ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Η ΤΡΙΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ....

[σημ.Γιά τόν Σαλαντίν και τον Ριχάρδο θά εχουμε ιδιαίτερο αφιέρωμα στην συνέχεια]


Τρίτη Σταυροφορία (1189-1192) ήταν η απάντηση της Δυτικής Χριστιανοσύνης στην αντεπίθεση του Ισλάμ στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας εναντίον των σταυροφορικών κρατών.Παρ'όλο που με την Γ' Σταυροφορία άλλαξε το πολιτικό σκηνικό στην ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την μάχη του Χαττίν (1187) και τη συντριβή του σταυροφορικού στρατού από τον Σαλαντίν, οι σταυροφόροι απέτυχαν να ανακτήσουν την Ιερουσαλήμ.

 


 Η κατάσταση στην Ανατολή πριν το 1187

Τα χρόνια πριν το 1187 υπήρξε αύξηση της ισχύος ενός μουσουλμάνου ηγέτη, του Σαλαντίν, που κατάφερε μέχρι το 1186 να ενώσει όλους τους μουσουλμάνους, από την Αίγυπτο μέχρι την Μεσοποταμία, και να αναδειχθεί στον πιο επικίνδυνο ηγέτη που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σταυροφόροι μέχρι τότε. Αντίθετα με την πρωτοφανή σύμπνοια και ενότητα που είχαν οι μουσουλμάνοι, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Βαλδουίνος Δ' πέθανε το 1185. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στον επ' αδελφή γαμπρό του, Γκυ των Λουζινιάν, μετά την άρνησή του να τον βοηθήσει σε μία επίθεση κατά των μουσουλμάνων, είχε ορίσει διάδοχό του τον πεντάχρονο ανηψιό του, τον Βαλδουίνο Ε' το 1183.Ο Βαλδουίνος Ε' ανέβηκε στο θρόνο, αλλά επειδή ήταν ανήλικος ο θείος του πριν πεθάνει όρισε αντιβασιλέα, το Ραϋμόνδο της Τρίπολης.Το 1186, όμως, ο Βαλδουίνος Ε' πέθανε. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να σταματήσει την άνοδο στο θρόνο της μητέρας του Βαλδουίνου, Σιβύλλας, και του συζύγου της, Γκι ντε Λουζινιάν. Σ' αυτό συμφωνούσαν οι περισσότεροι φεουδάρχες και αξιωματούχοι του βασιλείου. Ο υποψήφιος που πρότεινε για το θρόνο της Ιερουσαλήμ ήταν ο σύζυγος της Ισαβέλλας, αδερφής της Σιβύλλας και του Βαλδουίνου Δ', ο Ονφρουά ντε Τορόν. Η προσπάθεια του Ραϋμόνδου, όμως, δεν απέδωσε. Ο Ονφρουά δήλωσε πίστη στον Γκυ, και αυτό ανάγκασε τους περισσότερους φεουδάρχες να δεχθούν ως βασιλιά τους τον Γκυ. Ο Ραϋμόνδος αποσύρθηκε στην Τρίπολη.
Την ίδια περίοδο ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Γκυ, ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, κύριος του Κεράκ και παλαιότερα πρίγκηπας της Αντιόχειας, άρχισε να επιτίθεται στα καραβάνια των προσκυνητών που περνούσαν από το Κεράκ προς την Μέκκα και να τα λεηλατεί. Ο Σαλαντίν διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από τον Γκυ να σταματήσει τις επιθέσεις του Ραϋνάλδου και να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους προσκυνητές. Ο Γκυ συμφώνησε και διέταξε την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, αλλά ο Ραϋνάλδος αρνήθηκε να υπακούσει. Έτσι ξεκίνησε νέα σύγκρουση μεταξύ του Σαλαντίν και των σταυροφόρων.

Μάχη του Χαττίν

Στις αρχές του 1187, ο στρατός του Σαλαντίν στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Ο Ραϋμόνδος μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας μουσουλμανικής επίθεσης συμφιλιώθηκε με τον Γκυ και τον αναγνώρισε σαν βασιλιά. Τότε ο Γκυ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλο το σταυροφορικό στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον του Σαλαντίν. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να τον αποτρέψει με το επιχείρημα ότι ο Σαλαντίν αυτό ακριβώς ήθελε να κάνουν οι σταυροφόροι. Τον συμβούλεψε να συγκρατηθεί και να διατάξει το στρατό να κρατήσει τις θέσεις του στα κάστρα. Έτσι ο Σαλαντίν θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το στρατό του σε εχθρικό έδαφος. Ο Ραϋμόνδος κατηγορήθηκε για αυτές του τις συμβουλές για δειλία, και αναγκάστηκε να δεχθεί το σχέδιο του Γκυ.
Το σύνολο του σταυροφορικού στρατού με όλους τους σημαντικούς αρχηγούς του και τον Τίμιο Σταυρό προέλασε στην Τιβεριάδα εκτός των σταυροφορικών ταγμάτων οι οποίοι πήγαν στην Αντιόχεια και από κει στις χώρες τους διότι κατάλαβαν πως θα έχαναν. Όμως, στις 3 Ιουλίου του 1187, εγκλωβίστηκε από το στρατό του Σαλαντίν σε μία άνυδρη πεδιάδα. Την επόμενη ημέρα, οι μουσουλμάνοι άναψαν φωτιές γύρω από τις θέσεις των σταυροφόρων και προστατευμένοι από τον καπνό τους έριχναν συνεχώς βέλη. Όλες οι προσπάθειες του σταυροφορικού στρατού να σπάσει τον κλοιό των μουσουλμάνων απέτυχαν και στο τέλος της ημέρας παραδόθηκαν όλοι, εξαντλημένοι από τη δίψα. Ελάχιστοι γλύτωσαν από αυτήν την καταστροφή. Ο Σαλαντίν χάρισε στον Γκυ τη ζωή του, αλλά όχι και στον Ραϋνάλδο τον οποίο σκότωσε ο ίδιος. Ο Σαλαντίν, μετά από αυτή τη σημαντική του επιτυχία, κατέλαβε τα περισσότερα κάστρα και όλες σχεδόν τις πόλεις που κατείχαν οι σταυροφόροι, εκτός από την Τύρο, την Τρίπολη και την Αντιόχεια. Μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ στις 2 Οκτωβρίου, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία. 88 χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης, στη διάρκεια της Α' Σταυροφορίας, από χριστιανούς έπεσε ξανά στα χέρια των μουσουλμάνων. Ο Σαλαντίν είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος.

