόνωση που καλλιεργεί διαφόρων ειδών φοβίες και προκαταλήψεις για το διαφορετικό (επειδή δεν έχουμε έρθει σ’ επαφή με αυτό). Τέλος, δεν είναι μόνο ο καπιταλισμός αυτό που θα πρέπει να ξεπεράσουμε αλλά και οι κάθε είδους θεολογικού τύπου ιδεολογικές προσεγγίσεις. Η υπερβατικότητα, η μεταφυσική, η θρησκευτικότητα, η άκαμπτη αιτιοκρατία, στέκονται εμπόδια στην ελευθερία που επιδιώκουμε.
Ο δρόμος για την ευτοπία δεν είναι στρωμένος ούτε με δελτία τύπου, ούτε με κομματικά ψηφοδέλτια. Το κίνημα των αγανακτισμένων, η μαζική συμμετοχή του κόσμου στις πορείες του 2011, η δημιουργία αλληλέγγυων δικτύων, άνοιξαν το μονοπάτι για το μέλλον. Απορρίπτουμε κάθε μοναδική αλήθεια, κάθε ηγετική φυσιογνωμία, κάθε δογματική πεποίθηση, συνεχίζοντας την κοινωνική επανάσταση που ποτέ δεν έχει τελειώσει, βρίσκεται εν σπέρματι στην ψυχή του καθενός μας. Ας απελευθερωθούμε από τα δεσμά του εγώ, αφήνοντας το εμείς να πλημμυρίσει.
Βιβλιογραφεία:
Καστοριάδης, Κορνήλιος. Είμαστε Υπεύθυνοι για την Ιστορία μας. Πέμπτη έκδοση, Πόλις, 2001.
Καστοριάδης, Κορνήλιος. Ο Θρυμματισμένος κόσμος. Ύψιλον βιβλία, 2001.
Καστοριάδης, Κορνήλιος. Η «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού. Ύψιλον βιβλία, 1997.
Καστοριάδης, Κορνήλιος. Η άνοδος της ασημαντότητας. Ύψιλον βιβλία, 2000.
[1] Εμπειρίκος Ανδρέας. Τα πουλιά του Προύθου, από τη συλλογή “Ενδοχώρα” 1945.
Arendt, Hannah. The Origins of Totalitarianism. Third Edition, London, 1996.
Arendt, Hannah. On Revolution. Penguin Books, Second Edition, 1973 (first published in 1963).
Hobbes, Thomas. Leviathan. Oxford University Press, Second Edition, 1909.
[2] Ελευθεροτυπία: Αβγατίζει η… φτώχεια στην Ευρώπη
[3] Καστοριάδης, Η δημοκρατία ως διαδικασία και ως καθεστώς 2.
Συγγραφή: Efor, Michael Th Ian Deltahttp://eagainst.com/articles/%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1-vs-%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1/

Δεν υπάρχουν σχόλια: