ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΣΥΜΒΕΙ
Μια ανάγνωση της έντασης Ελλάδας–Τουρκίας–Ισραήλ μέσα από το Συλλογικό Ιστορικό Τραύμα
Παρακολουθώντας όσα συμβαίνουν στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι εύκολο να δούμε μόνο τη γεωπολιτική επιφάνεια: εξοπλισμούς, στρατιωτικές συμφωνίες, ενεργειακούς δρόμους, θαλάσσιες ζώνες, Συρία, Κύπρο και ανταγωνισμούς ισχύος. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Υπάρχει όμως και μια λιγότερο ορατή διάσταση: οι λαοί δεν συναντιούνται ποτέ μόνο στο παρόν. Συναντιούνται κουβαλώντας μαζί τους την Ιστορία τους. Και η Ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που θυμόμαστε. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να θυμόμαστε ή να φοβόμαστε την επανάληψη της.
Στην περιοχή μας συναντώνται σήμερα τέσσερις διαφορετικές ιστορικές μνήμες. Η Ελλάδα κουβαλά την εμπειρία της απώλειας, του ξεριζωμού και της εθνικής ήττας - από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τους διωγμούς των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κύπρο και τα Ίμια. Όμως το τραύμα της απώλειας δεν γεννά αναγκαστικά μόνο την εντολή «Μην υποχωρήσεις, γιατί μπορεί να χάσεις ξανά». Μπορεί να γεννήσει και την αντίστροφη: «Μην προκαλέσεις τη σύγκρουση, γιατί μπορεί να χάσεις ξανά». Έτσι, η ιστορική μνήμη της ήττας μπορεί να τροφοδοτεί ταυτόχρονα την καχυποψία απέναντι στην Τουρκία και μια βαθιά αποστροφή προς το ρίσκο της αντιπαράθεσης. Μέσα σε αυτή την αντίφαση μπορεί να διαβαστεί και η κατευναστική πολιτική: όχι απλώς ως διπλωματική επιλογή, αλλά ως πιθανή πολιτισμική στρατηγική διαχείρισης ενός παλιού φόβου - να μη βρεθούμε ξανά μπροστά σε μια απώλεια που δεν θα μπορούμε να αναστρέψουμε.
Η Τουρκία κουβαλά την κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας, την απώλεια εδαφών και τον φόβο του διαμελισμού: «Μην επιτρέψεις να σε περιορίσουν και να σε περικυκλώσουν ξανά».
Το Ισραήλ έχει συγκροτήσει μεγάλο μέρος της συλλογικής του συνείδησης γύρω από διωγμούς, πολέμους και την 7η Οκτωβρίου: «Ποτέ ξανά μην αφήσεις μια απειλή να γίνει υπαρξιακή».
Και η Κύπρος είναι ο τόπος όπου το τραύμα εξακολουθεί να έχει γεωγραφία: εισβολή, κατοχή, πρόσφυγες, αγνοούμενοι, διαίρεση. Η δική της εντολή μπορεί να είναι: «Μην ξαναβρεθείς απροστάτευτος».
Το συλλογικό τραύμα ασφαλώς δεν «προκαλεί» την εξωτερική πολιτική. Υπάρχουν πραγματικά συμφέροντα, απειλές, στρατιωτικοί συσχετισμοί και αναθεωρητικές στρατηγικές. Μπορεί όμως να λειτουργεί ως ε ρ μ η ν ε υ τ ι κ ό ς ε ν ι σ χ υ τ ή ς. Γιατί το τραύμα έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο. Δεν λέει απλώς «αυτό συμβαίνει». Λέει «αυτό ξανασυμβαίνει».
Και εδώ αρχίζει το επικίνδυνο σπιράλ. Η ελληνική πολιτική των τελευταίων ετών έχει επιλέξει μια σαφή στρατηγική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία: επενδύει στον διάλογο, στην αποφυγή κρίσεων και στη διαχείριση της έντασης, ακόμη και όταν η Άγκυρα διατηρεί ή διευρύνει τις διεκδικήσεις της. Μια τέτοια πολιτική μπορεί πράγματι να αποτρέψει μια άμεση σύγκρουση, έχει όμως και ένα σοβαρό στρατηγικό κόστος: δημιουργεί μια επικίνδυνη ασυμμετρία μάθησης. Η Αθήνα μπορεί να συμπεραίνει ότι «η αυτοσυγκράτηση απέτρεψε την κρίση», ενώ η Άγκυρα να καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα: ότι «η πίεση αποδίδει». Έτσι ο κατευνασμός κινδυνεύει να μην περιορίζει την αναθεωρητική πίεση, αλλά να την εκπαιδεύει - μετατοπίζοντας κάθε φορά λίγο πιο πέρα το όριο του τι θεωρείται εφικτό χωρίς ουσιαστικό κόστος.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος/σπιράλ:
πίεση – κατευνασμός – αποκλιμάκωση – νέα πίεση σε υψηλότερο επίπεδο.
Το Ισραήλ κινείται με μια διαφορετική στρατηγική κουλτούρα. Εκεί όπου η Ελλάδα προσπαθεί συχνά να απορροφήσει την κρίση, η ισραηλινή λογική έχει πολύ μικρότερη ανοχή στην ωρίμανση μιας αντιλαμβανόμενης απειλής: «μην περιμένεις να γίνει ο κίνδυνος μη αναστρέψιμος για να αντιδράσεις».
Έχουμε επομένως μέσα στο ίδιο ασταθές σύστημα μια Ελλάδα που επιδιώκει κυρίως τη διαχείριση της κρίσης, μια Τουρκία που διευρύνει τον στρατηγικό της χώρο και ένα Ισραήλ πολύ περισσότερο πρόθυμο να ενεργήσει προληπτικά. Και στη μέση βρίσκεται η Κύπρος.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Η ολοένα βαθύτερη στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ μπορεί ασφαλώς να ενισχύσει την αποτρεπτική τους ικανότητα. Αλλά οι συμμαχίες δεν μεταφέρουν μόνο όπλα, πληροφορίες και τεχνογνωσία. Μπορούν να μεταφέρουν και αντιλήψεις απειλής.
Και τότε το ελληνικό «να μη χάσουμε ξανά», το κυπριακό «να μη μείνουμε ξανά απροστάτευτοι» και το ισραηλινό «μην αφήσεις την απειλή να ωριμάσει» μπορούν να αρχίσουν να αλληλοενισχύονται.
Ο κίνδυνος είναι να αρχίσουμε να δανειζόμαστε τον φόβο του συμμάχου μας. Και μια συμμαχία είναι πολύτιμη όταν αυξάνει την ικανότητά σου να υπηρετείς τα δικά σου συμφέροντα. Γίνεται επικίνδυνη όταν αρχίζει να καθορίζει ποια πρέπει να θεωρείς δικά σου συμφέροντα και ποιους δικούς σου εχθρούς.
Υπάρχει όμως και η ηθική διάσταση. Η στενή σχέση με το Ισραήλ δημιουργεί ένα σοβαρό ηθικό δίλημμα εξαιτίας της γενοκτονικής πολιτικής στη Γάζα και των βαρύτατων διεθνών καταγγελιών για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κλπ.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, επειδή η διεθνής επιχειρηματολογία τους στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, στην απόρριψη της κατοχής και στην αρχή ότι η ισχύς δεν δημιουργεί από μόνη της δίκαιο. Αυτές οι αρχές δεν μπορούν να ισχύουν μόνο όταν μας προστατεύουν και να σιωπούν όταν δυσκολεύουν τις συμμαχίες μας.
Στο μεταξύ, όσο ενισχύεται ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, τόσο ευκολότερο είναι για την Τουρκία να τον εντάξει στον δικό της ιστορικό φόβο: «Μας περικυκλώνουν». Απαντά με μεγαλύτερη προβολή ισχύος. Η Ελλάδα και η Κύπρος βλέπουν αυτή την αντίδραση και θεωρούν ακόμη αναγκαία τη σχέση με το Ισραήλ. Το Ισραήλ βλέπει μια περισσότερο διεκδικητική Τουρκία και ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συνεργασία του μαζί τους.
Ο κύκλος κλείνει. Δεν χρειάζεται κανείς να έχει σχεδιάσει το αποτέλεσμα. Το σύστημα μπορεί να το παράγει μόνο του.
Και η τεράστια γεωπολιτική αστάθεια της περιοχής κάνει το σπιράλ ακόμη πιο επικίνδυνο. Γιατί σε ένα ασταθές περιβάλλον μπορεί κάποια στιγμή ένας δρών να σκεφτεί: «Ίσως αύριο οι συνθήκες να είναι χειρότερες για μένα. Πρέπει να κατοχυρώσω σήμερα ό,τι μπορώ». Τότε το «εξοπλίζομαι επειδή φοβάμαι» μπορεί να γίνει «εξοπλίζομαι επειδή εξοπλίζεται ο άλλος» και τελικά: «αν η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, ίσως είναι προτιμότερο να συμβεί όταν οι συσχετισμοί με ευνοούν».
Κι ενώ όλα αυτά συντελούνται γύρω μας - ενώ οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται, η Τουρκία δοκιμάζει διαρκώς τα όρια, το Ισραήλ αναδιατάσσει με τη βία τον περιφερειακό χάρτη και η Ελλάδα μοιάζει να μην έχει ακόμη αποφασίσει ποια χώρα θέλει να είναι - η ελληνική δημόσια σφαίρα μοιάζει να κατοικεί σε έναν παράλληλο χρόνο.
Η χώρα πενθεί συλλογικά τον Γιώργο Μαζωνάκη και περίπου διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονται στην παραλία της Θεσσαλονίκης για να τραγουδήσουν με τον Αντώνη Ρέμο.
Και βέβαια οι άνθρωποι δικαιούνται και να πενθούν και να τραγουδούν. Το παράδοξο βρίσκεται αλλού: μήπως έχουμε μάθει να συγκινούμαστε πολύ περισσότερο γι’ αυτά που μας αποσπούν από την Ιστορία παρά γι’ αυτά που μπορεί να την καθορίσουν; Και τότε, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτόν τον τόπο, θα ανακαλύψουμε ξαφνικά ότι η Ιστορία συνέβη - ενώ εμείς κοιτούσαμε αλλού.
Η εικόνα είναι σχεδόν αλληγορική. Οι μπάρες ανοίγουν και εκατοντάδες άνθρωποι αρχίζουν να τρέχουν. Τρέχουν πραγματικά, με όση δύναμη έχουν, για να προλάβουν μια καλύτερη θέση στη συναυλία, να βρεθούν λίγο πιο κοντά στη σκηνή, εκεί όπου συμβαίνει το γεγονός.
Θα ήταν πολύ εύκολο να τους ειρωνευτούμε. Και θα ήταν λάθος.
Γιατί το ενδιαφέρον στην εικόνα δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι τρέχουν. Είναι ότι μπορούν ακόμη να τρέξουν. Μπορούν να επιθυμήσουν κάτι τόσο πολύ ώστε να περιμένουν ώρες, να στριμωχτούν, να κινητοποιηθούν, να συγκεντρωθούν κατά χιλιάδες στον ίδιο τόπο.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία μας έχασε την επιθυμία της. Το ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Γιατί καμία κοινωνία δεν γεννιέται γνωρίζοντας τι είναι σημαντικό. Μαθαίνει τι αξίζει να θαυμάζει, να επιθυμεί, να αγοράζει, να φοβάται, για ποιο πράγμα αξίζει να περιμένει, να ταξιδέψει, να συγκινηθεί ή να θυμώσει. Και αυτή η εκπαίδευση δεν γίνεται μόνο στο σχολείο. Γίνεται καθημερινά από τις οθόνες, τη διαφήμιση, την τηλεόραση, τις πλατφόρμες, από τα πρόσωπα που προβάλλονται αδιάκοπα και από εκείνα που δεν προβάλλονται ποτέ.
Μια κοινωνία εκπαιδεύεται κυρίως από αυτά στα οποία μαθαίνει να στρέφει την προσοχή της. Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο αθέατες λειτουργίες του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται να σου απαγορεύσει να σκέφτεσαι. Δεν χρειάζεται καν να σου πει τι να σκέφτεσαι. Αρκεί να επηρεάζει αποφασιστικά για ποια πράγματα θα σκέφτεσαι. Η εξουσία πάνω στην προσοχή προηγείται συχνά της εξουσίας πάνω στη σκέψη.
Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε έναν πρωτοφανή μηχανισμό παραγωγής προσοχής και επιθυμίας: κοίτα εδώ, θύμωσε γι' αυτό, συγκινήσου μ' εκείνο, αγόρασε αυτό, φοβήσου το άλλο, δες το επόμενο, συνέχισε να σκρολάρεις. Δεν χρειάζεται κάποιο σκοτεινό κέντρο που τα σχεδιάζει όλα. Αρκεί η σύγκλιση ενός οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος που ευνοεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου: έναν άνθρωπο με αστείρευτη επιθυμία για κατανάλωση και εξασθενημένη επιθυμία για συμμετοχή και ευθύνη.
Κι εδώ εμφανίζεται ο Ρέμος. Όχι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Ο κάθε Ρέμος. Ο Ρέμος ως πολιτισμικό σημείο, ως θέαμα, ως «εμπειρία», ως οργανωμένη συγκίνηση. Μόνο που αυτή η συγκίνηση έχει συχνά κάτι το πλαστικό. Όχι επειδή είναι ψεύτικη. Οι άνθρωποι μπορεί πράγματι να συγκινούνται, να κλαίνε, να θυμούνται έναν έρωτα, έναν άνθρωπο που έχασαν, μια εποχή της ζωής τους. Το πλαστικό δεν βρίσκεται στην αλήθεια του αισθήματος αλλά στη βιομηχανική του μορφή. Είναι μια συγκίνηση προκατασκευασμένη, σκηνοθετημένη, επαναλήψιμη και έτοιμη προς κατανάλωση.
Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε π λ α σ τ ι κ ό σ υ ν α ί σ θ η μ α: ένα συναίσθημα που μπορεί να είναι απολύτως αληθινό τη στιγμή που βιώνεται, αλλά έχει οργανωθεί έτσι ώστε να καταναλωθεί χωρίς να αφήσει πίσω του υποχρεώσεις. Γιατί το πραγματικό συναίσθημα έχει συνέπειες. Η αγάπη ζητά παρουσία. Η θλίψη ζητά μνήμη. Η οργή απέναντι στην αδικία ζητά θέση. Η συμπόνια ζητά να πλησιάσεις τον άλλον. Το πλαστικό συναίσθημα ζητά κυρίως… το επόμενο συναίσθημα. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει συχνά και στις σύγχρονες "ερωτικές" μας σχέσεις.
Συγκινούμαι χωρίς να δεσμεύομαι. Θυμώνω χωρίς να πράττω. Πενθώ χωρίς να θυμάμαι. Συμμετέχω χωρίς να αναλαμβάνω ευθύνη. Ένταση χωρίς διάρκεια. Συγκίνηση χωρίς συνέπεια. Συμμετοχή χωρίς ευθύνη.
Και ίσως αυτή να είναι η ιδανική συναισθηματική κατάσταση του καταναλωτικού υποκειμένου: όχι ένας άνθρωπος που δεν αισθάνεται τίποτε, αλλά ένας άνθρωπος που αισθάνεται διαρκώς και δεν προλαβαίνει να μεταβολίσει τίποτε. Το ώριμο συναίσθημα χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Χρειάζεται να αντέξεις αυτό που ένιωσες αρκετά ώστε να αναρωτηθείς τι σημαίνει για τη ζωή σου. Το πλαστικό συναίσθημα δεν σου δίνει αυτόν τον χρόνο. Σου δίνει το επόμενο συναίσθημα, όπως τα προϊόντα στο ράφι ενός σούπερ μαρκετ.
Η βιομηχανία του θεάματος έχει καταλάβει κάτι θεμελιώδες: ο άνθρωπος δεν καταναλώνει μόνο πράγματα. Καταναλώνει αισθήματα. Συγκίνηση, ταύτιση, νοσταλγία, ερωτισμό, ένταση, συλλογικότητα, ακόμη και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Το γεγονός γίνεται εικόνα, η εικόνα περιεχόμενο και το περιεχόμενο επιστρέφει στις πλατφόρμες για να παραγάγει νέα προσοχή, νέα επιθυμία και νέα κατανάλωση.
Και κάπου εδώ αρχίζει η νηπιοποίηση του δυτικού υποκειμένου.
Όχι επειδή όποιος διασκεδάζει είναι νήπιο. Αυτό θα ήταν ανόητο και περιφρονητικό. Η νηπιοποίηση βρίσκεται αλλού. Το νήπιο κατοικεί σε έναν κόσμο που έχει κατασκευαστεί από άλλους. Δεν αποφασίζει τους κανόνες του, δεν οργανώνει τους θεσμούς του, δεν αναλαμβάνει ευθύνη για το μέλλον του. Κάποιος άλλος φροντίζει γι' αυτά. Εκείνο επιθυμεί, ζητά, καταναλώνει, δυσανασχετεί, χαίρεται, θυμώνει και περιμένει την επόμενη ικανοποίηση.
Κάπως έτσι εκπαιδεύεται και ο σύγχρονος πολίτης. Του ζητούν να είναι απολύτως ενήλικος όταν πρόκειται να εργαστεί, να πληρώσει φόρους και δάνεια, να ανταγωνιστεί, να αυτοβελτιωθεί, να αναλάβει την «ατομική του ευθύνη». Όταν όμως πρόκειται για τον κοινό κόσμο, του ζητείται να παραμένει παιδί. Κάποιος άλλος θα αποφασίσει για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τον πόλεμο και την ειρήνη, την παιδεία, την εργασία, το μέλλον των παιδιών του. Κι εκείνος θα επιλέξει κυρίως ανάμεσα σε προϊόντα, πλατφόρμες, κόμματα, πρόσωπα και εμπειρίες που έχουν ήδη τοποθετηθεί μπροστά του.
Ενηλικιώνεται ως καταναλωτής και νηπιοποιείται ως πολίτης.
Εδώ ακριβώς η διασκέδαση αποκτά πολιτική σημασία. Όχι επειδή υπάρχει κάτι κακό στο τραγούδι, στον χορό ή στη χαρά. Ένας πολιτισμός χωρίς γιορτή θα ήταν νεκρός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γιορτή δεν είναι πια ανάπαυση από τη συμμετοχή στον κοινό κόσμο, αλλά υποκατάστατό της. Όταν εκπαιδευόμαστε να είμαστε θεατές παντού: στη συναυλία, στην τηλεόραση, στην πολιτική, στον πόλεμο, στην καταστροφή, ακόμη και στην ίδια μας τη ζωή. Και ο θεατής έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για κάθε σύστημα εξουσίας: μπορεί να είναι εξαιρετικά συγκινημένος χωρίς να είναι καθόλου επικίνδυνος. Μπορεί να φωνάζει, να κλαίει, να εξοργίζεται, να χειροκροτεί, να κάνει like και share. Μπορεί ακόμη και να πιστεύει ότι συμμετέχει. Αρκεί η συγκίνησή του να μην αποκτήσει διάρκεια. Να μη γίνει οργάνωση, κρίση, συλλογική βούληση, πράξη.
Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να σου πει «σώπα».
Μπορεί να σου πει: «Φώναξε όσο θέλεις. Αρκεί να παραμείνεις θεατής».
Δεν με ενοχλεί, λοιπόν, που τρέχουν για τον Ρέμο. Με ανησυχεί το ενδεχόμενο ότι μια κοινωνία φαίνεται να έχει ξεχάσει για τι άλλο αξίζει να τρέξει. Πότε τρέξαμε τελευταία φορά έτσι για ένα σχολείο; Για ένα νοσοκομείο; Για έναν δημόσιο χώρο; Για μια αδικία που δεν συνέβη προσωπικά σ' εμάς; Για έναν θεσμό που καταρρέει; Για το δικαίωμα να αποφασίζουμε εμείς για το μέλλον μας;
Γι' αυτό το ερώτημα δεν είναι γιατί έτρεξαν στον Ρέμο. Ούτε αν έπρεπε να πάνε στη συναυλία. Ούτε αν η διασκέδασή τους ήταν «ποιοτική» ή «ευτελής». Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Και το ακόμη δυσκολότερο: Ποιος ωφελείται όταν δεν τρέχει πια για τίποτε άλλο; Γιατί ίσως η πιο αποτελεσματική εξουσία δεν είναι εκείνη που ακινητοποιεί τους ανθρώπους. Είναι εκείνη που τους αφήνει να τρέχουν όσο θέλουν - αφού πρώτα τους έχει μάθει προς τα πού....
**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων
Αυτούς κοίταξε τους καλά!
ΑπάντησηΔιαγραφήΑυτοί είναι τά τρόπαια!
Αυτή είναι η έκθεσις τών τροπαίων!
Χάντζος Φίλιππος
1)
ΑπάντησηΔιαγραφήΑυτή η μάζα έχει κάνει επιλογή από καιρό.
Επιλογή υπάρχει από χρόνια.
Είναι..τά κινητά.
Μέσα από κάθε συσκευή υπάρχει η παγκόσμια πληροφορία.
Καί μπορεί νά κατευθύνει καί στή γνώση.
Πάντως, καλύτερο εργαλείο υποστηρικτικό στήν ενημέρωση, η ανθρωπότητα ποτέ άλλοτε δέν είχε.
Γιά σκεφτείτε λίγο: άν στή δεκαετία '80, ερχόταν κάποιος στήν παρέα καί περιέγραφε όλο αυτό μέ τό Internet καί τίς ψηφιακές συσκευές, θά έπεφτε σφαλιάρα σύννεφο..
Σήμερα, είναι μία αυτονόητη αναπόσπαστη πρακτική κάθε στιγμή (χωρίς σφαλιάρες).
Επομένως, σήμερα δέν υπάρχει "Δέν ήξερα, δέν γνώριζα"..
2)
Ο διαχωρισμός έγινε επί Covid.
Μέ τούς εγκλεισμούς καί τούς εμβολιασμούς έγινε η βαριά δουλειά. Καί από τότε, δέν έχει σταματήσει νά επιβεβαιώνεται.
Νά επαναλαμβάνεται η μονολιθικότητα, η ακαμψία, η οριστική
παθητικοποίηση. Καμμία αντίδραση τής κοινωνίας στήν καταστροφή τής κτηνοτροφίας. Στήν τροφή απ' τόν εκτυπωτή.. Άν δείτε τόν έλληνα, μιά ντομάτα επιλέγει μετά από σχολαστικό έλεγχο. Αυτή η ντομάτα είναι μεταλλαγμένη. Αμφιβόλου ποιοτικού ελέγχου. Σέ λίγο καί συνθετική.. Μαζί μέ σκουλίκια καί κατσαρίδες. Ακούσατε κάτι? Μιά απορία, έστω? Υποτίθεται ότι αυτός ο λαός προσέχει τήν ποιότητα στό φαγητό καί προπαντός, τί δίνει στά παιδιά του..
3)
Καθημερινά, άνθρωποι πεθαίνουν ξαφνικά. Τά μεγάλα sites δέν ενημερώνουν εκτός άν αφορά κάποιον διάσημο (ώστε νά ανέβουν σέ επισκεψιμότητα καί προβολή).
Ψάξτε στά τοπικά sites καί είναι περισσότερο πιθανό νά ενημερωθείτε.
Όμως, τί λέω ο αφελής !
Ούτε κι αυτό πλέον, ενδιαφέρει..
Ο λαός ζεί σέ κατάσταση άρνησης.
Δέν είναι μία συγκυριακή συμπεριφορά.
Είναι μία άρνηση τής πραγματικότητας πού κάθε φορά, συνεχίζει τό ίδιο μοτίβο επιβίωσης/κατανάλωσης χωρίς κρίση, χωρίς αντίδραση, χωρίς προοπτική πέραν τού παρόντος. Αυτό τό ψυχολογικό αζιμούθιο οδήγησε στό εμβολιαστικό
κέντρο. Για ένα μεροκάματο γιά νά πηγαίνω μετά, γιά καφέ μέ τήν παρέα.
Αυτό δέν ήτανε??
Βέβαια, κάποιοι επικαλέστηκαν ότι εμβολιάστηκαν γιά νά μπορούν νά βγάζουν τό μεροκάματο καί νά πηγαίνουν φαί στά παιδιά (ιερή επίκληση).. Πάλι, ψέματα!! Άν σκέφτονταν τά παιδιά, τότε, γιατί τά άφησαν νά εμβολιαστούν??
Ένας λαός αδιαφορεί για τούς νεκρούς του: συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς καί φίλους..
Αυτός ο λαός θά τρέχει στόν Ρέμο κατά χιλιάδες..
Ο Μαζωνάκης, τί ακριβώς έκανε καί ανακηρύχτηκε αθάνατος?
"Αυτοί είναι τά τρόπαια.
Αυτή είναι η έκθεσις τών τροπαίων!"
Χάντζος Φίλιππος
📢ΣΑΣ ΈΧΩ ΠΕΙ...
ΑπάντησηΔιαγραφήΕΝΗΜΕΡΏΣΕΙ...❗
ΠΏΣ ΌΛΑ ❗
ΕΊΝΑΙ
ΠΕΊΡΑΜΑ
ΝΟΗΤΙΚΌ
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΌ
ΓΕΝΕΤΙΚΌ ❗
ΌΛΑ...
ΕΊΝΑΙ
ΑΦΗΓΗ$ΑΡ€$...
ΤΟ ΜΌΝΟ ❗
ΣΊΓΟΥΡΟ
ΕΊΝΑΙ
Ο ΘΕΌΣ ❗
ΑΓΆΠΗ
ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΉ ❗
ΌΧΙ ΟΙ
ΤΡΑΓΟΜΑΠ€$
€ΚΠΡΌΣΩΠΟΙ
ΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΆ
ΝΤΕΜΕΚ ❗
θ€ΟΥ$Τ!ΟΥΣ...
ΜΑΜΩΝΑΣ...
Ι€ΧΩΒΛΑΞ
ΜΠΟΥΔ€$
ΜΠΟΥΡΔ€$
ΔΙΑΣ ΤΡΙΑΣ
Ι$ΛΑΜΑΧΜΟΥΤΑΔ€$
ΚΛΠ ΚΛΠ
Ο ΘΕΌΣ ❗
ΕΊΝΑΙ
ΕΝ ΖΩΉ ❗
ΡΕΕΙ;;;
Ο ΤΡΑΓΟΥ...ΔΙΑ...ΡΗ$
ΑπάντησηΔιαγραφήΉΤΑΝ ΚΙ ΑΥΤΌΣ
ΣΤΑ ΛΑΓΟΎΜΙΑ...
ΚΑΙ ΤΑ
ΝΤΟΚΤΟΡΙΑ
ΝΌΜΙΖΑΝ ΠΩΣ
ΘΑ ΤΟΝ ΠΆΡΟΥΝ
ΓΙΑ ΠΆΡΤΗ ΤΟΥΣ...
(ΜΑΥΡΙΣΜΈΝΟ ΜΆΤΙ)
ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΌ...!
ΌΜΩΣ...
ΤΟ ΛΑΓΟΎΜΙ
ΤΟΥΣ ΤΗΝ
ΈΚΑΤΣΕ ❗
ΜΆΛΩΣΑΝ
ΈΓΙΝΕ ΧΑΜΟΥΛΙΣ.
ΑΠΛΉ
ΑΝΤΊΛΗΨΗ ❗
🤔❗