 Κήρυξη μίας νέας Σταυροφορίας

Τα νέα της πτώσης της Ιερουσαλήμ συντάραξαν την Ευρώπη. Όπως λέγεται, ο Πάπας Ουρβανός Γ' πέθανε συγκλονισμένος από την είδηση αυτή. Ο νέος Πάπας, Γρηγόριος Η', εξέδωσε παπικό διάταγμα (βούλα) για μια νέα σταυροφορία και κάλεσε τους χριστιανούς σε νηστεία και μετάνοια. Ιταλοί υπό τον μαρκήσιο του Μομφερρά, Κορράδο, έσπευσαν να βοηθήσουν τους χριστιανούς της Παλαιστίνης, ενώ ο πάπας Γρηγόριος έστειλε τον καρδινάλιο-λεγάτο Ερρίκο του Αλμπάνο στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, που ήταν και βετεράνος της Β' Σταυροφορίας, απάντησε θετικά στο κάλεσμα του πάπα και πήρε το σταυρό το Μάρτιο του 1188.
Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος Β’ της Σικελίας έστειλε στόλο αποτελούμενο από 60 πλοία μαζί με 200 ιππότες, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου του Μαργαριτώνη, να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά για να μην επιτρέψει στον Σαλλαδίνο να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια που είχαν τόσο ζωτική σημασία για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Μαργαριτώνης υποχρέωσε το 1188 τον Σαλλαδίνο να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κρακ των Ιπποτών, των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαργκάτ, στη Λαττάκια (Λαοδίκεια) και στην Τύρο.
Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου, Γιόσκιους (Ιωσίας), πήγε στην Ευρώπη να ζητήσει βοήθεια. Στις 22 Ιανουαρίου του 1189 στη Νορμανδία, κήρυξε τη σταυροφορία μπροστά στο βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκο Β', το Γάλλο βασιλιά, Φίλιππο Αύγουστο, και άλλους ισχυρούς φεουδάρχες, από την Αλσατία, τις Κάτω Χώρες, και αλλού. Ο Άγγλος βασιλιάς άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες για τη σταυροφορία, και μάλιστα επέβαλλε στους υπηκόους του έναν καινούργιο φόρο, τη δεκάτη του Σαλαδίνου, αλλά πέθανε πολύ σύντομα. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ριχάρδος Α', που συνέχισε τις προετοιμασίες.

 Η πορεία του Φρειδερίκου

Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας ξεκίνησε το Μάιο του 1189 επικεφαλής ισχυρού στρατεύματος και με τεύτονες έχοντας προηγουμένως κάνει συμφωνία με το βασιλιά της Ουγγαρίας Μπέλα Γ' και το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ισαάκιο Β'. Ο Φρειδερίκος διέσχισε ειρηνικά την Ουγγαρία. Τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν στην Μικρά Ασία από την Καλλίπολη, με τη βοήθεια του βυζαντινού στόλου. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους με κάποιες μικροσυμπλοκές με τους Βυζαντινούς, μέχρι που εισήλθαν στην τουρκική επικράτεια. Ο Φρειδερίκος νίκησε τους Σελτζούκους του Ικονίου σε τρεις μάχες, στο Φιλομήλιο, στο Γιγκλάριο και στο Ικόνιο. Στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στην όχθη του ποταμού Καλίκαδνου. Στις 10 Ιουνίου ο Φρειδερίκος πνίγηκε στο ποτάμι προσπαθώντας να το διαβεί έφιππος. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας και οι σταυροφόροι κατάφεραν να φτάσουν στην Αντιόχεια.Μετά πήγαν στην Άκρα όπου συνάντησαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και ενίσχυσαν την πολιορκία.

 Η πορεία του Ριχάρδου και του Φιλίππου

Οι δύο άλλοι Ευρωπαίοι βασιλείς που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη σταυροφορία, ο Ριχάρδος Α' και ο Φίλιππος Β' ήταν δύο ολότελα διαφορετικοί χαρακτήρες. Είχαν καταφέρει, όμως, να συμβιβάσουν τις αγγλογαλλικές διαφορές και ξεκίνησαν από τη νότια Γαλλία σαν φίλοι. Στη συνέχεια ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο Ριχάρδος συναντήθηκε με τον στόλο του στην Μασσαλία και ο Φίλιππος με τον στρατό του κατευθύνθηκε στη Γένοβα, και βρέθηκαν πάλι στην Μεσσήνη της Σικελίας το Σεπτέμβριο του 1190. Ο προηγούμενος βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος Β', που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο, ήταν σύζυγος της αδελφής του Ριχάρδου, Ιωάννας. Όταν έφτασε ο Ριχάρδος και ο Φίλλιπος στη Σικελία άφησαν τα μισά στρατεύματα να επιστρέψουν στις χώρες τους ανάμεσά τους και τα σταυροφορικά τάγματα αφού είχαν 100.000 στρατιώτες ο καθένας.
Τελικά, τον Μάρτιο του 1191, ο Ταγκρέδος, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος ήρθαν σε συμφωνία με την οποία οι αξιώσεις του Ριχάρδου σχετικά με την Ιωάννα ικανοποιούνταν, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος αναγνώριζαν ως βασιλιά της Σικελίας τον Ταγκρέδο (αν και η νόμιμη διάδοχος ήταν η θεία του Γουλιέλμου, Κωνσταντία) και τέλος, ο Ριχάρδος αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχό του τον ανηψιό του Αρθούρο της Βρετάνης, ο οποίος μόλις ενηλικιωνόταν θα παντρευόταν με μία κόρη του Ταγκρέδου.O Ριχάρδος και ο Φίλλιπος είχαν ιππότες από όλη την Ευρώπη αλλά και από τα σταυροφορικά τάγματα που επίσης προέρχονταν από όλη την Ευρώπη.
Οι δύο στρατοί αφού τακτοποιήθηκαν οι εκκρεμότητες στη Σικελία, αναχώρησαν από εκεί για την Παλαιστίνη,στις 30 Μαρτίου ο Γαλλικός, και στις 10 Απριλίου ο Αγγλικός.
Ο στόλος του Ριχάρδου μετά από μία καταιγίδα προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες (και μαζί τους τα χρήματα) είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απόσχισε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ριχάρδος τότε κυρίεψε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πούλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Πριν φύγει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος τέλεσε τους γάμους του με την Βερεγγάρια.
Ο Φίλιππος έφτασε στην Άκρα στις 20 Μαΐου 1191 για να ενισχύσει τους σταυροφόρους που ήδη πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ριχάρδος έφτασε στην Άκρα στις 8 Ιουνίου 1191.

 Πολιορκία της Άκρας

Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν το Σεπτέμβριο του 1187.
Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ ντε Λουζινιάν, του οποίου η χρησιμότητα είχε εκμηδενιστεί. Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Ο Κορράδος του Μομφερρά, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Μετά την αποτυχία του στην Τύρο, ο Γκυ αποφάσισε να επιτεθεί στην Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση του Γκυ απέτυχε και αποφάσισε να πολιορκήσει την Άκρα.Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Σαλαντίν έσπευσε στην Άκρα για να βοηθήσει την πολιορκούμενη φρουρά της. Στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Άκρας προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να τον απωθήσουν αλλά απέτυχαν.
Εν τω μεταξύ, ενισχύσεις κατέφθαναν συνεχώς από την Ευρώπη. Στο στρατόπεδο των σταυροφόρων άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και πολλές αρρώστιες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους πολιορκητές. Από ασθένεια πέθανε η σύζυγος του Γκυ, βασίλισσα Σιβύλλα, γεγονός που πυροδότησε νέες δυναστικές έριδες. Ο Κορράδος του Μονφερρά νυμφεύθηκε την αδερφή της, Ισαβέλλα, για να αποκτήσει δικαιώματα στον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Από ασθένεια πέθαναν τον χειμώνα του 1190-1191 ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, Ηράκλειος, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας, ο θάνατος του οποίου άφησε προσωρινά τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς ηγεσία, και πολλοί άλλοι διοικητές και απλοί στρατιώτες. Τον Απρίλιο του 1191 έφτασε στην Άκρα ο δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας και ανέλαβε την ηγεσία του γερμανικού στρατεύματος. Ο Ερρίκος της Καμπανίας μόλις που γλύτωσε.
Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος με το κύριο σώμα των 50.000 Γάλλων σταυροφόρων και στις 8 Ιουνίου του 1191 ο Ριχάρδος με τους με άλλους 50.000 Άγγλους σταυροφόρους. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν, αλλά όλα έδειχναν ότι το τέλος της πολιορκίας πλησίαζε. Η φρουρά της αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδόσει την Άκρα στις 12 Ιουλίου του 1191. Έτσι, τελείωσε η επική πολιορκία. Η νίκη, όμως, κηλιδώθηκε από τη σφαγή 2.700 αιχμαλώτων τον Αύγουστο από τον Ριχάρδο.
Ο βασιλιάς Φίλιππος μετά το τέλος της πολιορκίας αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. Αλλά και ο δούκας Λεοπόλδος γύρισε πίσω στην Αυστρία προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο. Έτσι ο Ριχάρδος έμεινε ο μοναδικός ανώτατος διοικητής των σταυροφορικών δυνάμεων.

 Μάχη του Αρσούφ

Μετά την πολιορκία της Άκρας οι σταυροφόροι αποφάσισαν να προχωρήσουν νότια και να καταλάβουν τη Γιάφα, από όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν προς το εσωτερικό της Παλαιστίνης και την Ιερουσαλήμ. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Σαλαντίν επιτέθηκε στο στρατό των σταυροφόρων στο Αρσούφ, λίγο πιο βόρεια από τη Γιάφα. Οι σταυροφόροι κράτησαν τις θέσεις τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο στρατό του Σαλαντίν που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η μάχη έληξε με νίκη των σταυροφόρων δίνοντας τους μεγάλη περηφάνια αφού ήταν η πρώτη φορά που νικούσαν τους σαρακηνούς σε μάχη μετά το Χαττίν. Ο δρόμος για τη Γιάφα ήταν ανοικτός.

 Διαπραγματεύσεις και συνέχεια των εχθροπραξιών

Ο Ριχάρδος όταν έφτασε στην Γιάφα προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τον Σαλαντίν. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μία ευκαιρία ανασυγκρότησης και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι σταυροφόροι θα ξεκουράζονταν για λίγο καιρό και οι μουσουλμάνοι θα αναπλήρωναν τις απώλειές τους. Η πρότασή του ήταν να παντρευτεί ο αδελφός του Σαλαντίν, Ελ Αντίλ, την αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, και να κυβερνήσουν τις περιοχές του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ που κατείχαν και οι σταυροφόροι και οι μουσουλμάνοι.Η Ιερουσαλήμ θα ήταν ανοικτή τόσο στους μουσουλμάνους όσο και στους χριστιανούς προσκυνητές. Η άρνηση της Ιωάννας για αυτόν τον γάμο έθεσε τέλος στις διαπραγματεύσεις. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, και ενώ είχε φτάσει ο Νοέμβριος του 1191, ο Ριχάρδος αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό για να επιτεθεί στην Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας κοντά στην Ιερουσαλήμ άλλαξε γνώμη καθώς θα ήταν ασύνετο να πολιορκήσει την πόλη στη διάρκεια του χειμώνα που θα έπλητε κυρίως τους σταυροφόρους αφού θα ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη για όσο διαρκούσε η πολιορκία. Αποφάσισε την επιστροφή στα παράλια και δουλεύοντας μαζί με το στρατό του ξαναέκτισαν το κάστρο της Ασκαλώνας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στο πρώτο μισό του 1192.
Παράλληλα, τους σταυροφόρους απασχολούσε η διαμάχη του Γκυ με τον Κορράδο για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Ο Ριχάρδος κατάλαβε ότι κανένας αξιωματούχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ δεν ήθελε να έχει ξανά για βασιλιά του τον Γκυ και απέσυρε την υποστήριξή του από αυτόν. Τον Απρίλιο του 1192 οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν την Κύπρο στον Ριχάρδο επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της σκληρής διακυβέρνησής τους και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει. Λίγο αργότερα ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκι ντε Λουζινιάν, σαν αντάλλαγμα για την παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.
Στις 28 Απριλίου του 1192, λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από δύο Χασασσίνους. Οι Χασσασίνοι είχαν διαφορές μαζί του. Ο Κορράδος λίγο καιρό νωρίτερα είχε αρπάξει εμπόρευμα που ανήκε στους Χασσασίνους και αρνιόταν να το επιστρέψει. Αρκετοί σταυροφόροι κατηγόρησαν τον Ριχάρδο ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Ερρίκο της Καμπανίας για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής ξανά χωρίς βασιλιά.
Τον Ιούνιο του 1192 ο Ριχάρδος προχώρησε ξανά προς την Ιερουσαλήμ. Στρατοπέδευσε στην Χεβρώνα, όπου ήταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να δει την Ιερουσαλήμ. Ο Σαλαντίν όλον αυτόν τον καιρό είχε ενισχύσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ και είχε επιχωματώσει τα πηγάδια και είχε καταστρέψει τις πηγές γύρω από την πόλη ώστε οι σταυροφόροι να μην μπορούν να βρουν πόσιμο νερό. Ο Σαλαντίν βρισκόταν με ένα μέρος του στρατού μέσα στην πόλη και ο υπόλοιπος στρατός του ήταν στα βουνά της γύρω περιοχής. Οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν ένα σοβαρό δίλημα, την υποχώρηση και την ντροπή ή την επίθεση και την καταστροφή. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σαλαντίν ήταν να περιμένει. Τελικά ο Ριχάρδος, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμη κι αν κατάφερνε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ δεν θα κατάφερνε να την κρατήσει, διέταξε υποχώρηση. Ένα σχέδιο να κατευθυνθεί στην Αίγυπτο και να καταλάβει το Κάιρο απέτυχε. Στην οπισθοχώρηση η πειθαρχία χαλάρωσε υπερβολικά, πολλοί σταυροφόροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε επίθεση στην Αίγυπτο και έτσι ο στρατός επέστρεψε στην Άκρα.

 Μάχη της Γιάφας


Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).
Σχεδόν ταυτόχρονα με την υποχώρηση των σταυροφόρων ο Σαλαντίν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στη Γιάφα. Η πόλη κατελήφθη γρήγορα από τους σαρακηνούς και η φρουρά της κλείστηκε στο κάστρο της πόλης.Τα νέα έφτασαν στην Άκρα και όταν τα έμαθε ο Ριχάρδος επέλεξε κάποιους από τους άνδρες του και επιβιβάστηκαν σε 7 πλοία με κατεύθυνση τη Γιάφα. Ο υπόλοιπος στρατός θα έφτανε από την ξηρά.
Φτάνοντας στη Γιάφα ο Ριχάρδος με τους άντρες του απόβιβαστηκαν και κατάφεραν μέχρι να πέσει η νύχτα να διώξουν τους μουσουλμάνους από την πόλη. Το πρωί έφτασε ο υπόλοιπος σταυροφορικός στρατός. Ο Σαλαντίν διέταξε ξανά επίθεση και η μάχη έξω από τη Γιάφα διήρκεσε αρκετές ώρες μέχρι να διατάξει τους άντρες του να υποχωρήσουν. Η μάχη τελείωσε με νίκη των σταυροφόρων. Είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους και είχαν σιγουρέψει την κυριαρχία τους στη Γιάφα. Για αυτούς τους λόγους το ηθικό και η αυτοπεποίθησή τους ήταν αρκετά μεγάλα ενώ των σαρακηνών και του Σαλαντίν είχαν πέσει πάρα πολύ καθώς συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να εκδιώξουν μια και καλή τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη. Η μάχη έδειξε και στους δύο αντιπάλους ότι ήταν ισοδύναμοι. Οι σταυροφόροι κατείχαν σταθερά τα παράλια και οι σαρακηνοί το εσωτερικό, αλλά κανένας δεν ήταν τόσο ισχυρός ώστε να κυριαρχήσει και στα παράλια και στην ενδοχώρα.

