Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας και η νέα οικονομία της ανθεκτικότητας-ΗΠΑ : Ο Τραμπ και η επιστροφή των σφαιρών επιρροής

 


Ατσαλάκης Γιώργος, Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής- Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης

Σε ένα κόσμο που περνά από  την παγκοσμιοποίηση της αποδοτικότητας στη γεωοικονομία της ασφάλειας, η  συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump με τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping στην Ουάσινγκτον δεν αφορά μόνο τους δασμούς, το εμπορικό ισοζύγιο ή τις διμερείς σχέσεις. Ο Xi πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις 23 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ η επίσημη υποδοχή στον Λευκό Οίκο έχει προγραμματιστεί για τις 24 Σεπτεμβρίου. Στην ατζέντα βρίσκονται το εμπόριο, οι σπάνιες γαίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι περιορισμοί στην τεχνολογία και ευρύτερα ζητήματα στρατηγικής σταθερότητας.

Πίσω όμως από τις επιμέρους διαπραγματεύσεις βρίσκεται μια πολύ βαθύτερη μεταβολή. Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου προσπαθούν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: πώς μπορεί μια οικονομία να παραμένει ανοικτή και ταυτόχρονα να μην είναι ευάλωτη;

Επί τρεις περίπου δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση οργανώθηκε γύρω από την αποδοτικότητα. Οι επιχειρήσεις αναζητούσαν το φθηνότερο εργοστάσιο, τον οικονομικότερο προμηθευτή και τη συντομότερη αλυσίδα παραγωγής. Η βασική αρχή ήταν απλή: παράγεις εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλότερο και μεταφέρεις το προϊόν εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.

Σήμερα αυτή η λογική αλλάζει. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «πού παράγεται φθηνότερα;», αλλά και «τι συμβαίνει αν αύριο αυτός ο προμηθευτής σταματήσει να μας προμηθεύει;».

Η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε στρατηγικό κίνδυνο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αποτελούν ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Οι δύο οικονομίες παραμένουν βαθιά αλληλεξαρτώμενες, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να μειώσουν τις πιο κρίσιμες εξαρτήσεις τους.

Η Ουάσινγκτον επιδιώκει μεγαλύτερη εγχώρια ή συμμαχική παραγωγική ικανότητα στους ημιαγωγούς, στις μπαταρίες, στα κρίσιμα ορυκτά και στις προηγμένες τεχνολογίες. Το Πεκίνο, από την άλλη πλευρά, επιταχύνει την τεχνολογική του αυτονομία, προσπαθώντας να μειώσει την εξάρτηση από αμερικανικά chips, λογισμικό και τεχνολογικές πλατφόρμες.

Παράλληλα, οι σπάνιες γαίες έχουν εξελιχθεί σε κεντρικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η αμερικανική πλευρά πιέζει για χαλάρωση των κινεζικών περιορισμών στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, ενώ η Κίνα ζητεί χαλάρωση των περιορισμών πρόσβασης σε προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς εμπορικό. Ένας προηγμένος ημιαγωγός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα αυτοκίνητο, σε ένα data center, σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης ή σε στρατιωτικό εξοπλισμό. Μια σπάνια γαία μπορεί να είναι απαραίτητη για ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρονικά και προηγμένα αμυντικά συστήματα. Αυτό σημαίνει ότι οι αλυσίδες εφοδιασμού δεν αποτελούν πλέον απλούς εμπορικούς μηχανισμούς. Έχουν μετατραπεί σε υποδομές εθνικής ισχύος.

Από την αποδοτικότητα στην ανθεκτικότητα: Η οικονομική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει αυτάρκεια. Καμία μεγάλη οικονομία δεν μπορεί να παράγει μόνη της τα πάντα χωρίς τεράστιο κόστος. Σημαίνει, όμως, ότι οι κρίσιμες εξαρτήσεις πρέπει να είναι διαχειρίσιμες.

Μια οικονομία είναι ανθεκτική όταν διαθέτει εναλλακτικούς προμηθευτές ενέργειας, διαφοροποιημένες εμπορικές σχέσεις, ασφαλή ψηφιακά δίκτυα, επαρκή παραγωγική βάση και τη δυνατότητα να συνεχίσει να λειτουργεί όταν μια κρίσιμη διεθνής ροή διακοπεί. Αυτή ακριβώς είναι η μετάβαση από την απλή οικονομική αποδοτικότητα στη στρατηγική ανθεκτικότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι η ανθεκτικότητα κοστίζει. Η πιο αποδοτική επιχείρηση μπορεί να διαθέτει έναν μόνο προμηθευτή, ελάχιστα αποθέματα και ένα μεγάλο εργοστάσιο σε μια χώρα χαμηλού κόστους. Η πιο ανθεκτική επιχείρηση χρειάζεται δύο ή τρεις προμηθευτές, περισσότερα αποθέματα, διαφορετικές μεταφορικές διαδρομές και συχνά παραγωγικές εγκαταστάσεις σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Με στενά λογιστικούς όρους, αυτό είναι ακριβότερο. Με γεωοικονομικούς όρους, όμως, είναι μια μορφή ασφάλισης. Οι ΗΠΑ και η Κίνα ουσιαστικά διαπραγματεύονται σήμερα όχι το τέλος της μεταξύ τους αλληλεξάρτησης, αλλά τους όρους αυτής της αλληλεξάρτησης.

Η τεχνητή νοημοσύνη στο κέντρο της νέας αντιπαράθεσης: Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει μια νέα διάσταση. Οι δύο κυβερνήσεις έχουν ήδη συμφωνήσει να δημιουργήσουν επίσημο διάλογο για θέματα ασφάλειας της AI, ενώ έχει ανακοινωθεί νέα συνάντηση αξιωματούχων στη Shenzhen μέσα στους επόμενους δύο μήνες. Οι συζητήσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, μηχανισμούς επικοινωνίας σε περίπτωση περιστατικών που σχετίζονται με προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Αυτό είναι σημαντικό, επειδή η AI δεν είναι απλώς μια νέα εφαρμογή λογισμικού. Προϋποθέτει μια τεράστια υλική υποδομή: προηγμένους ημιαγωγούς, data centers, ηλεκτρική ενέργεια, δίκτυα, συστήματα ψύξης, δεδομένα και εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, όποιος ελέγχει τα κρίσιμα επίπεδα αυτής της αλυσίδας αποκτά οικονομική αλλά και στρατηγική ισχύ.

Εδώ ακριβώς συναντώνται η τεχνολογία με την ανθεκτικότητα. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει ισχυρή οικονομία, αλλά αν εξαρτάται από έναν μόνο εξωτερικό προμηθευτή για προηγμένα chips, κρίσιμα ορυκτά ή cloud infrastructure, αυτή η εξάρτηση μπορεί σε περίοδο σύγκρουσης να μετατραπεί σε μοχλό πίεσης. Η ισχύς ενός κράτους στον 21ο αιώνα εξαρτάται όλο και περισσότερο από την πρόσβασή του σε κεφάλαια, ενέργεια, ημιαγωγούς, δεδομένα ψηφιακά δίκτυα και πολλά άλλα ΄δίκτυα.

Η νέα ισορροπία: όχι αποσύνδεση, αλλά «ελεγχόμενη εξάρτηση»: Αυτό εξηγεί γιατί μια πλήρης οικονομική αποσύνδεση ΗΠΑ–Κίνας είναι εξαιρετικά δύσκολη και πιθανότατα εξαιρετικά δαπανηρή.

Οι δύο χώρες μπορεί να ανταγωνίζονται σε AI, chips, μπαταρίες και κρίσιμες τεχνολογίες, αλλά εξακολουθούν να χρειάζονται η μία την αγορά, τα κεφάλαια, την τεχνολογία ή την παραγωγική βάση της άλλης σε πολλούς τομείς.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και μια αμερικανική startup μπαταριών, η EnerVenue, επέλεξε πρόσφατα να δημιουργήσει το πρώτο εργοστάσιό της στην Κίνα αντί στο Kentucky, επικαλούμενη το ανεπτυγμένο δίκτυο προμηθευτών, τη διαθέσιμη μηχανική τεχνογνωσία και το χαμηλότερο κόστος. Η περίπτωση δείχνει ότι η παραγωγική ανθεκτικότητα δεν δημιουργείται απλώς με δασμούς ή επιδοτήσεις· απαιτεί ολόκληρα βιομηχανικά οικοσυστήματα. Αντίστροφα πολλές κινέζικες νεοφυείς επιχειρήσεις προτιμούν να εισέρχονται στη χρηματιστήριο των ΗΠΑ.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα για την Ευρώπη. Το εργοστάσιο δεν είναι μόνο το κτίριο. Είναι οι προμηθευτές, οι μηχανικοί, το ενεργειακό δίκτυο, τα logistics, οι δεξιότητες, η χρηματοδότηση και η τεχνογνωσία που το περιβάλλουν.

Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας αφορά ολόκληρο τον κόσμο: Η συνάντηση Trump–Xi έχει επομένως μεγαλύτερη σημασία από μια κλασική εμπορική διαπραγμάτευση. Και οι δύο πλευρές έχουν συμφέρον να περιορίσουν τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης οικονομικής ρήξης, χωρίς όμως να εγκαταλείψουν τις προσπάθειες περιορισμού των στρατηγικών τους ευπαθειών.

Η Κίνα δηλώνει ότι επιδιώκει «στρατηγική σταθερότητα», περισσότερο διάλογο και διαχείριση των διαφορών, ενώ η αμερικανική πλευρά έχει συνδέσει τις συνομιλίες με ζητήματα εμπορίου, αθέμιτου ανταγωνισμού, κρίσιμων ορυκτών, επενδύσεων και τεχνολογίας.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα επιστροφή στην παλαιά παγκοσμιοποίηση. Πιθανότερο είναι να διαμορφώνεται μια διαφορετική παγκοσμιοποίηση: περισσότερη συνεργασία εκεί όπου τα συμφέροντα συμπίπτουν, περισσότερος ανταγωνισμός στις κρίσιμες τεχνολογίες και μεγαλύτερη διαφοροποίηση στις στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού.

Η βασική μονάδα μέτρησης της οικονομικής ισχύος αλλάζει. Δεν αρκεί πλέον μια χώρα να έχει υψηλό ΑΕΠ. Πρέπει να μπορεί να διατηρήσει την παραγωγή, την ενέργεια, τις ψηφιακές υπηρεσίες και τη χρηματοδότησή της όταν το διεθνές σύστημα δέχεται σοκ.

Δεν αρκεί να έχει πρόσβαση σε κρίσιμες ροές. Πρέπει να μπορεί να τις αντικαταστήσει όταν διακόπτονται. Δεν αρκεί να είναι αποδοτική. Πρέπει να μπορεί να απορροφά την κρίση.

Γι’ αυτό η οικονομική ανθεκτικότητα γίνεται ένας από τους σημαντικότερους δείκτες εθνικής ισχύος. Η ισχυρότερη χώρα δεν είναι απαραίτητα εκείνη που δεν εξαρτάται από κανέναν — κάτι σχεδόν αδύνατο στη σύγχρονη οικονομία. Είναι εκείνη που μπορεί να διαχειρίζεται τις εξαρτήσεις της και να εμποδίζει την αλληλεξάρτηση να μετατρέπεται σε μονομερή ευπάθεια.

Η συνάντηση ΗΠΑ–Κίνας μάς δείχνει ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Οι δύο υπερδυνάμεις δεν προσπαθούν απλώς να κερδίσουν περισσότερο εμπόριο. Προσπαθούν να αποφασίσουν ποια εξάρτηση μπορούν να αντέξουν, ποια τεχνολογία πρέπει να ελέγχουν και ποια δίκτυα δεν μπορούν να αφήσουν στα χέρια του άλλου.

Στον 21ο αιώνα, η οικονομική ισχύς δεν θα μετριέται μόνο από το πόσο φθηνά μπορείς να παράγεις.

Θα μετριέται από το πόσο γρήγορα μπορείς να προσαρμοστείς όταν ο κόσμος σταματήσει να λειτουργεί όπως τον ξέρουμε. https://www.epikaira.gr/

ΗΠΑ : Ο Τραμπ και η επιστροφή των σφαιρών επιρροής


Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για να περιγράψει μια Αμερική που μπορεί και πάλι να επιβάλλει τη θέλησή της. Απείλησε το Ιράν με «αφανισμό», υπερασπίστηκε τη στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, προανήγγειλε “αλλαγή καθεστώτος” στην Κούβα και παρουσίασε τη νέα συμφωνία για τη Γροιλανδία ως απόδειξη της επιστροφής της αμερικανικής ισχύος.

Η περιφρόνηση του Αμερικανού προέδρου για τους περιορισμούς που επιχειρούν να επιβάλουν οι διεθνείς θεσμοί δεν αποτελεί είδηση. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι επομένως το γεωγραφικό περίγραμμα της ισχύος που περιέγραψε. Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ δεν φαίνεται να αποσύρεται από τον υπόλοιπο κόσμο. Διεκδικεί αντίθετα προνομιακό χώρο μέσα σε αυτόν.

Το δυτικό ημισφαίριο βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίληψης. Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν πλέον σε απειλές να αποκτήσουν έρεισμα οπουδήποτε στην περιοχή και ότι θα χρησιμοποιήσουν, εάν χρειαστεί, τη στρατιωτική τους ισχύ για την προστασία των «ζωτικών εθνικών συμφερόντων» τους. Βενεζουέλα, Κούβα και Μεξικό εμφανίστηκαν έτσι στην ίδια ομιλία όχι απλώς ως διαφορετικά προβλήματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά ως τμήματα ενός χώρου στον οποίο η Ουάσιγκτον διεκδικεί ιδιαίτερο δικαίωμα παρέμβασης.

Η επιστροφή της γεωγραφίας

Υπάρχει κάτι πολύ γνώριμο σε αυτή τη «νέα πολιτική». Θυμίζει έντονα τη λογική του Δόγματος Μονρόε, όχι ως μηχανική επιστροφή στον 19ο αιώνα αλλά ως αντίληψη ότι οι μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν περιοχές στις οποίες τα συμφέροντά τους αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από εκείνα τρίτων χωρών.

Η Βενεζουέλα αποτελεί το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίζεται πλέον στην υπεράσπιση της ανατροπής και απαγωγής του Νικολάς Μαδούρο. Ο Τραμπ συνδέει ανοιχτά τη στρατιωτική επικράτηση με την αξιοποίηση του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας επισημαίνοντας πως στον νικητή ανήκουν τα λάφυρα. Η στρατιωτική ισχύς αποκτά έτσι και άμεσο οικονομικό περιεχόμενο.

Η Γροιλανδία δείχνει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας λογικής. Οι προηγούμενες απειλές περί αμερικανικής κατάκτησης του νησιού δεν έγιναν πράξη. Η συμφωνία που υπέγραψαν πρόσφατα ΗΠΑ, Δανία και Γροιλανδία στη Νέα Υόρκη αναγνωρίζει την κυριαρχία του Βασιλείου της Δανίας και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Γροιλανδών. Ταυτόχρονα όμως παραχωρεί στις ΗΠΑ μόνιμα διευρυμένες στρατιωτικές δυνατότητες και προβλέπει περιορισμούς στην παρουσία αντίπαλων δυνάμεων.

Η κατάληψη αντικαταστάθηκε από τη διαπραγμάτευση, αλλά η γεωπολιτική επιδίωξη παρέμεινε. Αυτή η αντίληψη έχει συνέπειες πολύ πέρα από την αμερικανική ήπειρο. Εάν οι ΗΠΑ επικαλούνται ιδιαίτερα δικαιώματα ασφαλείας στη δική τους περιφέρεια, γίνεται δυσκολότερο να απορρίψουν επί της αρχής τη λογική με την οποία άλλες μεγάλες δυνάμεις διεκδικούν δικές τους ζώνες προνομιακών συμφερόντων. Η Ρωσία χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια ανάλογη επιχειρηματολογία για τον μετασοβιετικό χώρο, ενώ η Κίνα αντιμετωπίζει την Ανατολική Ασία ως περιοχή στην οποία η αμερικανική στρατιωτική παρουσία περιορίζει τις δικές της επιδιώξεις.

Οι περιπτώσεις και οι αξιώσεις τους διαφέρουν. Η γενίκευση όμως της λογικής των σφαιρών επιρροής ευνοεί ένα διεθνές σύστημα όπου η γεωγραφική εγγύτητα και η διαφορά ισχύος αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την αρχή ότι τα ίδια δικαιώματα κυριαρχίας ισχύουν για όλα τα κράτη.

Η ισχύς συναντά τα όριά της

Υπάρχει όμως μια βαθύτερη αντίφαση στην εικόνα που παρουσίασε ο Τραμπ. Η ρητορική της αμερικανικής υπεροχής γίνεται πιο απόλυτη ακριβώς σε μια περίοδο κατά την οποία η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να μετατρέπει την ισχύ της σε πολιτικά αποτελέσματα αποδεικνύεται πολύ λιγότερο απόλυτη.

Το Ιράν είναι χαρακτηριστικό. Ο Τραμπ απείλησε από το βήμα του ΟΗΕ ότι η χώρα μπορεί να «αφανιστεί» εάν δεν υπάρξει συμφωνία. Την ίδια στιγμή όμως η αμερικανική κυβέρνηση δηλώνει ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις και η Τεχεράνη προσφέρει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ εφόσον μειωθεί η αμερικανική στρατιωτική πίεση και αρθεί ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών.

Η ίδια αντίφαση διατρέχει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι ΗΠΑ διεκδικούν μεγαλύτερη ελευθερία να χρησιμοποιούν την ισχύ τους την ώρα που ανακαλύπτουν ότι η ισχύς από μόνη της δεν εξασφαλίζει πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ένας κόσμος λιγότερο αμερικανικός

Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο στοιχείο της ομιλίας στον ΟΗΕ. Ο Τραμπ περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο η χώρα του διεκδικεί μεγαλύτερο περιθώριο δράσης στις περιοχές που θεωρεί ζωτικές για τα συμφέροντά της. Πρόκειται όμως για έναν κόσμο που, εάν πράγματι διαμορφωθεί έτσι, δεν θα είναι αναγκαστικά περισσότερο αμερικανικός.

Οι ενδείξεις βρίσκονται ακόμη και στους διαδρόμους της ίδιας Γενικής Συνέλευσης. Καναδάς, Ευρωπαϊκή Ένωση, Βραζιλία, Κένυα και άλλες μεσαίες δυνάμεις επιχειρούν να δημιουργήσουν νέες μορφές συνεργασίας, ώστε να αυξήσουν το συλλογικό τους βάρος απέναντι στις μεγαλύτερες δυνάμεις.

Η πρωτοβουλία «Εταίροι για την Πολυμερή Συνεργασία» δεν συγκροτεί ακόμη κάποιο νέο μπλοκ και οι χώρες που συμμετέχουν έχουν συχνά πολύ διαφορετικά συμφέροντα. Η πολιτική της σημασία βρίσκεται αλλού. Εκφράζει την αναζήτηση μεγαλύτερου περιθωρίου αυτονομίας σε ένα διεθνές σύστημα όπου η οικονομική και στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιούνται ολοένα περισσότερο ως μέσα πίεσης.

Η γνωστή φράση του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ, ότι οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να συνεργαστούν επειδή «αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού», αποκτά σε αυτό το πλαίσιο πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η αντίδραση σε έναν κόσμο σφαιρών επιρροής δεν προέρχεται μόνο από τις δυνάμεις που αμφισβητούν ευθέως την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Εμφανίζεται και μεταξύ χωρών που δεν θέλουν η νέα διεθνής τάξη να τις υποχρεώσει να επιλέγουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, του Πεκίνου ή οποιασδήποτε άλλης μεγάλης δύναμης.

Εδώ βρίσκεται και μια δεύτερη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής. Η πίεση προς συμμάχους και εταίρους μπορεί να τους ωθήσει να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της άμυνας ή της οικονομικής τους ασφάλειας, όπως επιδιώκει ο Τραμπ. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να τους δώσει κίνητρο να οικοδομήσουν σχέσεις και θεσμούς που μειώνουν την ανάγκη να περνούν όλες οι σημαντικές επιλογές τους από την Ουάσιγκτον.

Η λογική των σφαιρών επιρροής λειτουργεί επομένως προς όλες τις κατευθύνσεις. Η αποδυνάμωση των κοινών κανόνων δεν διευρύνει μόνο την αμερικανική ελευθερία κινήσεων. Δίνει περισσότερο χώρο στο Πεκίνο, στη Μόσχα και σε περιφερειακές δυνάμεις που διαθέτουν αρκετή οικονομική ή στρατιωτική ισχύ για να πιέζουν τους γείτονές τους. Ταυτόχρονα παρακινεί μικρότερες και μεσαίες δυνάμεις να αναζητούν μεταξύ τους τρόπους προστασίας από αυτή την πίεση.

Γι’ αυτό και η επιστροφή της γεωγραφίας συνοδεύεται από ένα παράδοξο. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διευρύνει την αμερικανική ελευθερία δράσης περιορίζοντας τους κανόνες και τους θεσμούς που τη δεσμεύουν. Μπορεί όμως έτσι να επιταχύνει ακριβώς τη δημιουργία ενός πιο πολυκεντρικού συστήματος, στο οποίο τόσο οι αντίπαλοι όσο και ορισμένοι παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ θα αναζητούν μεγαλύτερη απόσταση από την Ουάσιγκτον. https://neostrategy.gr/

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου