ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ..Μ.ΜΟΥΡΑΒΙΕΦ Μέρος Β΄

παρακάτω δύο από τίς παραβολές που συνήθως χρησιμοποιουνται για τήν εκπαίδευση τών μαθητών τής εσωτερικής οδού...να εξηγήσω πώς στήν εσωτερικη παραβολική γλώσσα[τουλαχιστον τής οδου που ερευνησε και παρουσιάζει ο Μουράβιεφ],οι λέξεις,κατώφλι ,πέρασμα,τάφρος,υπονοουν το κενό..και 'κενό',σ αυτήν την παράδοση,ειναι η ζώνη πλάνης..αντιγράφω πάντα από το πρώτο βιβλίο του Μουράβιεφ..


 «Χαμένος μέσα σέ ενα δάσος γεμάτο άγρια θηρία, οδη­γούμενος άπό ενα συγκεχυμένο άλλα βαθύ συναίσθημα, δ άν­θρωπος αναζητεί απελπισμένα τήν έξοδο. Εξαντλημένος, έ­χοντας διατρέξει χίλιους κινδύνους, φθάνει στην άκρη τοΰ δάσους.
Εμπρός του απλώνεται ενα θέαμα πού τόν γεμίζει θαυ­μασμό μαζί καί τρόμο: ενα φρούριο με άγρια ομορφιά, ορ­θώνεται πέρα άπό μιά πλατειά τάφρο, γεμάτη καθαρό καί γάργαρο νερό. ΙΙίσω άπό τό φρούριο, ξανοίγεται μιά εύτυχι--σμένη κοιλάδα, φωτισμένη άπό τις τελευταίες ακτίνες τοΰ ήλιου. Αριστερά, δ ορίζοντας σκοτεινός, κοκκινωπός, προα-ναγγέλει θύελλα.
Μαγεμένος, κυριευμένος άπό τή θερμή επιθυμία νά φθά­σει στό φρούριο, δ άνθρωπος ξεχνάει τους κινδύνους καί τους κόπους πού τόν περιμένουν.
  Πως νά τό κατορθώσω; αναρωτιέται.
Ξαφνικά, ακούει μιά φωνή νά τοΰ μιλάει άπό τά κατά­βαθα τής καρδίας του.
  Τήν τάφρο, τοΰ λέει ή Φωνή, δέν μπορείς νά τήν πε­
ράσεις παρά κολυμπώντας... Άλλα τό ρεύμα είναι δυνατό,
τό νερό παγωμένο.
Κι όμως, δ άνθρωπος αισθάνεται μέσα του νά ανεβαίνει ενα κύμα νέων δυνάμεων. Αποφασιστικά, ρίχνεται στην τά­φρο. Τό κρύο τοϋ κόβει τήν ανάσα. 'Αλλά μέ τήν ένταση τής θελήσεως του καί μέ μερικές απλωτές φθάνει στην άλλη δχθη, πηδάει στό πρώτο σκαλοπάτι καί τό ανεβαίνει. Πιό πάνω

υπάρχουν άλλα τρία πελώρια σκαλοπάτια άπό γρανίτη. Ό δηγοϋν σέ ενα πλατύ ημικυκλικό κεφαλόσκαλο πού προστα­τεύεται άπό δύο πύργους μέ δύο κλειστές εισόδους.
"Ενα ουρλιαχτό φθάνει στά αυτιά του. Ό άνθρωπος γυ­ρίζει τό κεφάλι. "Ενα κοπάδι λύκων προχωρεί αργά στό μέ­ρος βπου βρισκόταν λίγες στιγμές πρίν.
Ή ήμερα φεύγει. Στό μισοσκόταδο μπορεί άκδμη νά δια­κρίνει τά σπινθηροβόλα μάτια τών πεινασμένων ζώων.
Ακούει πάλι τή Φωνή νά τοϋ λέει :
  Στό κάτω - κάτω δ κίνδυνος δέν ήταν τόσο μεγάλος,
άφοϋ δν είχες άρνηθή νά τόν διατρέξεις, οί λύκοι θά σέ εί­
χαν κατασπαράξει.
Τρομοκρατημένος, άπό τόν κίνδυνο πού διέφυγε, ό άνθρω­πος, υπολογίζει τις δυσκολίες τοΰ σκαρφαλώματος.
Μόλις άρχισε τήν προσπάθεια νά σκαρφαλώσει στό δεύ­τερο σκαλοπάτι ξεσπά μιά καταρρακτώδης βροχή πού κά­νει τις πέτρες γλυστερές καί εμποδίζει τις κινήσεις του. Παρ5 δλα αυτά, κατορθώνει καί ανεβαίνει. Ή θύελλα περνάει, ή βροχή κοπάζει. Τό πρόσωπο του καί τά ροΰχα του στάζουν επάνω στις πλάκες.
  Δέν πειράζει, λέει ή Φωνή, ήσουν ήδη βρεγμένος άφοΰ
πέρασες τήν τάφρο.
Ό άνθρωπος παίρνει ανάσα καί ξαναρχίζει τήν ανάβα­ση. Ή νύχτα πέφτει, ή νέα σελήνη παρουσιάζεται χρυσόχλω-μη, στά δεξιά, κατά τή δύση.
  Καλό σημάδι, ακούει άπό τό βάθος τοΰ έαυτοϋ του·
Ό άνθρωπος χαμογελά. Τώρα γατζώνεται άπό τις ελά­χιστες προεξοχές για νά ανέβει στό στό τρίτο σκαλοπάτι. Ό­ταν τό κατορθώνει, τά χέρια καί τά πόδια του είναι μουσκε­μένα στό αίμα. Μόλις στέιοεται δρθιος, μιά ριπή παγωμένου άνεμου παρ' ολίγο νά τόν ρίξει «άτω. Γατζωμένος στό έδα-





φος, σκαρφαλώνει ώς τή βάση τοϋ τοίχου πού σχηματίζει τό τέταρτο σκαλοπάτι καΐ βρίσκει εκεί καταφύγιο.
Δέν τέλειωσαν ακόμη δλα, λέει τή στιγμή εκείνη ή
Φωνή. Μή στέκεσαι άλλο στδ καταφύγιο σου. Το σκαλοπάτι
μπορεί νά ανοίξει στά δύο καΐ τότε ή γή θά σέ καταπιεί.
Ή αντίσταση στδν ανεμοστρόβιλο, αντί νά τδν εξαντλή­σει, δεκαπλασιάζει τΙς δυνάμεις του. Σκαρφαλώνει τώρα, χωρίς μεγάλο κόπο, στδ τέταρτο σκαλοπάτι άν καΐ ϊχει τδ ίδιο δψος μέ τα προηγούμενα.
"Ορθιος πιά ακούει τότε, σαν βροντή, τή σάλπιγγα τοϋ αυναγερμοϋ. Ξαφνικά, μιά καυτή πνοή τοϋ χτυπάει τδ πρό­σωπο. Σηκώνει τά μάτια. Μέσα στδ σκοτάδι της νύχτας, ορ­θώνεται ψιζοοαχί του μιά φωτεινή μορφή' είναι δ Φρουρός. Ντυμένος μέ αστραφτερή πανοπλία καΐ κράνος, κρατάει στδ απλωμένο χέρι του μιά πύρινη ρομφαία καΐ τή στρέφει πρδς τον άνθρωπο.
Ποιος είσαι προσκυνητή; ρωτάει. Μέ ποιδ σκοπό καΐ
στδ όνομα τίνος ξεπέρασες τά εμπόδια καΐ σκαρφάλωσες στή
σκάλα τοϋ Παραδείσου;
Συνεπαρμένος άπδ μιά έξαρση άφατης χαράς, δ άνθρω­πος επαναλαμβάνει δυνατά τά λόγια πού ακούει στά βάθη τής καρδιάς του. Τά αίσθάνεται τώρα σάν δικά του καΐ α­παντάει μέ θάρρος στδ Φρουρό :
Είμαι ή ψυχή πού ζητάει τή θεία ευδαιμονία"
ενα κομμάτι πού προσπαθεί νά ένωθή μέ τή Δημιουργική
αρχή
—"Αξια ή απάντηση σου, απαντάει δ Φρουρός.
Ή πόρτα τοϋ δεξιοΰ πύργου ανοίγει. Ή ρομφαία ξαναμ­παίνει στή θήκη. Ό Φρουρός παίρνει τδν ανθρωπο άπδ τδ χέρι και τδν περνάει άπδ τδ κατώφλι της ανοιχτής πόρτας...
"Η Αυγή χρυσίζει στην Ανατολή. Πρόδρομος τοϋ "Ηλιου, τό "Αστρο τοϋ πρωϊνοϋ λάμπει επάνω άπδ τήν Ευτυχισμένη Κοιλάδα»·