 Συμφωνία ειρήνης

Ο Ριχάρδος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στις κτήσεις του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του.Έτσι, έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:
  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνας θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ριχάρδος με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γοήτρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στις κτήσεις του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

 Τα μετέπειτα γεγονότα

Ο Σαλαντίν πέθανε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του[1]. Μετά το θανατό του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδερφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.
Ο Γκυ πέθανε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί (ή Αμάλριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο.
Ο Ερρίκος της Καμπανίας πέθανε το 1197 πέφτοντας από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.
Ο Ριχάρδος δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκο ΣΤ'. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος με τον Ταγκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας,συζύγου του Ερρίκου, στον σικελικό θρόνο. Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μονφερρά. Ο Ριχάρδος απελευθερώθηκε το 1194 αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη βασιλική εξουσία του Ριχάρδου, και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Πέθανε από γάγγραινα λίγο αργότερα.Μετά το θάνατό του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως, απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία.
Η αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας να καταλάβει την Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ' Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα.
Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.πηγή Βικιπαιδεία

 κι ενα άρθρο από τήν http://greekheraldry.com/

Γ' Σταυροφορία

Μετά τήν κατάληψη της Ιερουσαλήμ τόν Οκτώβριο του 1187, ο Σαλαδίνος έστειλε πρεσβεία στή “Θεοφύλακτη” γιά νά ανακοινώσει τή νίκη του. Ο Ισαάκιος Β’ έσπευσε νά απαντήσει, στέλνοντας δική του πρεσβεία στόν σουλτάνο, στίς αρχές του 1188, ζητώντας τήν ανανέωση της συμμαχίας τους καί προειδοποιώντας τον, ότι ετοιμαζόνταν μία νέα σταυροφορία από τή Δύση. Οι Λατίνοι χρονογράφοι καταγγέλουν ακόμα καί σήμερα τήν “ελληνική δολιότητα”, παραβλέποντας τά δεινά πού προξένησαν οι προηγούμενοι σταυροφόροι στό πέρασμά τους, από τά εδάφη της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, παραβλέποντας τό μίσος των Ρωμιών πρός τούς Ιταλούς εμπόρους πού εκμεταλεύονταν τό εμπόριο στήν Ανατολή, χωρίς νά πληρώνουν ούτε ίχνος φόρου. Χειρότερα όμως ήταν τά δεινά πού είχαν προξενήσει οι Νορμανδοί της Κάτω Ιταλίας, οι οποίοι είχαν λεηλατήσει δεκάδες πόλεις της Μακεδονίας καί της Ιλλυρίας, συμπεριλαμβανομένης καί της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη, στίς 24 Αυγούστου 1185 είχε καταληφθεί από τούς Νορμανδούς καί η πτώση της είχε συνοδευτεί από σφαγές καί ανελέητες αγριότητες.,σύντομα όμως ανακτήθηκε από τον Στρατηγό Αλέξιο Βρανά ένα από τους τελευταίους άξιομνημόνευτους  στρατιωτικούς ηγέτες της  παρακμάζουσας Αυτοκρατορίας.
Aυτή η συμπεριφορά των Λατίνων, είχε οδηγήσει τούς Ρωμαίους σέ μία φιλικότερη συμπεριφορά πρός τούς Αραβες μουσουλμάνους. Ο Ισαάκιος, σάν ένδειξη φιλίας, είχε κατασκευάσει τέμενος στήν “Βασιλεύουσα”, όπου διαβάζονταν προσευχή στό όνομα του Αβασίδη χαλίφη πού υποστήριζε ο Σαλαδίνος, ενώ σέ αντάλλαγμα ο μεγάλος μωαμεθανός ηγέτης είχε παραχωρήσει τή διαχείριση της εκκλησίας του Πανάγιου Τάφου στούς έλληνες ιερείς.
Η Δυτική Ευρώπη έμαθε για τήν πτώση της Ιερουσαλήμ με κατάθλιψη. Παρ’ όλες τις εκκλήσεις που είχαν έρθει από το βασίλειο της Ιερουσαλήμ τα τελευταία χρόνια, κανένας στη Δύση, δεν είχε αντιληφθεί πόσο επείγων ήταν ο κίνδυνος. Οι ιππότες και οι προσκυνητές που είχαν ταξιδέψει στην Ανατολή είχαν βρει στα φραγκικά κράτη μια ζωή πιο πολυτελή και πιο εύθυμη από ο,τιδήποτε ανάλογο είχαν γνωρίσει στον τόπο τους. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πόσο ασταθής ήταν όλη αυτή η ευημερία. Τώρα, ξαφνικά, άκουσαν ότι όλ’ αυτά είχαν τελειώσει. Ο χριστιανικός στρατός είχε καταστραφεί, ο Τίμιος Σταυρός, το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, ήταν στα χέρια των απίστων και η ίδια η Ιερουσαλήμ είχε καταληφθεί. Στο διάστημα λίγων μηνών ολόκληρο το οικοδόμημα της φραγκικής Ανατολής είχε καταρρεύσει. Αν επρόκειτο να διασωθεί κάτι από τα ερείπια, έπρεπε να σταλεί βοήθεια, και να σταλεί γρήγορα. Οι πρόσφυγες που είχαν επιζήσει από τη συμφορά είχαν σωρευτεί πίσω από τα τείχη της Τύρου τά οποία υπερασπιζόταν το θάρρος καί η ενεργητικότητα του Conrad de Montferrat.
Ο βασιλιάς της Γερμανίας, Kaiser Friedrich I έδειξε τό μεγαλύτερο ζήλο καί ουσιαστικά ξεκίνησε τήν Τρίτη Σταυροφορία. Στις 11 Μαΐου 1189, έφυγε απ’ το Ρέγκενσμπουργκ μέ ένα στράτευμα εξαιρετικά οργανωμένο και πειθαρχημένο, που, σύμφωνα με ορισμένους χρονογράφους, αριθμούσε στο ξεκίνημα του κάπου 100.000 άντρες. Ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη από την Ουγγαρία. Ο βασιλεύς Bela του έκανε φιλική υποδοχή και του παρέσχε κάθε ευκολία κατά τη διάβασή του από την Ουγγαρία. Στις 23 Ιουνίου πέρασε το Δούναβη στο Βελιγράδι και μπήκε στο βυζαντινό έδαφος. Ο Ρωμηός αυτοκράτωρ Ισαάκιος άγγελος δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να χειρισθεί αυτή τήν κατάσταση, αλλά ούτε καί τά τεράστια προβλήματα ταλάνιζαν τό κράτος. Η Κύπρος βρισκόταν σε εξέγερση υπό τον αποστάτη Ισαάκιο Κομνηνό και τον Στρατηγό Μιχαήλ Βρανά. Η Κιλικία είχε καταληφθεί από τους Αρμενίους. Οι Τούρκοι εισέβαλλαν στις αυτοκρατορικές επαρχίες στην κεντρική και νοτιοδυτική Ανατολία και οι Νορμανδοί είχαν εξαπολύσει μια μεγάλη επίθεση στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, ενώ τόσο οι Σέρβοι όσο καί οι Βούλγαροι είχαν επαναστατήσει ξανά.
Μόλις ο γερμανικός στρατός πέρασε τον Δούναβη, άρχισαν τα επεισόδια. Ληστές, Σέρβοι και Βούλγαροι, χτυπούσαν τους βραδυπορούντες και ο λαός της υπαίθρου ήταν τρομαγμένος και εχθρικός. Οι Γερμανοί αμέσως κατηγόρησαν τους Βυζαντινούς ότι εξωθούσαν τους ανθρώπους σ’ αυτή την εχθρότητα. Η ασυνεννοησία Ελλήνων καί Γερμάνων, ώθησε τόν Φρειδερικό Βαρβαρόσσα νά καταλάβει τήν Φιλιππούπολη καί από εκεί έστειλε αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσουν το ζήτημα της διαβάσεως των στρατευμάτων του στην Ασία. Ο Ισαάκιος τους έριξε στη φυλακή, έχοντας σκοπό να τους κρατήσει ως ομήρους. Οι Γερμανοί όμως ήταν πανίσχυροι καί σέ όλες τίς αψιμαχίες κατετρόπωναν τά αυτοκρατορικά στρατεύματα.
Τελικά ο Ισαάκιος απέλυσε τους Γερμανούς πρέσβεις, συμφώνησε ειρήνη στην Αδριανούπολη καί έδωσε ομήρους μέ τήν υπόσχεση να διαθέσει πλοία στόν Barbarossa, γιά νά διαβεί από τα Δαρδανέλια στήν Μικρά Ασία. Τον Μάρτιο του 1190, ολόκληρο το εκστρατευτικό του σώμα βάδισε στην Καλλίπολη, και με τη βοήθεια βυζαντινών πλοίων πέρασε στην Ασία, προς ανακούφιση του βυζαντινού αυτοκράτορα και των υπηκόων του. Έφθασε στη Λαοδίκεια στις 27 Απριλίου 1190, τριάντα ημέρες μετά τη διάβασή του από τα Δαρδανέλια. Από εκεί κινήθηκε στην ενδοχώρα από το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Μανουήλ κατά τη μοιραία πορεία του προς το Μυριοκέφαλον και στις 3 Μαΐου, ύστερ’ από μια αψιμαχία με τους Τούρκους, πέρασε από την τοποθεσία του πεδίου της μάχης, όπου φαίνονταν ακόμα τα κόκαλα των πεσόντων. Βρισκόταν τώρα σε έδαφος ελεγχόμενο από τον Σελτζούκο Σουλτάνο. Ήταν φανερό ότι ο Kilidj Arslan, παρά τις υποσχέσεις του, δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει τους σταυροφόρους να περάσουν ειρηνικά μέσ’ από τις κτήσεις του. Αλλά, φοβισμένος από το μέγεθος του στρατού των, περιορίστηκε να τον παρακολουθεί από κοντά, να πιάνει βραδυπορούντες και να δυσχεραίνει την αναζήτηση τροφίμων. Αυτή η τακτική υπήρξε αποτελεσματική. Η πείνα και η δίψα καθώς και τα τουρκικά βέλη άρχισαν να προξενούν απώλειες. Προχωρώντας γύρω από την άκρη των βουνών του Σουλτάν Νταγ επάνω στον παλιό δρόμο από το Φιλομήλιον προς ανατολάς, ο Frederick κατέλαβε στο Ικόνιο στις 17 Μαΐου 1190.
Το δύσκολο πέρασμα του οροπεδίου της Μικράς Ασίας, που είχε αποβεί μοιραίο σε τόσες προηγούμενες Σταυροφορίες, είχε πραγματοποιηθεί χωρίς εμπόδια χάρη στην πειθαρχία και στη θαυμαστή επιμελητεία του γερμανικού στρατού. Death of Frederick of Germany Ο Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα δεν έμεινε πολύ μέσα στα τείχη, κινήθηκε προς Καραμάν, και από εκεί οδήγησε το στρατό του μέσα από τις διαβάσεις του Ταύρου χωρίς αντίσταση, προς τη νότια ακτή, στη Σελεύκεια. Τον λιμένα κατείχαν τώρα οι Αρμένιοι, οι οποίοι τόν δέχτηκαν σάν σύμμαχο.
Η προσέγγιση της μεγάλης γερμανικής στρατιάς έσπειρε τον πανικό στο μουσουλμανικό κόσμο. Τόσος ήταν ο φόβος των στρατηγών του Σαλαδίνου που εκκένωσαν τα οχυρά των συνόρων Συρίας και Κιλικίας, όπως το Μπαγκράς, που πριν λίγο είχαν καταχτηθεί απ’ τον αφέντη τους. Ο ίδιος ο Σαλαδίνος έβαλε και γκρέμισαν τα τείχη της Σιδώνας, της Καισάρειας και της Γιάφας, γιατί πίστευε πως οι πόλεις αυτές δεν ήταν δυνατό να υπερασπιστούν. Αν ο Αλλάχ, λέει ο άραβας ιστορικός Ιμπν αλ-Αθίρ, δεν είχε ευδοκήσει να δείξει την καλοσύνη του στους Μουσουλμάνους προκαλώντας το θάνατο του βασιλιά των Γερμανών, τη στιγμή ακριβώς που θα έμπαινε στη Συρία, θα ‘γραφαν σήμερα: «Η Συρία και η Αίγυπτος ανήκαν κάποτε στο Ισλάμ». Πραγματικά ανάμεσα στο μεγάλο γερμανικό στρατό που ξεπρόβαλε στα βόρεια και στους γαλλοαγγλικούς στρατούς που επρόκειτο ν’ αποβιβαστούν στον Άγιο Ιωάννη της Ακρας, η μουσουλμανική Συρία θα συντριβόταν οπωσδήποτε.
Στις 10 Ιουνίου του 1190 όμως, ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας πνίγηκε στα νερά του Καλύκαδνου, ενός μικρού ποταμού της Κιλικίας. Ο θάνατος του μεγάλου αυτοκράτορα υπήρξε σκληρό πλήγμα όχι μόνο για τους οπαδούς του, αλλά και για ολόκληρο τον φραγκικό κόσμο. Ο στρατός του έπεσε σε κατάπτωση, έχασε το ηθικό του. Στερημένος από ατομική πρωτοβουλία, ο τεράστιος αυτός στρατός έγινε ένας συρφετός χωρίς ψυχή, και οι Μουσουλμάνοι αιχμαλώτιζαν χωρίς αντίσταση ολόκληρα αποσπάσματα. Ο γιος του νεκρού αυτοκράτορα, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας (Frederick of Swabia), δείχθηκε ανίκανος να σταματήσει την υλική και ηθική αυτή αποσύνθεση. Ένα μέρος απ’ τους αρχηγούς και τους άντρες τους γύρισαν στην Ευρώπη. Οι υπόλοιποι πήγαν δια θαλάσσης να ενωθούν με τους σταυροφόρους του Conrad of Montferrat στήν Τύρο.
Στίς χώρες της Εσπερίας, σχηματίστηκαν άλλοι δύο στρατοί γιά τήν απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, υπό τήν ηγεσία των πανίσχυρων βασιλέων της Γαλλίας Φιλίππου του Αυγούστου (Philip Augustus) καί της Αγγλίας Ριχάρδου Α’ του Λεοντόκαρδου (Richard I of England). Τό γαλλικό στράτευμα έφθασε στήν Ακρα τόν Απρίλιο του 1191, ενώ ο αγγλικός στόλος αποβιβάστηκε στήν Κύπρο καί τήν κατέλαβε, αρχίζοντας έτσι γιά τό μοιραίο νησί της Αφροδίτης μία μακραίωνη περίοδο ξενικής κατοχής. Οι σταυροφόροι, πού είχαν ξεκινήσει γιά νά εκδιώξουν τούς άπιστους από τήν Ιερουσαλήμ, κατελάμβαναν ελληνικά εδάφη, δικαιώνοντας έτσι τήν  πολιτική της Αυλής της Κωνσταντινούπολης.  Ο Richard the Lionheart, θά πουλούσε αργότερα τήν Κύπρο στόν Γκύ ντε Λουζινιάν, η οικογένεια του οποίου θά διοικούσε τό νησί μέχρι τό 1489.
Από τήν Κύπρο ο Richard I the Lion-Hearted αναχώρησε για τούς Αγιους Τόπους καί γιά τήν πολιορκία της Ακρας (Acre), η οποία παραδόθηκε στούς Σταυροφόρους στίς 12 Ιουλίου 1191. Μετά από μία διαφωνία μέ τόν Σαλαδίνο, όσο αφορά τήν τύχη των αιχμαλώτων, ο Λεοντόκαρδος διέταξε τη σφαγή δύο χιλιάδων εφτακοσίων επιζώντων από τη φρουρά της Acre. Οι στρατιώτες του επιδόθηκαν με προθυμία στο έργο της σφαγής, ευχαριστώντας το Θεό, Richard massacre prisonniers σύμφωνα μέ τούς Λατίνους χρονικογράφους, γι’ αυτή την ευκαιρία να εκδικηθούν για τους συντρόφους των που είχαν σκοτωθεί προ της πόλεως. Οι γυναίκες και τα παιδιά των αιχμαλώτων σφάχτηκαν στο πλευρό τους. Οι προφυλακές των Σαρακηνών που ήσαν πιο κοντά στην Acre, είδαν τα γενόμενα και όρμησαν να σώσουν τους συμπατριώτες των, αλλά παρ’ όλο ότι πολέμησαν ως το βράδυ, δεν μπόρεσαν ν’ ανοίξουν δρόμο και να φθάσουν ως αυτούς. Όταν τελείωσε η σφαγή, οι Άγγλοι άφησαν το μέρος με τα ακρωτηριασμένα και αποσυντιθέμενα πτώματα και οι μωαμεθανοί μπόρεσαν να πλησιάσουν και ν’ αναγνωρίσουν τους μαρτυρήσαντες φίλους των. Αυτός ήταν ο Richard the Lionheart.
Πέρα από τήν κατάληψη της Ακρας, ο Ριχάρδος Λεοντόκαρδος δέν μπόρεσε νά πετύχει τίποτα ουσιαστικό, έχοντας απέναντί του έναν ισάξιο σε γενναιότητα στρατιώτη, όπως ήταν ο Σαλαντίν. Η Ιερουσαλήμ θά έμενε υπό μουσουλμανική κατοχή γιά αρκετούς αιώνες ακόμα. Ο Αγγλος βασιλεύς αποφάσισε νά διαπραγματευτεί, διότι τα γεγονότα στό βασίλειο του, τόν καλούσαν πίσω. Στην απουσία του, ο Richard coeur de lion Φίλιππος Αύγουστος κι ο Ιωάννης ο Ακτήμων είχαν αρχίσει ν’ αρπάζουν το βασίλειό του. Επειδή βιαζόταν να γυρίσει, έκλεισε με τον Σαλαδίνο, στις 3 Σεπτέμβρίου 1192, μιαν ειρήνη συμβιβασμού βασισμένη στο χάρτη των επιχειρήσεων. Οι Φράγκοι έπαιρναν την περιοχή που είχαν καταλάβει με τα όπλα τους, δηλαδή την παραθαλάσσια ζώνη απ’ την Τύρο ως τη Γιάφα. Το εσωτερικό με την Ιερουσαλήμ έμενε στην εξουσία του Σαλαδίνου, μα ο Σουλτάνος παραχωρούσε, με κάθε εγγύηση, στους χριστιανούς την ελευθερία του προσκυνήματος στην Αγία Πόλη. Ο Σαλαδίνος εγκαινίαζε το νέο καθεστώς δεχόμενος στην Ιερουσαλήμ με θαυμαστή αβρότητα τους επισκόπους, τους φεουδάρχες και ιππότες, τους χθεσινούς αντιπάλους του, που έρχονταν πριν μπαρκάρουν για να εκπληρώσουν το τάμα τους στον Πανάγιο Τάφο.
Ο Saladin ήταν μόνο πενήντα τεσσάρων ετών αλλά ήταν κουρασμένος και άρρωστος από όλους τους αγώνες του πολέμου. Παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ ώσπου άκουσε ότι ο Richard είχε αποπλεύσει από την Acre, απασχολούμενος με την πολιτική διοίκηση της επαρχίας της Παλαιστίνης. Ήλπιζε τότε να επισκεφθεί την Αίγυπτο και κατόπιν να εκπληρώσει την ευλαβή φιλοδοξία του ενός προσκυνήματος στη Μέκκα. Αλλά το καθήκον τον καλούσε στη Δαμασκό. Αφού επί τρεις εβδομάδες περιήλθε τις χώρες που είχε κατακτήσει και συνάντησε τον Bohemund στη Βηρυτό για να υπογράψει μαζί του μια οριστική συνθήκη ειρήνης, έφθασε στη Δαμασκό στις 4 Νοεμβρίου. Εκεί τον περίμενε όγκος εργασίας που είχε συσσωρευτεί κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών που πέρασε μαζί με το στρατό. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και με τα τόσα πολλά που είχε να κάνει στην πρωτεύουσά του, ανέβαλε το ταξίδι του στην Αίγυπτο και το προσκύνημά του. Όταν είχε καιρό να διαθέσει άκουγε συζητήσεις ανθρώπων που ήσαν μελετημένοι στη φιλοσοφία και καμιά φορά πήγαινε κυνήγι. Αλλά όσο προχωρούσαν οι μήνες του χειμώνα, εκείνοι που τον γνώριζαν καλύτερα είδαν ότι η υγεία του δεν πήγαινε καλά. Παραπονιόταν για μεγάλη κούραση και ότι λησμονούσε εύκολα. Με μεγάλη δυσκολία κατέβαλλε προσπάθειες για να δεχτεί σε ακροάσεις. Την Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 1193, έκανε κουράγιο να βγει να υποδεχτεί τους προσκυνητές που γύριζαν από τη Μέκκα. Το ίδιο βράδυ παραπονέθηκε για πυρετό και για πόνους. Υπέφερε την αρρώστια του με υπομονή και ηρεμία, ξέροντας καλά ότι το τέλος του πλησίαζε. Την 1η Μαρτίου έπεσε σε αφασία. Ο γιος του, al-Afdal, έφυγε βιαστικά για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των εμίρηδων, μόνο ο καδής της Δαμασκού και μερικοί πιστοί υπηρέτες έμειναν κοντά στο προσκέφαλο του σουλτάνου. Την Τετάρτη, 3 Μαρτίου 1193, ενώ ο καδής επαναλάμβανε τα λόγια του Κορανίου επάνω του και έφθανε στο εδάφιο “δεν υπάρχει Θεός παρά Εκείνος, σ’ Αυτόν εμπιστεύομαι”, ο ετοιμοθάνατος άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε και πήγε εν ειρήνη στον Κύριό του.Δυστυχώς η πιό μεγάλη ευκαιρία με το θάνατο του μεγάλου αυτου Άραβα ηγέτη πέρασε ανευκμετάλευτη και η Γ’ Σταυροφορία δεν απέφερε κανένα ουσιαστικό όφελος στα χριστιανικά κράτη.Μιά δεκαετία αργότερα η “Δ’ Σταυροφορία” θα κατέλυε την Ανατολική Ρωμαικη Αυτοκρατορία  και θα προετοίμαζε το έδαφος για τους Οθωμανους Τουρκους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: