ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ[Πραγματική ιστορία τού πατέρα τού Τασου Κοντογιαννίδη με τήν μάνα του Φλωράκη]

Η ανθρώπινη πλευρά του Εμφυλίου: μια πραγματική ιστορία του πατέρα του Τάσου Κοντογιαννίδη με τη μητέρα του Χ. Φλωράκη

του Τάσου Κοντογιαννίδη

Θυμόμαστε ένα περιστατικό που συνέβη στα ελληνοαλβανικά σύνορα, λίγες ώρες μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ακριβώς εξήντα τρία χρόνια πριν. Υπογράφει ο Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης...
Από τότε που τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος - 29 Αυγούστου- πέρασαν 63 ολόκληρα χρόνια. Και το πελώριο ΓΙΑΤΙ που προβάλλει γι’ αυτό το τραγικό για το έθνος αιματοκύλισμα εξακολουθεί να μένει αναπάντητο. Δεν ήταν μόνο λάθος, αλλά και κατάρα. Εξήντα τρία χρόνια μετά, δεν θα επαναλάβουμε ποιος έφταιγε, ποιος σκότωσε και ποιος εγκλημάτησε. Έχουν όλα καταγραφεί από την Ιστορία και μόνο μερικοί ιδεολογικά άρρωστοι σκαλίζουν, γιατί προφανώς τους αρέσει η οσμή των πτωμάτων…
Σήμερα θα φωτίσουμε μια άλλη πτυχή. Θα αποκαλύψω μια πράξη του πατέρα μου στον Εμφύλιο, που πολέμησε από τις τάξεις του Εθνικού Στρατού από την αρχή έως το τέλος του. Οταν ήμουν μικρός μου τα ’λεγε χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν καταλάβαινα. Αργότερα, όταν γνώρισα τον Χαρίλαο Φλωράκη, κατάλαβα πλέον τι σημασία είχαν τα λόγια του.

Σήμερα, ο Χαρίλαος κείτεται στον Αη Λιά της Ραχούλας της Καρδίτσας και ο πατέρας μου Κωνσταντίνος, στα μνήματα των Κομνηνών της Ξάνθης. Είναι όμως σίγουρο, πώς οι ψυχές τους ανταμώνονται, συνομιλούν, λένε τα λάθη που έγιναν, από τα οποία μίκραινε αριθμητικά η πατρίδα μας και καταστράφηκε οικονομικά…
Σήμερα, λοιπόν, φωτίζουμε μια πράξη που ενώνει και δεν διχάζει, Ο Κώστας Κοντογιαννίδης -ο πατέρας μου-, λοχίας του 513 Τάγματος Πεζικού το 1949, που ζούσε στα Κομνηνά Ξάνθης και ήταν γνωστός σ’ όλη την περιοχή με το προσωνύμιο «ο Παπάγος» ( σ’ αυτόν έλαχε ο κλήρος να δώσει αναφορά στον στρατάρχη Παπάγο όταν εκείνος επισκέφθηκε προκεχωρημένα φυλάκια και μονάδες), ήταν από τους στρατευμένους εκείνους, που άκουσε να πέφτουν οι τελευταίες σφαίρες και οβίδες στην ελληνοαλβανική μεθόριο, που σήμαναν ουσιαστικά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Διηγείται:
«Από τον Άγιο Γερμανό, κοντά στην Πρέσπα, έβαζαν οι αντάρτες με τους όλμους. Οι οβίδες έπεφταν βροχηδόν. Τρέχαμε σαν τρελοί να κρυφτούμε. Μέσα στον πανικό μου μπήκα σε έναν λάκκο που άνοιξε μία οβίδα. Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή ότι στο ίδιο μέρος αποκλείεται να ξαναπέσει δεύτερη. Σώθηκα, αλλά δίπλα μου σκοτώθηκε ένας στρατιώτης με το μουλάρι που ήταν φορτωμένο με τον ασύρματο... Οταν σταμάτησε ο βομβαρδισμός σηκώθηκα, έκανα τον σταυρό μου κι έτρεξα στον στρατιώτη. Τον είδα διαμελισμένο και σοκαρίστηκα...».
Ο αείμνηστος Κώστας Κοντογιαννίδης διαβάζει την εφημερίδα ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ
«Επιχείρηση Πυρσός 3»
Οι αντάρτες, μετά το κλείσιμο των γιουγκοσλαβικών συνόρων από τον Τίτο, κυνηγημένοι από τον στρατό που εφάρμοζε την «Επιχείρηση Πυρσός 3», εγκατέλειψαν το ελληνικό έδαφος και μπήκαν στην Αλβανία. Εκεί ουσιαστικά τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος και συνέβη ένα γεγονός που μένει ανεξίτηλα χαραγμένο βαθιά στη μνήμη του Κ. Κοντογιαννίδη.
«Από το Κερασοχώρι, κυνηγημένοι οι αντάρτες από τον στρατό, έμπαιναν στην Αλβανία μαζί με άλλους πολίτες, άνδρες και γυναίκες που τους ακολουθούσαν. Φτάσαμε κι εμείς εκεί, χωρίς να περάσουμε τα αλβανικά σύνορα. Τότε στο κοντινό δασάκι, μέσα από τις φυλλωσιές, άκουσα θόρυβο και μια γυναικεία φωνή. Πήγα -ως λοχίας επικεφαλής της διμοιρίας- και βρήκα μια γριούλα γύρω στα 60 με 65, ταλαιπωρημένη, γεμάτη ψείρες, νηστική και διψασμένη... “Δεν μπορώ” μου είπε. “Μη με σκοτώσεις!..”. Την καθησύχασα. “Μη φοβάσαι, δεν θα σε πειράξει κανείς”, της είπα και τη ρωτούσα ποια είναι και τι θέλει. Στην αρχή δεν μου απαντούσε. Οταν τη ρώτησα αν θέλει νερό, κούνησε το κεφάλι της. Της έδωσα το παγούρι μου και ήπιε… Το ήπιε ολο με ευχαρίστηση… “Οι άλλοι έφυγαν, εμένα δεν άντεξαν τα πόδια μου…”, είπε. Τη ρώτησα “ποια είσαι;”. “Είμαι η μάνα του Γιώτη”, απάντησε. “Ποιανού Γιώτη” ξαναρώτησα. “Ο γιος μου είναι καπετάνιος στον Δημοκρατικό Στρατό, τον λέν’ Χαρίλαο Φλωράκη… Πρέπει να’ ναι πέρα” και μου ’δειξε προς την Αλβανία… Γύρισε, με κοίταξε μ’ ένα ικετευτικό βλέμμα και με ρώτησε: “Τι θα με κάνετε;”. Την κοίταξα καλά, ήταν σε άθλια κατάσταση. “Πού θέλεις να πας”, της είπα. “Από εδώ ή από εκεί;”. “Εκεί που πάν’ κι οι δικοί μου”, είπε και μου έδειξε την Αλβανία. Της έπιασα το χέρι και τη βοήθησα να βγει από τις φυλλωσιές. Στο πρόσωπό της είδα τη μάνα που έχασα μικρός στον Πόντο… Την κατέβασα στο μονοπάτι και της είπα: “Από εδώ φύγανε οι δικοί σου, τράβα αυτό το μονοπάτι και θα τους βρεις. Πήγαινε στην ευχή της Παναγίας”, είπα. Με κοίταξε στα μάτια επίμονα, κούνησε το κεφάλι, μου ’πιασε το χέρι και είπε “ σ΄ ευχαριστώ, παιδί μου, να έχεις την ευχή μου" και έφυγε...».
Κάποιος στρατιώτης συζητούσε με άλλους συναδέλφους του το περιστατικό με τη γριούλα και το άκουσε ο επικεφαλής ανθυπολοχαγός, ο οποίος έβγαλε στην αναφορά τον πατέρα μου για να απολογηθεί. Ο πατέρας μου πλησίαζε τότε τα 29, με δύο παιδιά, ήταν γεμάτος θυμό, καθώς περίμενε να απολυθεί με τη λήξη του πολέμου. Πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των Βουλγάρων κατακτητών, δεινοπάθησε ως τορντουβάκι στα κάτεργα στη Βουλγαρία και στρατιώτης κατόπιν 40 μήνες, μπαρουτοκαπνισμένος, δεν μπορούσε να ανεχθεί παρατηρήσεις από έναν νεότερό του και με όχι τόσο μεγάλες προσφορές στην πατρίδα. Πήγε στην αναφορά και γεμάτος θυμό υπερασπίστηκε την πράξη του: «Πολεμάμε άνδρες και όχι γριούλες», είπε στον αντισυνταγματάρχη διοικητή του. « Στο πρόσωπό της είδα τη μάνα μου που οι Τούρκοι τη σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου γιατί δεν ήθελε να καταδώσει τον άνδρα της που ήθελαν να τον πάρουν στα “τάγματα εργασίας”, από τα οποία δεν θα γύριζε ποτέ. Έκανα αυτό που μου έλεγε η συνείδησή μου…». Ο διοικητής τον συνεχάρη. «Η πράξη σου είναι πράξη ανθρωπιάς», του είπε.
Ο Χαρίλαος Φλωράκης με τη μητέρα του
Τα δάκρυα του καπετάνιου
Την αφήγηση του πατέρα μου είχα καταγράψει στην κάμερα. Οταν έμαθα γύρω στο 2002 ότι ο Φλωράκης θα παραστεί σε μια εκδήλωση, γι' αυτόν στην Παλιά Βουλή, την πήρα μαζί μου. Τον πλησίασα πριν αρχίσει η εκδήλωση και του έδειξα σε μια γωνιά τα όσα είπε για τη μάνα του ο πατέρας μου. Λοξοκοιτώντας, έβλεπα από τα μάτια του, καθώς παρακολουθούσε με προσοχή, να κυλούν δάκρυα χωρίς να τα σκουπίζει… Μετά, μόλις τελείωσε το μικρό βίντεο, σκουπίζοντας τα δάκρυά του γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. «Ζει ο πατέρας σου;» με ρώτησε. Ναι, του απάντησα. «Να τον φιλήσεις εκ μέρους μου. Το περιστατικό το θυμάμαι, μου το είχε διηγηθεί η μάνα μου!.. Να μου τον φιλήσεις!» είπε και ξανασφούγγισε τα δάκρυά του.
Λίγη ώρα μετά ο Φλωράκης παρέστη στην εκδήλωση για να μιλήσει, αλλά επηρεασμένος προφανώς που του θύμισα τη μάνα του, άρχισε να μιλά γι’ αυτήν συγκινημένος μπροστά στις κάμερες και τα δάκρυα να τρέχουν και πάλι ποτάμι…
Ο Κώστας Κοντογιαννίδης με τη διμοιρία του
πηγή ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Γράφει ο ΜΠΟΤΙΛΙΑΣ [Δειτε ολο τό άρθρο εδώ  http://bostopel.blogspot.gr/2012/08/blog-post_27.html]

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;.....Η ερώτηση, την οποία παραθέτει εντός εισαγωγικών στο σχόλιο ο ανώνυμος φίλος, αποτελεί παράφραση τής ρήσης του "Ρασκόλνικου" (οι "Ρασκόλνικοι" ήσαν κίνηση χριστιανών ζηλωτών στην Ρωσία κατά τον προπερασμένο αιώνα) ο οποίος είναι μυθιστορηματικός Ήρως τού Ντοστογιέφσκι στούς "Αδελφούς Καραμαζώφ", "Εάν δεν υπάρχει θεός, τότε όλα επιτρέπονται".
Η ρήση αυτή απευθύνεται από τον Ρασκόλνικο στον αδελφό του, ο οποίος ως "Ναρότνικος" εμφορείται από την ιδεολογία βιαίων ανατροπών, όταν αυτός τού προτείνει να δολοφονήσουν τον βάναυσα τυραννικό τους πατέρα, για να απαλλαγούν από την αφόρητη καταπίεση που αυτός εξασκεί.
Το νόημα αυτής τής ρήσης συνίσταται, στο ότι καταργώντας τις υπερκείμενες αρχές εισερχόμεθα στην σφαίρα τού ακαταλόγιστου. Τουτέστιν, η δράση μας γίνεται ασύδοτη. Ο προσδιορισμός "ασύδοτος" παράγεται εκ τού στερητικού α, τού συν και τού δίδω. Το συν δηλώνει την μετοχή. Πρόκειται δηλαδή για την πρακτική να κάνουμε τού κεφαλιού μας, να μην δίνουμε λογαριασμό σε κανένα, να μην αισθανόμαστε υπόλογοι ενώπιον τής όποιας αρχής, αξίας, θεσμημένου πρέπειν. Εκφρασμένο με κλασσικούς όρους, αυτό συνιστά κατάφωρη παραβίαση τής Θέτιδος, τής ισχυούσης δηλαδή κοινώς αποδεκτής ή άλλως πώς καθ"ιερο"μένης δεοντολογίας. Με αποτέλεσμα η Θέτις να παραπέμψει τον βλάσφημο στην συνέχεια στην Θέμιδα προς εκδίκαση και η οποία μετά θα καλέσει την Νέμεσιν. Πρόκειται δηλαδή για τις συνέπειες τής βλασφημίας.
Ο Διαφωτισμός ήταν αυτός, ο οποίος ανήγαγε σε ύψιστο ιερό την λογική. Οι Διαφωτιστές έπλασαν αγάλματα στην λογική και αξίωσαν την λατρεία της. Έκτοτε η λογική συνδέθηκε άμεσα με την περί πραγματικότητος ισχύουσα αντίληψη. Κατά συνέπεια, η κατάφωρος αμφισβήτηση τής πραγματικότητος, συνιστά έκτοτε βλασφημία σε βάρος της λογικής.

Δεν θέλω να υπεισέλθω με αυτήν την αφορμή σε εντοπισμούς, στους οποίους έχω προβεί στο παρελθόν, αναφορικά με την μεταφυσική θέσμιση των λεγόμενων "Διαφωτιστών", οι οποίοι, ενώ δήλωναν ακραίοι πραγματιστές, ήσαν βαθύτατα θρησκευόμενοι, ακολουθώντας την λατρεία τού εωσφόρου σε μασονικές στοές. Δεν αποσκοπώ να αναπτύξω απολογητική υπέρ των αναλυτικών μεθόδων που νομίζω ότι ακολουθώ, αλλά απλώς προτίθεμαι να εμβαθύνω στο ενδιαφέρον ζήτημα, που έθεσε το σχόλιο: Να αναπτύξω δηλαδή τις απόψεις μου περί πραγματικότητος.

Πραγματικό θεωρείται ότι προσλαμβάνεται δια των αισθήσεων, το οποίον, αφού υποστεί νοητική αξιολόγηση και αναχθεί σε αφαιρέσεις, επαληθεύεται προσεχώς δια τής εμπειρίας. Η εμπειρική επαλήθευση κατοχυρώνει αφ' ενός την πιστότητα των αισθητηριακών προσληπτικών ικανοτήτων και αφ' εταίρου την αποδοτικότητα των νοητικών επεξεργασιών.
Όλα αυτά είναι καλά άγια, μόνο που η σύγχρονη επιστήμη - πέραν τής φολοσοφίας, η οποία πράττει αυτό σε διαχρονική βάση - σχετικοποιεί άρδην αυτούς τούς μηχανισμούς εναπόκτησης γνώσεως.
Ακριβώς, επειδή η συμβατική πρόσληψη, η συμβατική αξιολόγηση - επεξεργασία και η συμβατική επαλήθευση εξαντλούνται μέσα στον φαύλο κύκλο που καθορίζεται από τα εντόνως περιορισμένα όριά τους, στην διαδικασία πιστοποίησης τής μιας από την άλλη. Δηλαδή επιχειρούν να τεκμηριώσουν η κάθε μια με το δικό της δεκανίκι το δεκανίκι τής άλλης.

Όσο αφορά τις πέντε αισθήσεις που διαθέτουμε, η ίδια η επιστήμη έχει αποδείξει με συνεπή πειραματική και θεωρητική τεκμηρίωση, ότι παρεμβαίνον μόνον σε ένα σχετικά μικρό τμήμα τού υπάρχοντος φάσματος, ή εύρους συχνοτήτων. Πέραν αυτού, η τελείως πραγματιστική μελέτη τού εγκεφάλου έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι αξιοποιούμε μόνον ένα μικρό τμήμα του και μόνον μέρος των εν δυνάμει λειτουργιών του.
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΩΡΟΥΜΕ ΕΞΩΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΣΥΧΝΑ ΕΞΙΣΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟ, ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩΘΕΝ ΤΟΥ ΕΥΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΤΡΙΑΚΩΝ ΜΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΩΝ.

Αυτές οι ικανότητες στηρίζονται αποδεδειγμένα σε ηλεκτροχημικές διαδικασίες. Η παρέμβαση σε αυτές τις διαδικασίες με κάποιους φυσικούς τρόπους, τουτέστιν μέσω ουσιών, οδηγεί σε άλλες ποιότητες προσλήψεων. Όσον αφορά αυτές τις ποιότητες, άλλοι τις θεωρούν αλλοίωση και άλλοι διεύρυνση της αντιληπτικής ικανότητος. Περί τίνος όμως συμβαίνει "πραγματικά(;!)" σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να αποφανθεί μόνον η έρευνα και όχι η προκατάληψη. Και εδώ εδράζεται ακριβώς η στενή αντίληψη να θεωρείται πραγματισμός η υποταγή στην προκατάληψη.
Και αντιστοίχως επ' αυτού πλανώνται, όσοι θεωρούν ως μόνη σοβαρή οδό στην έρευνα των διευρυμένων και ευρισκόμενων εκτός συμβατικού εύρους προσληπτικών ικανοτήτων αποκλειστικά την βιοχημεία, η οποία αναμφιβόλως αποτελεί μη ευκαταφρόνητο ερευνητική δυνατότητα αυτών των φαινομένων. Η ερευνητική διαδικασία όμως αυτών των θεμάτων δεν μπορεί παρά να είναι διεπιστημονική, εντάσσοντας ταυτοχρόνως στην ερευνητική πορεία την θρησκειολογία, την ανθρωπολογία, την νευροφυσιολογία, την εθνολογία, την ιστορία, την αρχαιολογία, την μελέτη τής προϊστορίας, την μελέτη τής μυθολογίας, των μαθηματικών, τής ηλεκτρολογίας, τής θεωρητικής φυσικής και για να το πω έξω από τα δόντια, ώστε να μην προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από το δάκτυλό μας, τής παραψυχολογίας και τής συμωμοσιολογίας.
Στην μελέτη τής παραψυχολογίας έχουν κάνει ήδη άλματα οι ερευνητικοί μηχανισμοί των μυστικών υπηρεσιών χωρών που επιδιώκουν ηγεμονία, ενώ στην συνωμοσιολογία οφείλαμε να έχουμε κάνει άλματα, όσοι θεωρούμε τους εαυτούς μας επαγγελματίες επαναστάτες.

Εάν υποθέσουμε, ότι οι φωτιές μπαίνουν πχ. μέσω. ακτινοβολίας λέϊζερ, στην περίπτωση που οι ανθρώπινοι οφθαλμοί ήσαν εις θέσιν να προσλάβουν αυτήν την ακτινοβολία, τότε δεν θα ετίθετο θέμα "πραγματικότητας" στην συζήτηση. Η συγκεκριμένη εμπειρία ή θα επικύρωνε ή θα απέκλειε αυτήν την εκδοχή. Το ότι μια συγκεκριμένη συχνότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στις προσληπτικές μας ικανότητες, δεν είναι δυνατόν εκ προοιμίου όμως να αποκλείει την δυνατότητα κάποιοι να επιχειρούν με αυτήν.
Έχω επανειλημμένα δηλώσει πραγματιστής. Αυτό που κατέθεσα στην περίπτωση των εμπρηστών δορυφόρων ήταν η άμεση χειροπιαστή εμπειρία μου από την συμμετοχή στην πυρόσβεση και η μόνη λογική εξήγηση, που είμαι εις θέσιν να δώσω στηριζόμενος σε αυτά που πραγματιστικώς διαπίστωσα.
Ο πάλαι ποτέ πρόεδρος τού ΚΚ. Κίνας Μάο Τσε Τουνγκ, έστω κι αν υπήρξε αχυράνθρωπος τού Ροκφέλερ, δεν έπαυε να είναι βαθυστόχαστος μελετητής τού Κομφουκιανισμού, αλλά και έμπειρος γνώστης των μαρξιστικών συγγραμμάτων. Στην σύντομη γνωσιολογική πραγματεία του, η οποία τιτλοφορείται "Για την πράξη", ταξινομεί ιδιοφυιώς την γνωσιολογική διαδικασία σε τρεις φάσεις: Την αισθητηριακή γνώση, την νοητική γνώση και την επαναστατική πράξη. Χαρακτηριστικά αναφέρει στο ως άνω σύγγραμμα με την ιδιότυπη περιεκτικότητα των σημαντικών ρήσεων που εφαρμόζεται στην Άπω Ανατολή: "Εάν δεν δαγκώσεις το αχλάδι, δεν θα γνωρίσεις την πραγματική του γεύση".
Εγώ είμαι ένας μετανάστης τής συμφοράς, ο οποίος μπορεί να επισκέπτεται την Ελλάδα το πολύ δύο εβδομάδες τον χρόνο, για να επισκεφθεί δυο - τρία γερόντια, κάποια από τα οποία μπορεί κατά την επόμενη επίσκεψη να μην τα βρει στην ζωή. Είχα όμως παρεπιπτώντως την διάθεση να ασχοληθώ επί του τόπου με το πρόβλημα, έδειξα δηλαδή ετοιμότητα να δαγκώσω το αχλάδι. Γεννάται όμως το ερώτημα, που ήσαν τότε οι κ.κ. από τα ερευνητικά ινστιτούτα, οι οποίοι διαθέτουν τούς κατάλληλους ανιχνευτές και τα όργανα μετρήσεων, ταυτόχρονα με όλες τις ανέσεις, ώστε να μπορέσει να λάβει χώρα μια πραγματιστικού χαρακτήρος επικύρωση ή απόρριψη τής άνω εκδοχής;
Να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στα όριά μας είναι εύκολο......

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

  Ο Παναγιώτης Κονδύλης (Panagiotis Kondylis, Panagiotes Kondyles) (17 Αυγούστου 1943 – 11 Ιουλίου 1998), υπήρξε Έλληνας φιλόσοφος, συγγραφέας και μεταφραστής. Έγραψε κυρίως στα γερμανικά και μετέφραζε ο ίδιος τα βιβλία του στα ελληνικά. Το έργο του τον τοποθετεί στη συνέχεια της παράδοσης του Θουκυδίδη, Νικολό Μακιαβέλι και Μαξ Βέμπερ.

 

Γεννήθηκε το 1943 στη Δούβρα του νομού Ηλείας, κοντά στην Ολυμπία. Σε ηλικία έξι ετών, η οικογένειά του μετοίκησε στην Κηφισιά της Αθήνας, όπου ο Κονδύλης πήγε στο σχολείο. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.

Έργα στα Ελληνικά

  • Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη Αθήνα:Γνώση 1983
  • Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα. Αθήνα: Γνώση, 1985
  • Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα , 1984
  • Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες. Αθήνα: Θεμέλιο, 1988
  • Θεωρία του πολέμου. Αθήνα: Θεμέλιο, 1997; 1998 (2η έκδοση)
  • To Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης. Αθήνα: Νεφέλη, 1998
  • Ισχύς και Απόφαση, Macht und Entscheidung 1991
  • Πλανητικη Πολιτική μετα τον Ψυχρό Πόλεμο, Θεμέλιο, 1992, πρωτα στα γερμανικά Planetarische Politik nach dem kalten Krieg, όπου προβλέπει στο τελευταίο κεφάλαιο τα σημερινά (2009-2012) οικονομικά προβλήματα της Ελλαδας
  • Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία , 1992
  • Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης 1998
  • Μελαγχολία και Πολεμική. Αθήνα: Θεμέλιο, 2002
  • «Ταυτότητα, Ισχύς, Πολιτισμός», στο Ευ. Γκανάς (Επιμ.), Νέα Εστία, τ. 156ος, Αθήνα, Ιούλιος-Αύγουστος 2004, σσ.6


  • Π.Κονδύλης: Ο στοχαστής που προφήτεψε την γεωστρατηγική έκλειψη της χώρας











Πηγή: Greek National Pride
Οι τοποθετήσεις και οι απόψεις του κορυφαίου Έλληνα γεωστρατηγικού στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη που έφυγε τόσο πρόωρα, σε ηλικία μόλις 55 ετών, το 1998, αποτελούν σήμερα το βασικό πλαίσιο σκέψης και προσέγγισης των εθνικών προβλημάτων σε όλα τα επίπεδα της εθνικής δραστηριότητας: αμυντικής, πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής.
Διαβάζοντας αυτά που έγραψε είκοσι χρόνια πριν και εκδόθηκαν στην Ελλάδα το 1990, νομίζει κανείς ότι γράφτηκαν αυτή την εβδομάδα!
Λεπτομέρεια: η αίτησή του για έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις αρχές τις δεκαετίας του ’80, απορρίφθηκε…


«Όπου το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες.
Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση.
Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητές του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας.
Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μοναχά σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά – οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη (αν και συχνά αφανή) μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Εκείνο όμως που προπαντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους.
Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του.
Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων.
Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα.
Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά.
Επιπλέον, καμία προστασία και καμία συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης.
Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας.
Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ο ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών.
Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα· αν όμως ασκεί εθνική πολιτικήαγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.
Μιλώντας για τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους μιας ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία δεν είναι δυνατό να μην ανασκοπήσουμε την πορεία πού οδήγησε στη σημερινή κρίση η απίσχνανση της ελληνικής εθνικής οντότητας.
Για να μείνουμε με κάθε δυνατή συντομία στα ουσιώδη σημεία, θα πούμε ότι η πορεία αυτή περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις.
Η πρώτη αναφέρεται στη συνεχή και αμετάκλητη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.
Μια κεντρική ιδιομορφία της νεοελληνικής ιστορίας ήταν το ασύμπτωτο έθνους και κράτους, όχι επειδή το κράτος, το οποίο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ελληνικής εθνότητας, περιείχε σε αξιόλογο βαθμό και εθνότητες ξένες, όχι δηλαδή επειδή το κράτος ήταν ευρύτερο από το έθνος, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. τη ρωσική), αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: το έθνος ήταν εξ αρχής κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος.
Τούτο το χάσμα μεταξύ έθνους και κράτους έκλεισε, πάλι, μόνον εν μέρει με την επέκταση τού κράτους, έτσι ώστε να συμπεριλάβει το σώμα του έθνους.
Αυτό έγινε με την ένωση των Ιονίων Νήσων και προ παντός με τους Βαλκανικούς Πολέμους, έκτοτε όμως η πορεία αντιστράφηκε:
το έθνος συνέπιπτε όλο και περισσότερο με το κράτος επειδή εξολοθρευόταν ή εκτοπιζόταν σε όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από το κράτος, δηλαδή επειδή συρρικνωνόταν γεωπολιτικά.
Η γεωγραφική σύμπτωση έθνους και κράτους, όπως σε μεγάλο βαθμό υφίσταται σήμερα, πραγματο- ποιήθηκε όταν, μετά τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, αφανίσθηκε ο Ελληνισμός της Ρωσίας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Η προσωρινά τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας διαδραματίσθηκε στην Κύπρο, όπου, πολύ πριν από το ολέθριο πραξικόπημα του 1974, η ελληνική διπλωματία έδειξε πόσο είναι ανίκανη να κάνει μακρόπνοη και τελέσφορο εθνική πολιτική εμπνεόμενη όχι από συναισθηματισμούς και ρητορείες περί «εθνικών δικαίων», αλλά από τη γνώση και τη φρόνιμη στάθμιση των διεθνών παραγόντων.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα τι πλεονεκτήματα έχει ένα έθνος επεκτεινόμενο πέρα από τα όρια του κράτους του.
Όχι μόνον ο κύριος κορμός του έθνους, που ζει μέσα στο κράτος, δέχεται συνεχώς ζείδωρες μεταγγίσεις αίματος απ’ έξω, αλλά και το ίδιο το εθνικό κράτος, έχοντας το μάτι στυλωμένο στους ομοεθνείς του εξωτερικού, έχει μιαν αίσθηση ευρύτερης ιστορικής ευθύνης και αποστολής.
Όποιος θα κατανοήσει χωρίς προκαταλήψεις τι οφείλει ο σημερινός τουρκικός δυναμισμός στην αίσθηση αυτή, θα καταλάβει εύκολα για ποιο πράγμα μιλάμε, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες ελληνικές εμπειρίες φαίνονται να έχουν εξανεμισθεί από καιρό.
Πράγματι, ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλαδή της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις.


Διαβάστε το πλήρες άρθρο εδώ
defencenet.gr

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


Τέχνη και Φιλοσοφία


Τέχνη και Φιλοσοφία
Ό,τι ονομάζομε τέχνη και το θαυμάζομε ως ποικιλία μορφών μέσα στην ιστορία έχει ως πηγή του τη φαντασία του ανθρώπου. Τέχνη είναι κατά βάθος η δημιουργία μορφών, όπου μέσα ο άνθρωπος βάζει το νόημα της ζωής του. Τα έργα της τέχνης, αν και πηγή τους είναι η φαντασία, όμως είναι τόσο πραγματικά, όσον και τα άνθη, όπως λέγει ο Nietzsche.

Αρχικά η τέχνη μέσα στην ιστορία φαίνεται ότι υπηρετεί τη θρησκεία, δηλαδή εκφράζει το περιεχόμενο της θρησκείας. Έτσι η αρχαία ελληνική τέχνη παριστάνει κατ’ αρχήν τους θεούς των Ελλήνων, τα λατρευτά πρόσωπα των θεών. Στην περίοδο αυτήν η τέχνη διαπνέεται από τη γενική θρησκευτική συνείδηση και ο καλλιτέχνης ερμηνεύει με τη μορφή που πλάθει το γενικό θρησκευτικό συναίσθημα και συνήθως παραμένει άγνωστος, δεν γράφει το όνομά του.

Όμως σ’ αυτήν την περίοδο ο καλλιτέχνης είναι απόλυτα ελεύθερος, δηλαδή δίνει στο περιεχόμενο τού θρησκευτικού συναισθήματος που τον συνέχει τη μορφή που γεννάει αδέσμευτα η φαντασία του, αδέσμευτα από άλλα κριτήρια και μέτρα, εκτός από τα μέτρα και κριτήρια του κάλλους, της ομορφιάς. Έτσι ο Όμηρος πλάθει τις μορφές των θεών με τον λόγο, με την τέχνη του λόγου, έτσι οι αρχαϊκοί καλλιτέχνες πλάθουν τα πρόσωπα των Θεών με τη σμίλη επάνω στο μάρμαρο και αντικειμενοποιούν το θρησκευτικό συναίσθημα τόσο, ώστε ο Θεός να είναι παρών μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. Ο θεός γίνεται απτός με την τέχνη και με την απτή του παρουσία γαληνεύει την ψυχή του ανθρώπου. Ό,τι ο απλός άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επιτύχει, τούτο το κατορθώνει ο καλλιτέχνης: να παρουσιάσει στα μάτια των ανθρώπων τον ίδιο τον θεό ενσώματο ως το επίκεντρο των μυστικών τάσεων της ψυχής του και ως τέρμα των μεταφυσικών του πόθων. Έτσι ο θεός που είναι αόρατος γίνεται τώρα ορατός. Έτσι το μυστήριο της ψυχής του ανθρώπου, όπου μέσα γεννιέται και ο θεός, εκφράζεται με το έργο της τέχνης και το έργο τής τέχνης συμβολίζει όλη την εσωτερικότητα αυτού του μυστηρίου.

Όμως, όχι μόνον η αρχαϊκή τέχνη αλλά και όλη η μεγάλη τέχνη είναι η ορατή και αισθητή όψη του μεταφυσικού πόνου του ανθρώπου. Δεν υπάρχει μεγάλη τέχνη δίχως μεγάλη μεταφυσική του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν μένει εις αυτό που είναι, ούτε ικανοποιείται μ’ αυτό που υπάρχει γύρω του ως φύσις. Είναι το μόνον πλάσμα του θεού που δημιουργεί, δημιουργεί τον κόσμο του πνεύματος και μ’ αυτόν δημιουργεί τον εαυτό του, αλλάζει τον εαυτό του. Ο κόσμος του πνεύματος είναι μία δεύτερη παρουσία, μεταφυσική, ενώ ο κόσμος της φύσεως είναι η πρώτη παρουσία, η φυσική. Όλα τάλλα πλάσματα σταματούν σ’ αυτήν, τη φυσική παρουσία του κόσμου, η ζωή τους διαρρέει μέσα σ’ αυτήν και είναι πάντοτε τα ίδια. Μόνον ό άνθρωπος προχωρεί στη δεύτερη παρουσία, την παρουσία του πνεύματος, τη μεταφυσική παρουσία, όπου τίποτε δεν είναι το ίδιο, και γι’ αυτό εκεί δεν υπάρχει ανία, αλλά ζωή και. ενέργεια.

Αλλά και όταν η τέχνη αποδεσμεύεται απ’ τη θρησκεία και γίνεται και ως προς το περιεχόμενό της απόλυτα αυτόνομη, και τότε, και ίσως τότε περισσότερο από πριν, έχει η τέχνη μεταφυσική ρίζα, γιατί τότε ενσυνείδητα διεκδικεί, άλλο αν το κατορθώνει, και το έδαφος της θρησκείας. Ο Σαίκσπηρ είναι το παράδειγμα της απόλυτα αδέσμευτης τέχνης. Ο άνθρωπος και η φύσις μέσα στον Σαίκσπηρ φωτίζονται από μια απίθανη μεταφυσική πολυχρωμία, όπου το ένα χρώμα και το ένα φως διαπερνάει τ’ άλλο, χωρίς κανένα να χάνει τη χωριστή του υπόσταση, όπου όλα γίνονται ένα και το καθένα είναι χωριστό, όπου η ψυχή μεθάει, χωρίς καθόλου να χάνει τα λογικά της. Και όλα αυτά τα χρώματα τα φέρνει εις φως ο μεγάλος αυτός τεχνίτης με την τέχνη τού λόγου, με τη γλώσσα. Τίποτε δεν μένει ανέκφραστο μέσα σ’ αυτόν. Γιατί; Διότι έχει τη δύναμη να πλάθει όλα εξ αρχής και να τους δίνει δεύτερη παρουσία, να τα ανεβάζει στον κόσμο του πνεύματος· με άλλα λόγια γιατί βλέπει τον άνθρωπο και τον κόσμο από ένα μεταφυσικό βάθος, που μόνον αυτός μπορεί να εκφράσει, δηλαδή βάθος ανεπανάληπτο στο είδος του.

Μέσα στην ιστορία του πνεύματος η τέχνη εμφανίζεται πριν από τη φιλοσοφία. Ο άνθρωπος στον αγώνα που κάνει να πάει πάρα πέρα απ’ εκεί που ευρέθηκε—και αυτό το ευρέθηκε σημαίνει εδημιουργήθηκε, γιατί ο άνθρωπος είναι δημιούργημα—πρώτα δουλεύει με την παραστατική, εποπτική του δύναμη, πρώτα κάνει τέχνη, και έπειτα φιλοσοφία. Μεγάλη λοιπόν τέχνη υπάρχει ιστορικώς και πριν από τη φιλοσοφία. Όμως η Τέχνη απελευθερώνεται απόλυτα και φθάνει σε πλήρη άνεση των εκφράσεων της, όταν αρχίσει ο άνθρωπος να φιλοσοφεί, δηλαδή όταν συλλάβει τη μεταφυσική του καταγωγή, όχι μόνον με την εποπτεία του, αλλά και με τον νου του. Τότε το πνεύμα της φιλοσοφίας αντανακλά και στην τέχνη και της δίνει κίνηση και βάθος που δεν το εγνώριζε πριν. Ο Πλάτων είναι ο μεγάλος, ίσως ο μοναδικός άνθρωπος, που συνδυάζει φιλοσοφία και τέχνη, ώστε μόνον να μην περιορίζει κανένα απ’ αυτά τα δύο, αλλά να γονιμοποιεί τόσο το να ένα από το άλλο, ώστε μέσα του να φθάνουν και. τα δύο στην ακμή τους. Τόσον ελεύθερη τέχνη, όση έχομε στον Πλάτωνα, δύσκολα ευρίσκομε αλλού. Ο διάλογος και ως τέχνη και ως φιλοσοφία είναι το ύψιστο σημείο, ο ύψιστος αναβαθμός του πνεύματος. Από τάλλο μέρος παρατηρούμε ότι, όταν η θρησκεία και η φιλοσοφία παρακμάζουν, τότε αρχίζει και η τέχνη να αδειάζει, να γίνεται απλή τεχνική και απλό τέχνασμα.

Θρησκεία, τέχνη και φιλοσοφία αποτελούν κατά τον Έγελο το απόλυτο πνεύμα· και τούτο σημαίνει ότι με τους τρεις αυτούς τρόπους ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον μεταφυσικό πυρήνα του είναι του, τη μεταφυσική του καταγωγή και καταβολή. Όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το να ένα δεν διαφέρει από το άλλο. Η διαφορά του ενός από το άλλο όχι μόνον υπάρχει αλλά και αποτελεί το δικαίωμα ζωής του καθενός και κανένα από τα τρία αυτά είδη του πνεύματος δεν μπορεί να αντικαταστήσει το άλλο. Η θρησκεία δουλεύει με το συναίσθημα και σπανίως ομιλεί, και όταν ομιλεί, ομιλεί ως αποκάλυψη, η οποία χωρίς το συναίσθημα είναι απρόσιτη στον άνθρωπο. Η σιωπή, η οποία είναι σιωπή που σκεπάζει ένα αμέτρητο βάθος, χαρακτηρίζει τον θρησκευτικό άνθρωπο. Η τέχνη δουλεύει με εικόνες, είναι πάντοτε παραστατική, καλεί τον άνθρωπο να ιδεί ή ν’ ακούσει, να συλλάβει οπτικώς ή ακουστικώς εικόνες, όπου μέσα περιέχεται το νόημα της ζωής του. Είτε κτίσματα αρχιτεκτονικά, είτε πλαστικά σώματα και σύνολα, είτε ζωγραφικά πλάσματα, είτε λογοτεχνήματα, είτε μουσικά έργα προσφέρει η τέχνη στον άνθρωπο, θέλει με αυτά να δείξει το είναι της ζωής εποπτικά, να παραστήσει το μυστικό της ζωής με εικόνες. Γι’ αυτό δεν υπάρχει τέχνη χωρίς εικόνες και χωρίς μορφές. Γι’ αυτό και το περιεχόμενο της θρησκείας για να παρασταθεί από την τέχνη πρέπει να γίνει μορφή, εικόνα. Αντίθετα η φιλοσοφία δεν παριστάνει τα νοήματά της με εικόνες, αλλά απευθύνεται στη λογική, στον νου του ανθρώπου, και καλεί τον άνθρωπο να σκεφθεί και να κρίνει. Το περιεχόμενό της είναι καθαρώς νοητό και ποτέ παραστατό. Η τέχνη δουλεύει λοιπόν πάντα έμμεσα, ενώ η φιλοσοφία άμεσα. Το μέσο της τέχνης είναι η εικόνα η παράσταση, και η εικόνα ποτέ δεν μπορεί να μεταφρασθή σε νοήματα, γιατί τότε θα έχανε εξ ολοκλήρου το είναι της, θα έπαυε να είναι τέχνη και θα γίνονταν κακή φιλοσοφία, όπως συμβαίνει τούτο συνήθως με πολλές αναλύσεις καλλιτεχνημάτων από τους κριτικούς. Αν έχει κανείς την υπομονή να παρακολουθήσει π.χ. έναν κριτικό του θεάτρου ή της ζωγραφικής ή της μουσικής, θα είναι σπάνιο να μη τον συλλάβει επαναλαμβανόμενο, δηλαδή να μεταχειρίζεται τις ίδιες έννοιες για έργα όλως διόλου διάφορα. Γι’ αυτό η πραγματική κριτική τής τέχνης είναι το σπανιότερον είδος λόγου. Κατ’ ουσίαν η τέχνη ως εικόνα ερμηνεύεται μόνον με μια άλλη εικόνα, όχι με διανοήματα. Γι’ αυτό ο κριτικός της τέχνης πρέπει να είναι περισσότερο καλλιτέχνης παρά διανοητικός.

Η τέχνη φαίνεται ότι είναι πιο προσιτή στον άνθρωπο από την θρησκεία και τη φιλοσοφία επειδή ακριβώς η τέχνη φαίνεται. Δεν υπάρχει τέχνη που να μη φαίνεται, αλλά και ό,τι φαίνεται ως τέχνη δεν είναι οπωσδήποτε τέχνη. Όταν λέμε ότι η τέχνη φαίνεται, εννοούμε ότι το έργο της τέχνης υποπίπτει στην όραση ή στην ακοή ή τέλος στην εσωτερική εποπτεία του ανθρώπου και έχει πάντοτε σαφή όρια. Εννοούμε ακόμα ότι το έργο της τέχνης πάντοτε παριστάνει, δίχως να γίνεται ποτέ αλληγορία, γιατί η αλληγορία δεν είναι τέχνη, αλλά τεχνική και τέχνασμα. Η αλληγορία είναι ο εχθρός με τον οποίον παλεύει η σύγχρονη λεγομένη αφηρημένη τέχνη. Γι’ αυτό η λεγομένη αφηρημένη τέχνη μόνον όταν παύει να είναι αλληγορία ή αλληθώρισμα είναι τέχνη. Το γεγονός ότι η τέχνη φαίνεται δεν σημαίνει ότι γι’ αυτό είναι και περισσότερο προσιτή στον άνθρωπο, ότι είναι ευκολότερο να την αντιληφθεί η μάλλον να την ζήσει ο άνθρωπος. Το γεγονός ότι η τέχνη φαίνεται σημαίνει ότι δεν υπάρχει τέχνη που να μη φαίνεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι, επειδή η τέχνη φαίνεται, ο κίνδυνος να πλανεύσει απλώς τον άνθρωπο είναι μεγαλύτερος. Αυτό οδήγησε τον Πλάτωνα νά εξορίσει από την πολιτεία του την απλώς μιμητική τέχνη, την τέχνη η οποία μιμείται τα πάθη των ανθρώπων και κατά βάθος τα κολακεύει.

Τέχνη και φιλοσοφία θέτουν στον άνθρωπο τη μεγάλη απαίτηση να συλλάβει το είναι του ή να εκφράσει τον μεταφυσικό πυρήνα της ζωής του· η τέχνη έμμεσα, δηλαδή με εικόνες, η φιλοσοφία άμεσα, δηλαδή με τον καθαρό λόγο.

Να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά νά συλλάβει με τον νου του, με την καθαρή λογική την αλήθεια το τι είναι ο ίδιος στην ουσία του. Θέλει να φύγει με τη φιλοσοφία από την αναλήθεια και να φθάσει στην αλήθεια, να γυρίσει από το σκόρπισμά του μέσα στα πράγματα, να γυρίσει στην ενότητα του εαυτού του, από το φαίνεσθε να προχωρήσει στο είναι του. Η στροφή αυτή γίνεται στη φιλοσοφία με τη σκέψη, με τον συστηματικό λογισμό, και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει φιλοσοφία.

Θεολογία, επιστήμη, τέχνη, Φιλοσοφία
Όμως η φιλοσοφία, ενώ ανοίγει τον δρόμο της αλήθειας, δεν φθάνει ποτέ στο τέρμα της, γιατί ο λογισμός δεν έχει τέρμα. Η αλήθεια της φιλοσοφίας είναι περισσότερο κατεύθυνση παρά απόκτημα, περισσότερο κίνηση από την άγνοια προς τη γνώση, περισσότερο έρως της αλήθειας παρά τελική απόκτηση της. Η τέχνη κλείνει το κάλλος μέσα οστά σαφή όρια το έργου της, η τέχνη τελειώνει το έργο της, ενώ η φιλοσοφία ανοίγει ένα δρόμο που δεν τελειώνει ποτέ. Δένει και η φιλοσοφία την αλήθεια μέσα στις κρίσεις, στους λογισμούς της, αλλά ο ένας λογισμός φέρνει τον άλλον, ο λογισμός είναι δρόμος ατερμάτιστος, ενώ το έργο της τέχνης είναι πάντοτε δεμένο με μια ύλη, η οποία πρέπει να έχει και έχει πάντοτε σαφή όρια. Και αυτό σημαίνει ότι η τέχνη φαίνεται, αλλά η φιλοσοφία δεν φαίνεται, αλλά νοείται. Μόνον η πηγή της τέχνης δεν φαίνεται, είναι υπερβατική, μεταφυσική, εφ’ όσον βέβαια η τέχνη δεν γίνεται τέχνασμα· τα έργα όμως τής τέχνης φαίνονται.

Τον δρόμο τον οποίον έχει ανοίξει η φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως σήμερα, όποιος αρχίζει να φιλοσοφεί είναι υποχρεωμένος να τον ξανακάμει. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι αυτός θα παραλάβει τίποτε έτοιμο, μια έτοιμη γνώση, αλλά σημαίνει ότι θα βάλει σε ενέργεια τον νου του, ώστε πράγματι να κατανοήσει ό,τι έγινε ως τώρα. Ό,τι έπραξε ως τώρα ο νους του ανθρώπου μέσα στην φιλοσοφία, πρέπει να το ξαναπράξει Κι ο δικός του νους, αλλιώς δεν μπορεί να φιλοσοφήσει. Δεν υπάρχει φιλοσοφία δίχως την ιστορία της, δίχως την αφομοίωση της ιστορικής της πορείας.

Ούτε όμως υπάρχει πραγματική φιλοσοφία δίχως να πάει κανείς πέρα από τα παραδομένα. Δρόμος είναι η φιλοσοφία ποτέ δεν τελειώνει ποτέ. Αντίθετα ή τέχνη με το έργο της, το οποίον, όπως είδαμε, είναι πάντοτε εικόνα ευσύνοπτη, μας αναγκάζει να σταθούμε. Μας σταματάει η τέχνη για να το ιδούμε ή να το ακούσομε, να το θεασθούμε και να το χαρούμε. Η τέχνη μάς αιφνιδιάζει με το έργο της, με την εικόνα της, μας εντοπίζει, θραύει την συνήθη ροή της ζωής, μας αποσπά από τη λεγομένη πραγματικότητα, η οποία μας φαίνεται από τη σκοπιά του έργου της τέχνης γεμάτη ατέλεια, αποσπασματική, μάλλον ένα μη είναι παρά ένα είναι, γιατί τώρα που έχομε μπροστά μας το έργο της τέχνης μας αποκαλύπτεται μια άλλη πραγματικότης, όπου μέσα ανακαλύπτομε τον εαυτό μας, το είναι μας. Το ξάφνιασμα που μας προκαλεί το έργο της τέχνης και το σκίρτημα που μας γεννάει, και που κακώς ονομάζεται λύτρωση, γιατί λύτρωση υπάρχει μόνον στη θρησκεία, μας αποδεσμεύει από τις έγνοιες και τους σκοπούς, από τις ηδονές και τα βάσανα, και μας χαρίζει προς στιγμήν μια ευδαιμονία, που δεν μετριέται με κανένα κοινό μέτρο και που έρχεται από μέσα, όπως και το έργο της τέχνης, έρχεται από μέσα. Ευδαιμονεί προς στιγμήν ο άνθρωπος καθώς θεάζεται το έργο της τέχνης, όπως ακριβώς ευδαιμονούσε και ο δημιουργός του κατά τη στιγμή της δημιουργίας. Ευδαιμονούμε σημαίνει ότι τάχομε καλά με κάποιον δαίμονα, ότι ισορροπούμε μέσα μας κάποιον δαίμονα, Κάποια ανησυχία, κάποια λαχτάρα που έρχεται από τα έγκατα της ψυχής μας, γιατί μόνον στα έγκατα της ψυχής υπάρχει αυτός ο δαίμων. Έτσι εξηγείται το ξάφνιασμα και το σκίρτημά μας από το έργο της τέχνης.

Και ο φιλόσοφος και ο καλλιτέχνης ζητούν να δώσουν ένα σύνολο, ένα όλον. Ο φιλόσοφος θέλει να ζώσει τον κόσμο με τη σκέψη του, ο καλλιτέχνης θέλει να δώσει μορφή σε ορισμένα κίνητρα της ψυχής του. Ο φιλόσοφος όμως δεν φθάνει ποτέ στον τελικό σκοπό· είναι ένας οδοιπόρος, που βλέπει καθαρά τον σκοπό του, αλλά όσο προχωρεί προς αυτόν τόσον αυτός απομακρύνεται. Ο φιλόσοφος αγωνίζεται να δώσει ένα σύστημα σκέψεων και στοχασμών, όπου να ερμηνεύονται όλα όσα υπάρχουν. Το σύστημα τούτο, όσο τέλειο κι’ αν είναι, Παραμένει πάντοτε ένα μεγαλόπνοο απόσπασμα ή καλύτερα ένα σχέδιο που στηρίζεται στη λογική αλλά και στη φαντασία. Ο καλλιτέχνης ολοκληρώνει το έργο του ή μάλλον τα έργα του. Κάθε έργο που τελειώνει το αφήνει πίσω του για ν’ αρχίσει ένα άλλο. Το καθένα όμως είναι χωριστή ύπαρξη, έχει αυτοτέλεια, είναι μια εντελέχεια. Όσο τέλειο όμως κι’ αν είναι το συγκεκριμένο καλλιτέχνημα, γίνεται αφορμή στον δημιουργό του για να δημιουργήσει άλλο καινούργιο. Θα έλεγε κανείς ότι το τελειωμένο έργο προκαλεί τον δημιουργό του να το ξεπεράσει.

Εκτός από τη ριζική διαφορά που χωρίζει την τέχνη από τη φιλοσοφία, και η οποία προέρχεται από το ότι η μεν τέχνη έχει ως κυρία πηγή της τη φαντασία, η δε φιλοσοφία την νόηση, υπάρχουν ορισμένα κοινά γνωρίσματα μεταξύ της τέχνης και της φιλοσοφίας. Το πρώτο κοινό γνώρισμα αναφέρεται στον τρόπο της δημιουργίας και του καλλιτεχνήματος και του φιλοσοφήματος. Η φιλοσοφία εφ’ όσον γίνεται έργο, δηλαδή φιλοσόφημα, σύστημα λόγου, αποχωρίζεται από την πηγή της, για να σταθεί ως αντικειμενικό σύνολο, ως σύστημα νοημάτων. Όπως το καλλιτέχνημα το έχομε ως κάτι συγκεκριμένο ενώπιον μας, έτσι και το φιλοσόφημα είναι ένα αντικειμενικό σύνολο νοημάτων. Και όπως το καλλιτέχνημα ήλθε εις φως από μια πρώτη ενόραση το δημιουργό του, έτσι και το φιλοσόφημα είναι η αντικειμενική μορφή μις εσωτερικής θέας, η οποία ποτέ δεν εξαντλείται με τη λογική.

Η προβολή του έργου, του δημιουργήματος, και στην τέχνη και στη φιλοσοφία γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή εξαίφνης, έξαφνα και ο καλλιτέχνης και ο φιλόσοφος συλλαμβάνει τον πυρήνα του έργου του. Στον καλλιτέχνη η πρώτη σύλληψη είναι ένα σχέδιο, στον φιλόσοφο είναι ένα σχήμα, μια αφαίρεση λογική. Από τον πυρήνα προχωρούν τώρα και οι δυο στο όλον. Η επεξεργασία του όλου απαιτεί συστηματικό μόχθο. Ως προς την σύλληψη του πυρίνος μόνον ισχύει η έμπνευση, η φώτιση, το εξαίφνης, και για το καλλιτέχνημα και για το φιλοσόφημα. Από εκεί και πέρα αρχίζει η συστηματική επεξεργασία. Το ίδιο ισχύει και για το διάστημα πριν από τη στιγμή του εξαίφνης. Το εξαίφνης είναι μια θεία στιγμή, μια καλή ώρα, είναι ό καιρός. Τότε γίνεται έξαφνα η σύλληψη του καλλιτεχνήματος και του φιλοσοφήματος. Πριν από την σύλληψη και μετά την σύλληψη υπάρχει και για τον καλλιτέχνη και για τον φιλόσοφο ο μόχθος. Δίχως μόχθο δεν υπάρχει ούτε τέχνη ούτε φιλοσοφία. Αλλά ούτε και δίχως αυτήν την μεγάλη ώρα υπάρχει τέχνη και η φιλοσοφία. Η γνώμη συνεπώς ότι η τέχνη είναι μόνον έμπνευση δεν ευσταθεί και διαψεύδεται από τα πράγματα. «Όσο μεγαλύτερο τάλαντο έχει κανείς, τόσο περισσότερο είναι υποχρεωμένος να δουλεύει» λέγει ο Γκαίτε, για να φθάσει στο σκοπό του. Ούτε η φιλοσοφία είναι μόνον λογικός μόχθος, αλλά είναι και ενόραση ή φιλοσοφική φαντασία.

Ο παραλληλισμός όμως αυτός του καλλιτεχνήματος και του φιλοσοφήματος δεν είναι απόλυτος, αλλά σχετικός, δηλαδή ισχύει μόνον ως ένα σημείο. Το φιλοσόφημα διαφέρει κατά τούτο από το έργο της τέχνης, ότι δεν αποπερατώνεται ποτέ, ενώ το έργο της τέχνης αποπερατώνεται. Η φιλοσοφική σκέψη κατά βάθος ανοίγει ερωτήματα, προβλήματα, θέλει να αφυπνίσει τον &άνθρωπο από τον λήθαργο της άγνοιας. Όταν μελετούμε ένα φιλοσοφικό έργο, ο νους μας δεν αναπαύεται, αλλά παρακινείται να συλλάβει το είναι του, την ενέργειά του μέσω των νοημάτων που περιέχονται στο φιλοσοφικό έργο. Αντίθετα, όταν ο νους μας θεάζεται ένα έργο τέχνης, αναπαύεται μέσα σ’ αυτό, δεν αισθάνεται την ανάγκη να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό. Η θέα αυτή μας χαρίζει μια γαλήνη επιφανείας και βάθους συνάμα, ενώ η φιλοσοφική σκέψη στην ουσία της είναι πάντα ανήσυχη, προχωρεί ακατάπαυστα από το ένα σημεία στο άλλο, μεταβάλλει πάντοτε το απόκτημα σε ερώτημα και έτσι κινείται συνεχώς.

Το δεύτερο κοινό γνώρισμα της τέχνης και της φιλοσοφίας ή μάλλον του καλλιτεχνήματος και του φιλοσοφήματος είναι ότι και το καλλιτέχνημα και το φιλοσόφημα είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα. Ένα έργο τέχνης, π.χ. μια τραγωδία του Σοφοκλέους, όπως και ένα φιλοσόφημα, π.χ. το φιλοσόφημα του Ηρακλείτου, είναι κάτι το ανεπανάληπτο και μοναδικό. Τη θέση τους μέσα στον κόσμο του πνεύματος δεν μπορεί να την πάρει κανένα άλλο έργο, δεν μπορούν ν’ αντικατασταθούν από κανένα άλλο έργο, δηλαδή η αξία τους είναι απόλυτη. Και ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να άρει την αξία ενός έργου του με την δημιουργία ενός άλλου έργου. Ούτε ο ίδιος ο φιλόσοφος μπορεί να άρει την αξία ενός έργου του με την δημιουργία ενός άλλου έργου. Η αξία που έχει το Τρίτο Κοντσέρτο του Beethoven δεν αίρεται με την αξία που έχει το Τέταρτο Κοντσέρτο όσο κι’ αν το Τέταρτο θεωρείται πληρέστερο από το Τρίτο, δηλαδή το Τρίτο έχει αξία καθ’ εαυτό, αποτελεί πλήρωμα, είναι απόλυτο. Το αυτό ισχύει και για τα έργα της φιλοσοφίας. Ο Φαίδρος π.χ. του Πλάτωνος δεν άρει τη φιλοσοφική αξία του Συμποσίου, όσο κι’ αν θεωρείται ότι ό Φαίδρος είναι έργο συνθετότερο και βαθύτερο, δηλαδή το Συμπόσιον κρατάει οπωσδήποτε την Θέση του.

Το γεγονός τούτο, ότι το καλλιτέχνημα και το φιλοσόφημα είναι μοναδικά και αναντικατάστατα μας οδηγεί σ’ ένα τρίτο κοινό γνώρισμα της φιλοσοφίας και της τέχνης. Το τρίτο τούτο κοινό γνώρισμα είναι ότι ούτε στην τέχνη ούτε στην φιλοσοφία εφαρμόζεται η έννοια τής προόδου. Η έννοια της προόδου σημαίνει ότι μέσα σε μια σειρά έργων του ανθρωπίνου πνεύματος τα μεταγενέστερα έργα είναι κατ’ ανάγκην ανώτερα, αξιότερα από τα προγενέστερα, Πράγμα που σημαίνει ότι οι μεταγενέστεροι αιώνες της ιστορίας του πνεύματος κατέχουν ανώτερη θέση από τους προγενεστέρους. Σύμφωνα με αυτήν την έννοια η ρωμαϊκή τέχνη και η ρωμαϊκή φιλοσοφία θα πρέπει να είναι ανώτερες από την ελληνική τέχνη και την ελληνική φιλοσοφία. Μόνον όμως από παχυλή άγνοια των πραγμάτων θα ήταν δυνατόν να ειπωθεί παρόμοιος λόγος. Και όμως υπάρχει πρόοδος, αλλά όχι στην τέχνη και στην φιλοσοφία, υπάρχει πρόοδος στην φυσική επιστήμη και στο παράγωγό της, δηλαδή στην τεχνική. Και εδώ όμως ισχύει η έννοια της προόδου μόνον μέσα σ’ ένα ορισμένο κύκλο πολιτισμού. Παραδείγματος χάριν μέσα στον κύκλο του νεοτέρου ευρωπαϊκού πολιτισμού κάθε μεταγενέστερο στάδιο της φυσικής επιστήμης, καθώς και της τεχνικής η οποία στηρίζεται σ’ αυτήν είναι ανώτερο απ’ το προγενέστερο. Η σημερινή φυσική επιστήμη και η τεχνική είναι ανώτερες από τη φυσική επιστήμη και τεχνική των προηγουμένων γενεών. Δεν είναι δυνατόν όμως να ισχυρισθεί κανείς το ίδιο ούτε για την τέχνη ούτε για την φιλοσοφία. Τα έργα της τέχνης και τα φιλοσοφικά συστήματα αποτελούν αυτοτελή σύνολα και έχουν καθ’ αυτά αξία. Το μεταγενέστερο στάδιο της τέχνης και της φιλοσοφίας δεν είναι κατ’ άνάγκην ανώτερο από το προγενέστερο, αλλά είναι απλώς διαφορετικό από το προγενέστερο. Ο Αριστοτέλης δεν είναι ανώτερος από τον Πλάτωνα επειδή έρχεται έπειτα από αυτόν, ούτε ο Μοzart είναι ανώτερος από τον Bach. Το κάθε έργο τέχνης και το κάθε φιλοσόφημα αποτελεί αξία καθ’ εαυτό. Εδώ τα μεταγενέστερα δεν απαξιώνουν τα προγενέστερα, ακόμη και όταν η αξία των είναι αναμφισβήτητη.

Ο λόγος του Nietzeche ότι «έχομε τη γνώση για να μη χαντακωθούμε από τη γνώση», έχει βαθύ νόημα και σημαίνει ότι η ζωή δίχως τέχνη χάνει την ομορφιά της. Αλλά και ο λόγος του Σωκράτους, ότι «το γνώθι αυτόν» είναι εντολή του Θεού και συνεπώς η φιλοσοφία είναι λατρεία Θεού, έχει ακόμη βαθύτερο νόημα. Δεν μπορούμε να χαρούμε την ομορφιά της ζωής δίχως τη γνώση. Ο σύνθετος όμως λόγος του Εγέλου περιέχει και τα δυο. Ο Έγελος λέγει ότι: «Και τα δύο, τέχνη και φιλοσοφία, είναι στην ουσία τους λατρεία θεού, είναι υπηρεσία προς τον Θεό». Ό,τι δεν μπορεί να κάμει ή μια το κάνει η άλλη. Η τέχνη παριστάνει πάντοτε την ιδέα της ζωής με τη μορφή, με την αισθητή εικόνα. Η τέχνη χρειάζεται πάντοτε ένα δεδομένο υλικό για να εκφράσει το πνεύμα της. Έτσι για να εκφράσει την ιδέα του ανθρώπου χρειάζεται το σώμα του ανθρώπου.

Εξ άλλου με τη φιλοσοφία το πνεύμα του ανθρώπου χωρίζεται ολωσδιόλου από τα αισθητά και τις εικόνες και ζητεί να επιστρέψει στον εαυτό του, γιατί δίχως αύτόν τον χωρισμό το πνεύμα δεν φθάνει ποτέ στην αυτοσυνειδησία του. Είναι πράγματι δραματικός ο αγών τον οποίον διεξάγει το πνεύμα στην κάθε εποχή για να φθάσει σ’ αυτήν την αυτοσυνειδησία. Και επειδή καμιά εποχή δεν παραδίδει στην άλλη τον βαθμό της αυτοσυνειδησίας της, και επειδή ποτέ μια εποχή δεν αντλεί από την άλλη, την προηγούμενη, την αυτοσυνειδησία της, γι’ αυτό η φιλοσοφία αρχίζει σε κάθε εποχή από την αρχή, χωρίς όμως να αγνοεί την ιστορία της. Και κατά βάθος η φιλοσοφία μιας εποχής είναι υποχρεωμένη από τα πράγματα ό,τι ύφανε προηγούμενη ιστορία της να το ξυφάνει και να υφάνει εξ αρχής τον δικό της ιστό. Κατά τούτο το έργο της φιλοσοφίας μοιάζει με το έργο της Πηνελόπης. Μνηστήρες της φιλοσοφίας είναι τα μικρά πνεύματα, οι μικροδαίμονες κάθε εποχής, που για να σταθούν και να προβάλουν την ασημαντότητά τους, χρειάζονται τον μανδύα της φιλοσοφίας, ενώ ο Οδυσσεύς είναι το ένα και πολύμοχθο πνεύμα του ανθρώπου που έπειτα από την περιπλάνησή του μέσα στα άπειρα πράγματα ζητεί να γυρίσει στην πατρίδα του, όπου καίει το ακοίμητο πυρ του λόγου.

Πηγή - Διάλεξη του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου που δόθηκε στο Εθνικό Θέατρο ανάμεσα στις 16 Ιανουαρίου 1961 και 17 Απριλίου.

θρησκε

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

ΑΡΤΣΑΧ,ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ

Αρτσάχ, Θράκη και αναλογίες | Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό


Νίκος Λυγερός - Αρτσάχ, Θράκη και αναλογίες - Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό - Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό
Όσοι δεν ξέρουν το θέμα του Αρτσάχ δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν ποιες αναλογίες υπάρχουν με τη Θράκη μας. Το πρόβλημα προέρχεται από μία πολύ τοπική προσέγγιση του θέματος και δεν βλέπουν τις προεκτάσεις και το μέλλον όσον αφορά στις εξελίξεις. Όταν εξετάζουμε μόνο τη Θράκη δεν είμαστε ικανοί να δούμε τη δράση του παντουρκισμού. Ενώ η εξέταση της κατάστασης του Αρτσάχ προσφέρει άλλες δυνατότητες. Το τοπικό μουσουλμανικό στοιχείο, όταν αντιμετωπίζεται τοπικά, δεν μπορεί να ξεπεράσει το επίπεδο της τακτικής. Ενώ η πραγματικότητα έχει ένα στρατηγικό χαρακτήρα. Όταν επικεντρωνόμαστε μόνο στη δράση μιας δασκάλας την οποία ερμηνεύουμε ως γραφική και δεν βλέπουμε πόσες ανάλογες περιπτώσεις υπάρχουν στο Αρτσάχ, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την δράση που γίνεται σε όλο το πλαίσιο του παντουρκισμού. Οι αναλύσεις των αρχείων αλλά και η μελέτη των δεδομένων αναδεικνύει την ύπαρξη μίας στρατηγικής που έχει εδραιωθεί ήδη από το 1878 με το συνέδριο του Βερολίνου που έθεσε ένα τέλος στο πόλεμο μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, η επιβολή της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923 που προσπάθησε να διαγράψει τη Συνθήκη Σεβρών του 1920, δείχνει κάποιες αναλογίες στις οποίες πρέπει να δώσουμε προσοχή για να μη μας ξαφνιάσει η αλλαγή φάσης. Αλλιώς τα πράγματα θα εισχωρήσουν φυσιολογικά σε ένα πολεμολογικό πλαίσιο. Η δράση του παντουρκισμού δεν προέρχεται μόνο από μια ενεργοποίηση του νεοοθωμανικού δόγματος, αποτελεί μια διαχρονική προσπάθεια που συμπίπτει και με τους στόχους του Κεμάλ σε συσχετισμό με τη δράση του Στάλιν. Το κομμουνιστικό καθεστώς σβήνοντας τις διαφορές όσον αφορά στη θρησκεία δεν άλλαξε την πορεία των πραγμάτων στην περιοχή του Καυκάσου αλλά και της Θράκης. Η εμμονή της Τουρκίας σε αυτά τα σημεία είναι απόλυτα χαρακτηριστική. Κι αν δεν αντισταθούμε με αποτελεσματικότητα, αυτός ο στρατηγικός σχεδιασμός θα υλοποιηθεί. Δεν είναι το θέμα του άμεσου ή του έμμεσου που πρέπει να μας απασχολήσει. Η Τουρκία έχει θέσει αυτές τις περιοχές ως πεδία μάχης, θέλουμε δεν θέλουμε. Οι Αρμένιοι στο Αρτσάχ δεν αποδέχτηκαν αυτό το σενάριο, αντιστάθηκαν και απελευθέρωσαν τη γη τους όχι μόνο από το τουρκικό ζυγό αλλά και από τις βλέψεις. Δεν περίμεναν τίποτα από κανένα, διότι δεν είχαν επιλογή. Στη Θράκη τα πράγματα είναι επιφανειακά διαφορετικά, ειδικά σε αυτούς που εθελοτυφλούν. Για τους άλλους όμως πρέπει να ενισχυθεί το πλαίσιο το ευρωπαϊκό για να υπάρχει ένα αληθινό μέτωπο που να έχει μια ισχύ και μια αποτελεσματικότητα. Δεν μιλούμε βέβαια για φράχτες τεχνητούς και ανούσιους, μιλούμε αποκλειστικά για στρατηγική δράση που βασίζεται σε τεχνικές και στρατιωτικές γνώσεις. Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει μια πολιτική βούληση που έχει γνώσεις για διάφορα μέτωπα του παντουρκισμού, αλλιώς είναι καταδικασμένη να πέσει στην παγίδα της τακτικής, όταν δεν γνωρίζει το στρατηγικό βάθος της υπόθεσης. Οι Αρμένιοι του Αρτσάχ ζουν ελεύθεροι, επειδή το επέλεξαν και έδωσαν μάχη γι’ αυτό.



Ο θρυλικός σφυροκόπος

Η Θράκη χρειάζεται τον ίδιο θρυλικό σφυροκόπο που έδρασε στο Πουατιέ τον Οκτώβριο 732. Αλλιώς δίχως τον ανάλογο του Κάρολου Μαρτέλου οι προσπάθειες για την επίτευξη της συνεκτικότητας που ήθελαν όλοι οι Σουλτάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα πετύχουν. Τώρα υπάρχουν ραγιάδες που θεωρούν ότι είναι αναπόφευκτη αυτή η κατάληξη. Βέβαια οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει να δώσεις μάχη και να θυσιαστείς για τα ιδανικά της πατρίδας σου, ούτε τι σημαίνει αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής στρατηγικής. Διότι τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο, όταν υπάρχει θέληση αντίστασης και ύπαρξη ανθεκτικότητας. Πρέπει επιπλέον να υπενθυμίσουμε σε μερικούς ότι όταν ο Κάρολος Μαρτέλος χρειάστηκε χρήματα για να βοηθήσει στη μάχη της Τουλούζης το 721 αναγκάστηκε να λεηλατήσει τα εκκλησιαστικά οικόπεδα. Οι επίσκοποι όμως που κατάλαβαν την ανάγκη λόγω του πολέμου δεν τον αφόρισαν ποτέ. Με άλλα λόγια, αν παραμείνουμε ο καθένας μας στις θέσεις του δίχως να υπάρχει μία κοινή προσπάθεια και απλώς μοιρολογούμε τότε θα νικήσει σε πρώτη φάση ένας απλοϊκός ραγιαδισμός που υποστηρίζει την ύπαρξη ενός προξενείου εκεί πού δεν υπάρχουν ξένοι. Ενώ ο σφυροκόπος συνέχισε το έργο του με τη μάχη της Ναρβόννης το 736 με το πιο σύγχρονο εργοστάσιο της εποχής του: σιδηρό ιππικό και φάλαγγα.

Εκείνη την εποχή οι Φράγκοι δεν είχαν ακόμα την κρατική οργάνωση που γνωρίζουμε κι όμως αντιστάθηκαν όλοι μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό δίχως να χάσουν τον κεντρικό τους στόχο με τις συνηθισμένες μικρότητες. Όλοι αντιλήφθηκαν τη δυσκολία και το εύρος του αγώνα. Αν δεν υπάρχει αυτή η συνειδητοποίηση τότε τα χτυπήματα του εκφυλισμού είναι τόσο ύπουλα που κανένας δεν αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων. Δίχως αναδιοργάνωση του κράτους δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή και αποτελεσματική άμυνα, ενώ υπάρχει ξεκάθαρα το πλαίσιο της επίθεσης. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να φανταστούμε ότι για την Ευρώπη και όχι μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση η Θράκη είναι το ανάλογο της Ακουιτανίας! Αν δεν το αντιληφθούμε στρατηγικά, γεωστρατηγικά και τοποστρατηγικά, τότε θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας κι αν κρυβόμαστε πίσω από ένα εκλογικό φράχτη, τότε δεν πρόκειται ν’ αντισταθούμε στη θέληση της υλοποίησης του τόξου. Η τοποστρατηγική της Θράκης είναι ξεκάθαρη και γι’ αυτό το λόγο πάρθηκε η Ανατολική Θράκη την ώρα που ο Ελληνισμός είχε επικεντρωθεί στη Σμύρνη. Τώρα το αποτέλεσμα είναι απλό, με πληγωμένο στρατηγικό βάθος πρέπει πάλι να θωρακίσουμε αυτήν την περιοχή, για να δημιουργηθεί το πλαίσιο το ευρωπαϊκό και όχι οι επιπτώσεις μιας συνθήκης Λωζάνης που συνεχίζει να μας πιέζει διότι δεν προβάλαμε αποτελεσματική αντίσταση. Ενώ τώρα έχουμε τη Βουλγαρία και την Ρουμανία που μας ενισχύουν στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Δεν χρειαζόμαστε όνειρα, αλλά οράματα που έχουν σφυρηλατήσει οι δικοί μας εδώ και αιώνες.




Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό

Νίκος Λυγερός: Το παράδειγμα του Αρτσάχ ως αντίσταση στον παντουρκισμό - Η βούληση του Artsakh - Ξύλινα γλυπτά
Οι Αρμένιοι του Αρτσάχ δεν ξεπερνούν τους 150.000 και όμως απελευθέρωσαν αυτό το ιστορικό αρμένικο μέρος από την κατοχή των Αζέρων και την αυθαιρεσία του σταλινικού καθεστώτος. Δεν αντιστάθηκαν μόνο από την εποχή του Στάλιν στην καταπίεση των Αζέρων, αλλά με την ανεξαρτησία της Αρμενίας το 1991, έκαναν μια στρατηγική κίνηση και έκαναν το ανάλογο για το Αρτσάχ ακόμα και αν αυτό βρισκόταν επίσημα στην περιοχή του αζερικού κράτους. Επιπλέον οι Αρμένιοι του Αρτσάχ δεν είναι αφελείς, έδωσαν πολλές μάχες, έχυσαν πολύ αίμα για να κερδίσουν τον αγώνα τους και να πετύχουν τον σκοπό τους δηλαδή την απελευθέρωση των κατεχόμενων τους από τους Αζέρους, οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά Τούρκοι. Ο μικρός λαός του Αρτσάχ δεν κάνει τα λάθη διπλωματικά που ονομάζουν τους Τούρκους γείτονες, λόγω εκφυλισμού, και βέβαια ονομάζει ξεκάθαρα τους Αζέρους, Τούρκους. Γνωρίζει επίσης τις επαφές του Κεμάλ με τη Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο για να πλήξει το ελληνικό στοιχείο, αλλά για να εξοντώσει κάθε αρμενικό στοιχείο από την περιοχή. Τώρα λόγο της μελέτης των αρχείων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης γνωρίζουμε πολύτιμα στοιχεία, τα οποία είναι άγνωστα στην Τουρκία, αλλά που έχει αναδείξει ο ερευνητής Στανισλάβ Ταράσοβ που είχαμε την τιμή να συναντήσουμε στο Διεθνές Συνέδριο του Αρτσάχ που έγινε πρόσφατα. Και το νέο του βιβλίο στα ρώσικα εμπεριέχει σημαντικότατα σημεία περί Κεμάλ και μετασχηματισμού του σοβιετικού μπολσεβισμού σε τουρκικό εθνικισμό με πράξη που δεν ξαφνιάζει όσους έχουν μελετήσει το ιστορικό του εθνοσοσιαλισμού του Χίτλερ στη Γερμανία. Κατά συνέπεια, οι Αρμένιοι του Αρτσάχ πολέμησαν συνειδητά αυτό το στοιχείο του παντουρκισμού, δίχως να κρύβονται πίσω από διπλωματικές αναλύσεις που δεν αλλάζουν την πραγματικότητα της βίας που ασκείται ενάντια στους λαούς, που δεν σκύβουν κεφάλι μπροστά στον Τούρκο αξιωματούχο. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν θέλουν να είναι σκλάβοι ενός τουρκικού συστήματος.



Η βούληση του Artsakh
Μετάφραση από τα γαλλικά Σάνη Καπράγκου

Η βούληση του Artsakh
δεν είν’ ένας ευσεβής πόθος
μα μία ριζωμένη πραγματικότητα
βαθιά μέσα στα βουνά
που διαλαλεί υψιτενώς και ρωμαλέα
κατά των αδίκων και των εχθρών
πως κανείς Αρμένιος
δεν θα εγκαταλείψει τη γη τούτη
στον τουρκικό εξαναγκασμό
διότι το πνεύμα αυτής της περιοχής
δεν είν’ άλλο από κείνο της αρμενικότητας.



Ξύλινα γλυπτά

Τα ξύλινα γλυπτά
από τον μαύρο κήπο
είχαν το βάρος της μνήμης.

Κανείς δεν μπορούσε
να ξέρει για τα βάσανα
που είχαν περάσει.

Εκτός από τον βισάπ
που έστεκε μπροστά τους
για να μην τα σπάσει η λήθη.

Κι εσύ που δεν ήξερες
θέλησες να δεις κι εσύ
την πραγματική έκφανση.




Πηγή - Νίκος Λυγερός

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

ΣΟΥΛΕΙΜΑΝ ΚΑΙ ΡΟΞΕΛΑΝΑ[Η σκλάβα που αλλαξε την ιστορία]

Ηταν το 1520 όταν σε ηλικία 26 ετών, γίνεται σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ,ο Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπήςδισέγγονος τους Μωάμεθ του Πορθητή διαδεχόμενος τον πατέρα του Σελήμ Α'.
Ψηλός εξαιρετικής ρώμης άντρας με πλούσια πνευματικά προσόντα .
Σε ηλικία 7 ετών σπούδαζε στην Πολη μαθηματικά, ιστορία, λογοτεχνία, θεολογία και στρατιωτικές τεχνικές.
Στην ηλικία των 15 ετών ξεκίνησε την καριέρα του ως διοικητής οθωμανικών επαρχιών και για να γίνει σουλτάνος έκανε αυτό που ο προπάππους του όρισε. «Οιοσδήποτε από τους γιούς μου ή εγγονούς μου έρθει στην εξουσία μπορεί να θυσιάσει τα αδέλφια του για να εξασφαλίσει την ηρεμία του κόσμου». Δολοφόνησε λοιπόν αδέρφια και διεκδικητές μπαρμπάδες για να έχει το κεφάλι του ήσυχο .
Μεγάλωσε στα στρατόπεδα, όπως είπαμε είχε τις ικανότητες να επιλέγει ικανούς συνεργάτες και να αξιολογεί σωστά τις πληροφορίες των συμβούλων του.
Ήταν ευνοημένος από την μοίρα διότι κληρονόμησε από τον πατέρα του, γεμάτο θησαυροφυλάκιο, μία πειθαρχημένη χώρα και επίσης είχε κληρονομήσει τον μεγαλύτερο και καλύτερα εκπαιδευμένο στρατό του κόσμου, ο οποίος διέθετε ανώτερα στοιχεία πεζικού, ιππικού, μηχανικού και πυροβολικού. Στην καρδιά του στρατού του υπήρχαν επίλεκτες λεγεώνες γενιτσάρων.

Είχε την ικανότητα, όλα αυτά τα δώρα να τα αξιοποιήσει προς όφελος της αυτοκρατορίας, οδηγώντας την στην ακμή της δόξας και της δυνάμεως της.
Διπλασίασε τα έσοδα του κράτους με απάνθρωπη όμως φορολογία. Έκτισε πολλά δημόσια κτήρια και κοινωφελή έργα όπως υδραγωγεία, γέφυρες και δρόμους.

Το χαρέμι του


















Και βέβαια σαν σουλτάνος μιας ολάκερης αυτοκρατορίας ειχε και το χαρέμι του με καμια 300αρια παλλακίδες.
Εκεί στο αυτοκρατορικό χαρέμι ζούσε η βασιλομήτωρ Βαλιδέ σουλτάν, οι αδελφές του σουλτάνου, οι παλλακίδες με τις οποίες διασκέδαζε στην κρεβατοκάμαρή του και αναρίθμητες ακόμη γυναίκες επιφορτισμένες με την οργάνωση και τη διοίκηση του γυναικωνίτη.
Η ιεραρχία του χαρεμιού είχε ως εξής : Στην κορυφή της ιεραρχίας ήταν η αξιοσέβαστη βασιλομήτωρ βαλιδέ σουλτάν, που απολάμβανε ελευθερία, δύναμη και πλούτο.
Μετά ακολουθούσε ο μεγάλος μαύρος ευνούχος, στην συνέχεια η μπας καντίν εφέντι, δηλαδή η μητέρα του διαδόχου, οι χασεκί σουλτάν, μητέρες των γιων του σουλτάνου, οι χασεκί καντίν, μητέρες των θυγατέρων του σουλτάνου και πάει λέγοντας.
Η Βαλιδέ σουλτάν κάθε χρόνο την παραμονή του Κουρμπάν Μπαϊράμ χάριζε στον γιο της και μια καινούργια σκλάβα. Ομορφότερες θεωρούνταν οι κοπέλες από τον Καύκασο, τη Γεωργία, τη Ρωσία και την Αμπχαζία, λόγω της λευκότητας του δέρματος κυρίως αλλά και της κορμοστασιάς τους.
Η τιμή αυτών κοριτσιών στα σκλαβοπάζαρα όπου τις εντόπιζαν οι προμηθευτές της Αυλής - η ηλικία τους κυμαινόταν από τις «άγουρες» 5χρονες ως τις «σιτεμένες» 20άρες - κυμαινόταν από 1.000 ως 2.000 κουρούς, τιμή ιδιαίτερα χαμηλή αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή ένα άλογο κόστιζε όχι λιγότερο από 5.000 κουρούς. Μόλις το «εμπόρευμα» έφτανε στο χαρέμι εξεταζόταν από έμπειρους ευνούχους και το παρουσίαζαν στη Βαλιδέ.
Οσες από τις κοπέλες δεν ήταν μουσουλμάνες προσηλυτίζονταν στο Ισλάμ γιατί ο σουλτάνος δεν μπορούσε να κοιμηθεί με «άπιστες» και έπαιρναν καινούργια ονόματα, που ταίριαζαν στις ιδιότητες και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, όπως λόγου χάριν Γκιουλμπαχάρ (Ρόδο της Ανοιξης) ή Γκιουλμπεγιάζ (Ροδόλευκη). Εννιά χρόνια αργότερα, σε περίπτωση που ο σουλτάνος δεν τις επέλεγε για να περάσει μαζί τους έστω και μια νύχτα, τα κορίτσια αυτά είχαν το δικαίωμα να φύγουν και ο πολυχρονεμένος εγγυόταν για την ελευθερία τους και τις προίκιζε ώστε να μπορέσουν να παντρευτούν και να μην κακοπέσουν.


Η ζωή μες το χαρέμι ήταν άνετη και πληκτική
Η ημέρα ξεκινούσε με καθαρισμό και προσευχή. Μετά έπιναν καφέ, κάπνιζαν ναργιλέ, έτρωγαν λουκούμια και πλουσιότατο γεύμα, έλεγαν τα χαρτιά. Καμιά φορά έβλεπαν Καραγκιόζη.
Έβγαιναν περίπατο στους κήπους του ανακτόρου, όπου μάζευαν λουλούδια και έπαιζαν παιδιάστικα παιχνίδια, όπως τυφλόμυγα ή προσπαθούσαν να ισορροπήσουν καθισμένες ανάποδα σε έναν γάιδαρο. Τα καλοκαίρια βουτούσαν στα σιντριβάνια για να δροσιστούν και ο σουλτάνος από το παράθυρο τούς πετούσε μαργαριτάρια και διαμάντια και διάλεγε την οδαλίσκη της νύχτας.
Ενας άλλος χώρος για την ηδονή του βλέμματος ήταν και το χαμάμ. Οι γυναίκες του χαρεμιού φημίζονταν για το μεταξένιο δέρμα τους -άλλωστε η καθαριότητα ήταν εξαγνισμός, και στο ανάκτορο υπήρχαν περίπου 30 χαμάμ.

Ντυμένες με βαριά χρυσοκέντητα υφάσματα, φορτωμένες με πολύτιμους λίθους, οι γυναίκες του χαρεμιού άλλες δέχονταν τη μοίρα τους κι άλλες ασφυκτιούσαν. Ομως, όλες όφειλαν να υπακούν στους αυστηρούς κανόνες της θηλυκής τους κοινωνίας και όποια ήταν απείθαρχη την τιμωρούσαν με ξυλοδαρμό, απομόνωση ή την απέπεμπαν από το χαρέμι και δεν είχε καμιά ελπίδα να παντρευτεί. Για τα πιο βαριά παραπτώματα (εάν έκλεβε, έκανε μάγια ή είχε σεξουαλική δραστηριότητα) η τιμωρία ήταν να την πετάξουν στραγγαλισμένη ή ζωντανή στο Βόσπορο.

«όταν ο σουλτάνος ήθελε να διασκεδάσει με κάποιες οδαλίσκες ψιθύριζε το όνομά τους στο αφτί της μπας καντίν, η οποία φρόντιζε να τις στείλει στα ιδιαίτερα δωμάτιά του. Εκεί ο πολυχρονεμένος τις παρατηρούσε με την ησυχία του και μόλις αποφάσιζε με ποια ήθελε να πλαγιάσει τής έδινε το μαντίλι του. Κι όταν η νεαρή σκλάβα, πλυμένη και καλοντυμένη έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα του αφέντη, όφειλε να περπατήσει στα τέσσερα για να φτάσει ώς το κρεβάτι του...»
γράφει ο Ενετός πρεσβευτής της Υψηλής πύλης και κάνει τα όνειρα των χριστιανών ανήσυχα.
Στον εσωτερικό κόσμο του χαρεμιού ήταν τεράστια τιμή να σε διαλέξει ο σουλτάνος ακόμα και για μια μόνο νύκτα. αφού αυτόματα ανέβαινε στην ιεραρχία .

Τελικά το χαρέμι ήταν αυτό που έλεγε το κοράνι «Η γυναίκα είναι ένας αγρός, ένα είδος ιδιοκτησίας που ο σύζυγος μπορεί να χρησιμοποιεί κατά βούληση» και οι τουρκοι με την πολυπολιτισμική κουλτούρα τους δεν μπαίνανε στην διαδικασία "να βρούμε μια γαλαζοαίματη να τις κάνουμε παιδιά μην αλλοιωθεί η φάρα μας" όπως κάνανε στην δύση.
Του είχανε του αυτοκρατορα-σουλτάνου ένα σωρό γυναικες και αυτός όπου προλάβαινε βάτευε.
Εκανε ο σουλτάνος ένα σκασμό παιδιά και μετα το θάνατό του εάν δεν είχε ορίσει κάποιο διάδοχο όσο ζουσε, πλακωνόντουσαν μεταξύ τους και ο δυνατότερος απο όλες τις απόψεις γινότανε σουλτάνος . Εύκολα πράματα

Η Ρωξελάνα




Η Ρωξελάνα ή Ρωξελάνη ή Ρωζελάνα ηταν Ουγκρανή κόρη χριστιανού ιερέα, (η κατά κόσμον Αλεξάνδρα Λισόφσκα ) που κάποια ορδή Τατάρων την σκλάβωσε και βρέθηκε στο σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί την αγόρασε ο Μεγάλος βεζίρης ο Ιμπραήμ και την πρόσφερε δώρο στη Βαλιδέ σουλτάν Χάφσα.
Την κάνανε πάραυτα μουσουλμάνα και πήρε το όνομα Χουρέμ (που σημαίνει χαμογελαστή) για το κέφι της και τις ικανότητές αφήγησης και εντάχθηκε στις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας
Αν πιστέψουμε τον πρέσβη της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας στην Υψηλή Πύλη, η κοπέλα ήταν «νέα αλλά όχι ωραία, χαριτωμένη αλλά κοντή». Ο Σουλεϊμάν πάντως που είχε μόλις επιστρέψει από την πολιορκία του Βελιγραδίου όταν την είδε ανάμεσα στη μακριά σειρά από οδαλίσκες, τόσο μαγνητίστηκε από το έντονο βλέμμα και τα πυρρόξανθα μαλλιά της που διέταξε να του την ετοιμάσουν για το βράδυ.
Φαίνεται πως του άρεσε η πρώτη βραδιά μαζί της και την ζήτησε και την επομένη φορά και την μεθεπομένη και την ξαναμεθεπομένη παραμελώντας ένα χαρέμι τριακοσίων γυναικών

Ο κόσμος του χαρεμιού σε σύντομο χρονικό διάστημα ήρθε ο πάνω κάτω.

Η Μαχιντεβράν μια πανέμορφη ψηλή Αρναούτισα που είχε μετονομαστεί Γκιούλμπαχάρ (Ανοιξιάτικο Ρόδο,) και ηταν μητέρα του Μουσταφά, του μεγαλύτερου γιου του σουλτάνου και διαδόχου του , δεν άργησε να αντιληφθεί ότι ο σουλτάνος είχε σαγηνευτεί από τη νεοφερμένη στο χαρέμι και διαβλέποντας τον κίνδυνο να περάσει η ίδια σε δεύτερη μοίρα, ενώ ήταν η πρώτη που είχε τεθεί στην «υπηρεσία της Μεγαλειότητός του», άρχισε να της κάνει γυμνάσια κάποια μέρα μάλιστα της έγδαρε το πρόσωπο με τα νύχια αποκαλώντας την «προδότρια » και «βρομερό κρέας»

Λίγο αργότερα ο σουλτάνος κάλεσε την Ρωξελάνα να πάει κοντά του και αυτή πρωτάκουστα αρνείται
να εκτελέσει την επιθυμία του, λέγοντας πως ήταν ανάξια της εύνοιάς του, επειδή την είχαν αποκαλέσει
«βρομερό κρέας». Ο σουλτάνος ρώτησε, έμαθε τι είχε συμβεί είδε και το μουτράκι της Ρωξελάνας γδαρμένοκαι η Μαχιντεβράν εκδιώχθηκε αμέσως από το παλάτι.
Στην συνέχεια ο Σουλεϊμάν προσκολλάτε ακόμα περισσότερο απάνω της αφήνοντας το χαρέμι του απότιστο.
Η Ρωξελάνα απέκτησε πολύ γρήγορα μεγάλη δύναμη οσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του οθωμανικού οίκου .
Και η δύναμή της αυξάνεται αφου σύντομα κάνει και γιο του Σουλειμάν τον Μωάμεθ και καπάκι τον Σελήμ και τον Βαγιαζήτ.

Η πολιορκία της Βιέννης
Βέβαια ένα μεγάλο κράτος σαν την Οθωμανική αυτοκρατορία ήθελε πολέμους να τραφεί .

Ετσι στις 10 Απριλίου του 1529 ο Σουλεϊμάν αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη με στρατό 120.000 ανδρών, ο οποίος συνοδευόταν από 200.000 βοηθητικό προσωπικό και ακολούθους του, για την αυστριακή πρωτεύουσα, τη Βιέννη. Καθ' οδόν, ο τεράστιος στρατός καταλάμβανε πόλεις και έκανε επιδρομές στην ύπαιθρο για να αποκτά τρόφιμα και σκλάβους.

Εν τω μεταξύ η Βιέννη προετοιμαζόταν για την επικείμενη σύγκρουση υπό τη στρατιωτική ηγεσία του κόμη Νικόλας φον Ζαλμ Ράιφερσαϊντ και του Βίλχελμ φον Ρόγκεντορφ.
Το έργο τους φαινόταν ακατόρθωτο. Τα τείχη της πόλης, πλάτους μόλις 1,5-2 μέτρων, ήταν σχεδιασμένα για να αποκρούουν επιδρομές του Μεσαίωνα και όχι το προηγμένο πυροβολικό των Τούρκων. Ολόκληρη η αυστριακή φρουρά αριθμούσε μόλις 20.000 στρατιώτες με 72 κανόνια. Οι μοναδικές ενισχύσεις που έφθασαν στην πόλη ήταν ένα απόσπασμα από 700 μουσκετοφόρους από την Ισπανία.

Παρά τα μειονεκτήματα της, η Βιέννη είχε αρκετούς φυσικούς παράγοντες για ενίσχυση της άμυνας της. Ο Δούναβης εμπόδιζε οποιαδήποτε πρόσβαση από βορρά και ο μικρός πλωτός δίαυλος Βίνερ, που βρισκόταν στα ανατολικά, άφηνε μόνο τον νότο και τη δύση απροστάτευτους. Οι Βιεννέζοι στρατηγοί εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο τις εβδομάδες που προηγήθηκαν της άφιξης των Τούρκων. Γκρέμισαν κατοικίες και άλλα κτίρια έξω από το νότιο και από το δυτικό τείχος, ώστε να ανοίξουν πεδία βολής για τα κανόνια και τα
μουσκέτα τους. Έσκαψαν τάφρους και τοποθέτησαν διάφορα εμπόδια στους δρόμους της προσπέλασης. Συγκέντρωσαν εφόδια για μακρόχρονη πολιορκία εντός των τειχών και απομάκρυναν από την πόλη πολλές γυναίκες και παιδιά όχι μόνο για να μειώσουν τις ανάγκες σε τρόφιμα και εφόδια, αλλά επίσης για να περιορίσουν τα φοβερά επακόλουθα σε περίπτωση που θα νικούσαν οι Τούρκοι.

Τη Βιέννη βοήθησε σημαντικά άλλος ένας παράγοντας: το καλοκαίρι του 1529 ήταν ένα από τα πιο βροχερά της ιστορίας. Οι συνεχείς βροχοπτώσεις καθυστέρησαν την προέλαση των Οθωμανών και έκαναν δύσκολες τις
συνθήκες για τον στρατό τους. Όταν τελικά έφθασαν στη Βιέννη τον Οκτώβριο, έπιανε χειμώνας και οι αμυνόμενοι είχαν προετοιμαστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ο Σουλεϊμάν ζήτησε αμέσως την παράδοση της πόλης. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, άρχισε έναν καταιγισμό πυρός εναντίον των τειχών της με τα 300 κανόνια του και διέταξε τους υπονομοποιούς του (λαγουμιτζήδες )να σκάψουν κάτω από τα τείχη και να τοποθετήσουν εκρηκτικές ύλες για να τα γκρεμίσουν.
Οι Αυστρίακοι έβγαιναν από τα τείχη για να επιτεθούν στους μηχανικούς και στους πυροβολητές αλλά και για να σκάψουν αντιτάφρους. Αρκετες φορες κατά τις επόμενες τρεις εβδομάδες το πυροβολικό και τα εκρηκτικά των
εισβολέων δημιούργησαν μικρά ρήγματα στα τείχη, αλλά οι Βιεννεζοι στρατιώτες εκλειναν γρήγορα τα κενά και απέκρουαν οποιαδήποτε είσοδο στην πόλη.

Στις 12 Οκτωβρίου οι ψυχροί χειμερινοί άνεμοι σάρωναν τη Βιέννη.

Τα γράμματα του Σουλεϊμάν στην Ρωξελάνα «Επιτέλους, θα ενωθούν οι ψυχές, οι σκέψεις, η φαντασία, η καρδιά μου, όλο το είναι μου με σένα, μοναδική αγάπη μου» , δείχνουν την ψυχική του κατάσταση και κείνη του απαντούσε: «Κύριέ μου, η απουσία σας μού έχει ανάψει πυρκαγιά που δεν μπορώ να σβήσω. Λυπηθείτε με που υποφέρω και γράψτε μου ένα γράμμα, μόλις μπορέσετε, ώστε να βρω λίγη παρηγοριά».

Ο Σουλεϊμάν διέταξε άλλη μια επίθεση με τους γενίτσαρους επικεφαλής.
Δυο υπόγειες εκρήξεις κοντά στη νότια πύλη άνοιξαν για λίγο τον δρόμο στους μισθοφόρους, αλλά οι υπερασπιστές της πόλης έκλεισαν το κενό και σκότωσαν πάνω από 1.200 εχθρούς. Δυο ημέρες αργότερα ο Σουλεϊμάν έδωσε εντολή για μια τελευταία επίθεση και πάλι οι Βιεννέζοι την απέκρουσαν και πάλι με επιτυχία.

Αυτό ήταν

Ο Σουλεϊμάν είχε αποτύχει για πρώτη φορά. Δεκάδες από τους ανίκητους μέχρι τότε γενίτσαρους βρίσκονταν νεκροί έξω από τα τείχη της πόλης.
Ο τουρκικός στρατός δεν είχε πλέον άλλη επιλογή παρά να κάψει το τεράστιο στρατόπεδο του και να γυρίσει πίσω στην Κωνσταντινούπολη.
Πριν όμως γίνει αυτό, έσφαξαν τους χιλιάδες αιχμαλώτους που είχαν πιάσει καθ' οδόν προς τη Βιέννη. Στη διάρκεια της πορείας τους, πολύ περισσότεροι Τούρκοι πέθαναν από τις εφόδους εχθρικών ομάδων που χτυπούσαν τις πτέρυγες του στρατού τους.

Η αποτυχία στη Βιέννη δεν μείωσε σημαντικά την ισχύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σταμάτησε όμως την προέλαση των μουσουλμάνων στην Ευρώπη.
Ο Σουλεϊμάν και ο στρατός του σημείωσαν πολλές επιτυχίες μετά τη Βιέννη, αλλά αυτές οι νίκες έγιναν στην Ανατολή εναντίον των Περσών και όχι στη Δύση κατά των Ευρωπαίων.
Μετά τη μάχη της Βιέννης οι χώρες της Δύσης έπαψαν να θεωρούν ανίκητους τους Τούρκους και τους γενίτσαρους.

Αν ο Σουλεϊμάν είχε κατακτήσει τη Βιέννη, ο στρατός του θα συνέχιζε την επίθεσή του κατά των γερμανικών επαρχιών την επόμενη άνοιξη.
Υπήρχε συνεπώς μεγάλη πιθανότητα ότι η αυτοκρατορία του Σουλεϊμάν θα έφθανε τελικά μέχρι τη Βόρεια θάλασσα, παρά τη συμμαχία του με τη Γαλλία. Αντιθέτως, όμως μετά τη Βιέννη οι Οθωμανοί δεν τόλμησαν να επιτεθούν ξανά στην Ευρώπη , Η ισχύς και η επιρροή της αυτοκρατορίας τους είχε αρχίσει να παρακμάζει αργά αλλά σταθερά. Η ανεπιτυχής πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1529 χαρακτήρισε την αρχή της μακράς παρακμής της αυτοκρατορίας τους. Σταμάτησε επίσης την προώθηση του Ισλάμ στην κεντρική και στη δυτική Ευρώπη, διασφαλίζοντας έτσι την κυριαρχία του χριστιανισμού σε αυτήν την περιοχή.

Σύμφωνα με την τούρκικη ιστοριογραφία την ημέρα που ο Σουλειμάν αποφάσισε να γυρίσει στην αγκαλιά της αγαπημένης του οι λαγουμτζήδες είχαν καταφέρει να σκάψουν δίοδο στην πόλη χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.


Η κυριαρχία της Ρωξελάνας



Γυρνώντας στην Πόλη ο Σουλεϊμάν σκέφτεται τα παντρολογήματα
Ο γάμος τους έγινε στα 1534, περιγράφεται από τον Βρετανό παρατηρητή σερ Τζορτζ Γιανγκ:
«Η τελετή έλαβε χώρα στο παλάτι και ο γάμος γιορτάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα. Ο λαός πρόσφερε δώρα, τα σπίτια φωτίστηκαν και στολίστηκαν με γιρλάντες. Παντού έπαιζε μουσική, παντού γλεντούσανε, παντού χορεύανε. Στον βυζαντινό ιππόδρομο έγινε μια μεγάλη τελετή. Το θεωρείο της σουλτάνας και της ακολουθίας της ήταν καλυμμένο με επίχρυσα καφασωτά. Μέσα από αυτά η Ρωξελάνη παρακολουθούσε κονταρομαχίες, στιςοποίες έλαβαν μέρος χριστιανοί ιππότες και μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, νούμερα με ακροβάτες και ζογκλέρ και μια παρέλαση άγριων ζώων, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν οι καμηλοπαρδάλεις με τους μακρούς λαιμούς τους, που έφταναν μέχρι τον ουρανό...».
Και βέβαια αφου παντρευτήκανε η Ρωξελάνα έπρεπε να κοιτάξει και το μέλλον των παιδιών της .
Υπήρχαν τέσσερα αγόρια ο Μουσταφά, ο Μωάμεθ ο Βαγιαζήτ και ο Σελήμ.
Αυτά τα παιδιά μεγάλωναν σε ένα περιβάλλον το οποίο διαρκώς τα αξιολογούσε όσον αφορούσε
τις ικανότητές τους. Ο πρωτότοκος, ο Μουσταφάς ,είχε το κληρονομικό δικαίωμα να κυβερνούσε και μάλλον θα «θυσίαζε» τ' αδέρφια του. Ο Μουσταφά, γεννημένος το 1516, ήταν γιός της πρώτης σουλτάνας,της Μαχιντεβράν (Γκιούλμπαχάρ) . Αυτός προορίζετο να διαδεχθή τον πατέρα του. Δεν ήταν ένας τυχαίος άνδρας.
Είχε ισχυρή προσωπικότητα, ηταν αξιοσέβαστος, πολεμικότατος, και κατά τα λεγόμενα της εποχής εκείνης,είχε όλα τα προτερήματα του πατρός του χωρίς όμως τα ελαττώματά του. Είχε επιβληθεί στον στρατό, και λατρεύονταν από τον στρατό και τους γενιτσάρους. Επιπλέον τον αγαπούσε και ο πατέρας του (Το μέλλον της αυτοκρατορίας προβλέπετο λαμπρότατο, υπό την ηγεσία του… σύμφωνα με την τούρκικη βιβλιογραφία)
Αλλα ποια μάνα θα επιφύλασε τέτοιο τέλος στα παιδιά της . Ο Μουσταφάς σιγά σιγά διαβάλλεται και μια νύχτα με εντολή του Σουλειμάν στραγγαλίζεται με μεταξωτό μαντήλι απο κάποιον γενίτσαρο όπως ο άγραφοςνόμος όριζε για να μην χυθεί το βασιλικό το αίμα. Η αιτιολογία στους διαδρόμους του παλατιού ήταν ότι συνωμότησε εναντίον του πατέρα του.

Εκτός όμως απο τον Μουσταφά υπήρχε και κάποιος άλλος που στέκονταν εμπόδιο της Ρωξελάνας για
να ελέγξει πλήρως τον "Μεγαλοπρεπή"

Ο μεγάλος Βεζύρης Ιμπραήμ . Αυτός που πρωτοεντόπισε την Ρωξελάνα στο σκλαβοπάζαρο και την έδωσε στην μάνα του σουλτάνου .
Γεννημένος στην Πάργα το 1493, αιχμαλωτίστηκε από πειρατές, πουλήθηκε και κάποια στιγμή
κατέληξε στο παλάτι. Μιλούσε ελληνικά, περσικά, σερβοκροατικά και ιταλικά, κι έπαιζε λαούτο. Όταν τον γνώρισε ο νεαρός τότε πρίγκιπας Σουλεϊμάν, γοητεύτηκε. Οι δυο άντρες έγιναν στενοί φίλοι και μετά την ενθρόνιση του Σουλεϊμάν ο Ιμπραήμ ανελίχθηκε ταχύτατα στα υψηλότερα κρατικά αξιώματα, με αποκορύφωμα να γίνει μέγας βεζίρης το 1528. Υπήρξε ο μοναδικός στη μέχρι τότε οθωμανική ιστορία που είχε το δικαίωμα και την τιμή να έχει κρεμασμένες δίπλα στη σκηνή του έξι μαύρες αλογοουρές —το πολεμικό έμβλημα του σουλτάνου—, όσες και ο ίδιος ο σουλτάνος. Η οθωμανική κυβέρνηση είχε μεταβληθεί σε συγκυβέρνηση.

Στην προσωπική του ζωή, ο Ιμπραήμ ήταν παντρεμένος με τη Χατιτζέ, αδελφή του σουλτάνου. Την αγαπούσε αληθινά, ωστόσο, τις σεξουαλικές του ορέξεις τις ικανοποιούσε κι ένας σημαίνων έμπορος και διπλωμάτης, ο Αβίζε Γρίτι. Στο μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του, ο μέγας βεζίρης είχε τη σθεναρή υποστήριξη της πεθεράς του και μητέρας του σουλτάνου, Χαφσά, μιας δυναμικής γυναίκας που σπανίως έφευγε από το πλευρό του γιου της. Όταν πέθανε η Χαφσά, το 1534, μέσω του υπουργού Οικονομικών Ισκεντέρ Τσελεμπή κατηγορήθηκεο Ιμπραήμ ότι ήθελε να μοιραστεί το σουλτανάτο, κι αυτή ήταν η αρχή του τέλους του μεγάλου βεζίρη.
Στις 15 Μαρτίου, ο Ιμπραήμ δείπνησε μαζί με το σουλτάνο, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι δύο άντρες, κι έπειτα κοιμήθηκε σ' ένα διπλανό δωμάτιο. Το επόμενο πρωί το πτώμα του βρέθηκε πεταμένο έξω από το παλάτι.
Τον είχαν στραγγαλίσει τη νύχτα.
Η εκτέλεσή του αποτελούσε επίδειξη δύναμης της Ρωξελάνας


Αυτή είναι η ιστορία της Ρωξελάνας της Βαλιντέ Χουρέμ της σκλάβας που έγινε αυτοκράτειρα
Mια ιστορία παράφορης αγάπης και δολοπλοκιών
Με τον Σουλεϊμάν έκανε άλλα δύο παιδιά τον Τζιχανγκίρ και την Μιχριμάχ.

Πέθανε στις 18 του Απρίλη το 1558 μάλλον απο καρδιά οκτώ χρόνια πριν τον σύζυγός της, που με τον θάνατό της βυθίστηκε σε μελαγχολία.
Το μαυσωλείο της είναι δίπλα σε αυτό του Σουλεϊμάν

Ο πρωτότοκος γιός της ο σεχζαντέ (διάδοχος) Μωάµεθ, πέθανε από ευλογιά στα 21 του χρόνια.
ο δευτερότοκος γιός της Σελήμ ανέβηκε στο θρόνο ύστερα απο πόλεμο δολοπλοκιών με τα αδέρφια του .
Ήταν λάτρης των απολαύσεων ενώ αδιαφόρησε πλήρως για τα στρατιωτικά.
Επηρεαζόταν εύκολα απο το χαρέμι του και το τάγμα των Γενιτσάρων.
Η θητεία του συμπίπτει με την απαρχή της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Επιχείρησε εκστρατεία εναντίον της Ρωσίας, η οποία απέτυχε παταγωδώς και στη συνέχεια κυρίευσε την Υεμένη. Παρα τις προειδοποιήσεις του Βεζύρη Μεχμέτ Σοκόλη κατέλαβε τη Κύπρο, το 1571, σφάζοντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Αυτή η κίνηση είχε σαν αποτέλεσμα να συνασπιστούν οι μεγάλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, δηλαδή η Ισπανία, το κράτος του Πάπα,η Γερμανική Αυτοκρατορία, η Βενετία και η Μάλτα, και στη ναυμαχία της Ναυπάκτου να καταστρέψουν τον Τουρκικό στόλο.

Απεβίωσε στις 12 Δεκεμβρίου του 1574 μέσα στο λουτρό του ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης.
Η τούρκικη ιστοριογραφία του έδωσε το παρωνύμιο «Μάστ», που σημαίνει μέθυσος
.πηγή iansta.blogspot.com/...