. * *«
Και άλλο ένα, παρμένο ά|πό τήν κλασική φιλολογία. Είναι ένα απόσπασμα τά 'πεζοτράγουδα"τού Tourgouenelf
.
«Βλέπω ενα. οικοδόμημα, μιά πελώρια μάζα. Στον εξωτε­ρικό τοίχο, μιά στενή πόρτα, ορθάνοιχτη" πίσω πυκνοί ατμοί. Εμπρός άπδ τδ ψηλό-κατώφλι, μιά νέα κοπέλλα... μιά ωραία κοπέλλα.
Μιά πνοή βγαίνει άπδ αυτούς τους θαμπούς καί παγωμέ­νους ατμούς πού φέρνει άπδ τά βάθη τοϋ κτιρίου, σε ενα ρεύ­μα παγωμένου αέρα, τδν ήχο μιας φωνής αργής κα'ι υπό­κωφης:
—"Ω, συ πού ποθείς νά δρασκελίσεις αύτδ τδ κατώφλι, ξέρεις τί σέ περιμένει;
  Ξέρω, άπαντα ή κοπέλλα.
—■ Τδ κρύο, ή πείνα, τδ μίσος, οί είρωνίες, ή περιφρόνη­ση, ή αδικία, ή φυλακή, ή άρρώστεια, ακόμη καί δ θάνατος.
  Τδ ξέρω.
—"Εχεις προετοιμαστή νά άποδιωχτής άπδ δλους; "Εχεις έτοιμαστή γιά τήν τέλεια μοναξιά;
  Είμαι έτοιμη- νά τά αντιμετωπίσω. Τδ ξέρω. θα υπο­
μείνω δλους τους πόνους καί δλα τά κτυπήματα.
—Ακόμη καί άν δέν έρχονται άπδ εχθρούς άλλα άπδ συγγενείς καί φίλους;
   Ναί... Ακόμη κι. άπό αυτούς... —Καλά. Δέχεσαι τή θυσία;
   Ναί.
   Τήν ανώνυμη θυσία; θά χαθείς καί κανείς... κανείς





δεν θα ξέρει ούτε ποια μνήμη νά τιμήσει.
  Δέν μοΰ χρειάζονται ή αναγνώριση και  ο οικτος. Δέν
μοϋ χρειάζεται τό δνομα.
  Είσαι έτοιμη γιά τδ εγκλημα;
Ή κοπέλλα χαμήλωσε τδ κεφάλι.
—Ακόμη καΐ για τδ έγκλημα.
Ή φωνή πού ρωτούσε δέν συνέχισε αμέσως. Τέλος, ξα-νάπε:
   Ξέρεις δτι μπορεί μιά μέρα νά μήν πιστεύεις πιά σέ δ,τι πιστεύεις τώρα; "Οτι μπορεϊ να φθάσεις στδ σημείο νά σκεφτείς δτι εξαπατήθηκες και εχασες τά νειάτα σου γιά τδ τίποτε;
   Κι αύτό τό ξέρω. 'Αλλά παρ' δλο πού τδ ξέρω, θέλω νά μπω.
Ή κοπέλλα πέρασε τδ κατώφλι" μιά βαρειά κουρτίνα επεσε.
Τρίζοντας τά δόντια κάποιος πρόφερε πίσω της.
  Μιά ανόητη.
Καί άπδ κάπου μιά φωνή απάντησε.
-ΜΙΑ ΑΓΙΑ....>>
========

Τά δύο αυτά αποσπάσματα, εσωτερικής προελεύσεως, δί­νουν μιά \ιδέα γιά την είσοδο στην Ό δ ό ή οδός είναι μονής κατευθύνσεως. Δηλαδή γιά δποιον αρχίζει τήν πορεία του σέ αυτήν, δ δρόμος της επιστροφής είναι απαγορευμένος. "Οχι άπδ οποιαδήποτε εσωτερική προσταγή άλλα επειδή κάθε βήμα έμπρδς στην


Ό δ ό, τροποποιεί αμετάκλητα τδ έσωτερικδ περιεχόμενο τοΰ μαθητή πού αποξενώνεται δλο καί περισσότερο άπδ τδ περιβάλλον του καί χάνει δλο καί περισσότερο τδ ενδιαφέρον γιά.,τήν εξωτερική ζωή, στην δποία, μέχρι χθέ? ακόμη, μετείχε ολοκληρωτικά. Ή δψη των πραγμάτων καί κυρίως των δντων, υφίσταται — στα μάτια του —· μιά βαθειά αλλαγή, θά εκπλαγεί δταν διαπιστώσει κάποτε δτι σε ορι­σμένα πρόσωπα πού, χθες ακόμη, εύρισκε πολύ ωραία, νά διαφαίνονται τώρα κάποια σημάδια κτηνωδίας.
— Τί βλέπεις; αναφώνησε δ Νικαλάϊ Γκόγκολ σέ μιά κρίση διοράσεως.
—Όμίχλη... καί τά ρύγχη των χοίρων. Όσο δ άνθρωπος προοδεύει στην Ό δ ό, τόσο εντεί­νεται τδ συναίσθημα της άποξενώσεώς του. Σέ λίγο, θά γί­νει πληκτικός, αργότερα ανυπόφορος" τέλος, μισητός. Γι' αυ­τό, ούκ Εστί προφήτης άτιμος εί μή έν τ ή πατρίδι αύτοΰ καί έν τοις συγγενέσι καί έν τη οικία α ύ τ ο ϋ?. Ή ένδειξις είναι σαφής" δέν επιτρέπει καμμία αμφιβολία. Όποιος θέλει νά αρχίσει τις μελέτες τοΰ εσωτερισμού, κα­λείται νά συλλογιστή δυδ φορές καί νά τά ζυγίζει δλα προ­τού ριχτή νά περάσει τδ κ α τ ώ φ λ ι - τ ά φ ρ ο" για­τί, επαναλαμβάνουμε δέν θά μπορει πιά νά επιστρέψει στην εξωτερική ζωή καί νά βρη έκεΐ, δπως στδ παρελ­θόν, τή θέση, τις ευχαριστήσεις καί τις ικανοποιήσεις του. Ωστόσο παράλληλα μέ τις δυσκολίες πού είναι τά πρώτα α­ποτελέσματα τής εξελίξεως του, ο ανθρωπος θά δεχθή παρή­γορες εντυπώσεις, πρδ πάντων, στις ανθρώπινες σχέσεις του. θά έκπλαγή δταν άντιληφθή μιά μέρα δτι ορισμένα πρόσωπα πού χθες ακόμη τοΟ φαίνονταν   συνηθισμένα,   ακτινοβολούν.......

Δεν υπάρχουν σχόλια: