ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ΗΣΥΧΑΣΤΕΣ-ΖΗΛΩΤΕΣ...(ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ-ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΛΑΒΡΟΣ) Μέρος Β΄

Ησυχαστές και Ζηλωτές
Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός



Ο l4ος αιώνας ειναι αποδεδειγμένα μία από τις κρισιμότερες φάσεις της «Βυζαντινής» Ιστορίας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία περίεργη αντινομία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση (δείγμα αποδιοργάνωσης και αποσύνθεσης) διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις (δείγμα ακμής και ρωμαλεότητας). Προχωρεί η εδαφική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας (τα εδάφη μοιράζονται Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί), αλλά παράλληλα σημειώνεται αναγέννηση των γραμμάτων και θεολογική-πνευματική άνθηση. Ο εμφύλιος σπαραγμός κορυφώνεται στο κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα το «Βυζάντιο»/Ρωμανία συγκλονίζεται από τη λεγομένη «ήσυχαστική έριδα», που επιβεβαιώνει εν τούτοις την πνευματική του συνοχή και συνέχεια. Πολιτικοκοινωνικά πράγματα και θεολογία συμπορεύονται και συμπλέκονται σε μια παρατεταμένη κρίση, ως οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, της «βυζαντινής» κοινωνίας. Προσπάθειά μας στο κείμενο αυτό είναι η επισήμανση της ουσίας της θεολογικής και κοινωνικής συγκρούσεως και η απόπειρα ερμηνείας της συναντήσεως των δύο αυτών μεγεθών και της διαπλοκής τους.


Α'

Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης τρεις μεγάλες θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία: το αρσενιανόν σχίσμα (l3ος αι.), η σύγκρουση ησυχαστών-αντιησυχαστών (l4ος αι.) και το ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.), που όχι μόνον αποδεικνύουν τον δυναμισμό της Ορθοδοξίας, αλλά και τη δυναμική της στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η «ησυχαστική έριδα» έλαβε όμως τις μεγαλύτερες διαστάσεις.

α. Η συνήθης αναζήτηση των αιτίων της θεολογικής έριδος του 14ου αι. περισσότερο χαράζει προοπτικές θεωρήσεώς της παρά προσφέρει ερμηνευτική αιτιολόγησή της. Έτσι, γίνεται λόγος για καθαρά πολιτική σύγκρουση, για διένεξη κοσμικού κλήρου και μοναχισμού, για σύγκρουση αριστοτελικών και πλατωνικών στο θεολογικό πεδίο, για αντιπαράθεση δύο διαφορετικών παραδόσεων στους κόλπους της Ορθοδοξίας κ.λπ. Εμφανίζεται δηλαδή η έριδα ως καθαρά ενδοβυζαντινή υπόθεση, ακόμη και στα αίτιά της. Οι έρευνες όμως των τελευταίων δεκαετιών πείθουν, ότι πρόκειται σαφώς για σύγκρουση ανατολικής και δυτικής, ορθοδόξου δηλαδή και φραγκολατινικής παραδόσεως, που έλαβε χώραν επί «βυζαντινού» εδάφους. Την έριδα όχι μόνο την προκάλεσε, αλλά υπήρξε υπεύθυνος και για την οξύτητά της, ένας «μοιραίος» άνθρωπος, ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, η παρουσία του οποίου στην ελληνική Ανατολή επιβεβαίωσε τη ρήση: contraria juxta se posita magis illucescunt (τα αντίθετα, τοποθετούμενα το ένα πλησίον του άλλου, φωτίζονται περισσότερο).

Ο Βαρλαάμ (1290-1348), λόγιος μοναχός από τη «Μεγάλη Ελλάδα», σπουδασμένος στη Ρώμη (μαθηματικά, φιλοσοφία καί θεολογία) ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβιώσεως της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας (ουμανιστής). Ανταποκρινόταν, έτσι, στο ιδανικό της παλαιολόγειας εποχής και γι’αυτό, όταν επισκέφθηκε (1330) -μιμούμενος τον Ιωάννη Ιταλό- τα πάτρια εδάφη (Άρτα - Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη), έγινε δεκτός με τιμές. Διορίσθηκε καθηγητής στην Πόλη (επί Ανδρονίκου Γ' Παλαιολόγου) και του ανατέθηκαν θεολογικές αποστολές, διότι δεν εξετιμάτο μόνον ως λόγιος, αλλ’ εθεωρείτο και ορθόδοξος. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η Ορθοδοξία του περιοριζόταν στα λόγια, ενώ απουσίαζαν σ’αυτόν οι γνήσιες θεολογικές προϋποθέσεις. Αφορμή για ταν αποκάλυψη του αντιορθόδοξου φρονήματός του έδωσε η στάση του απέναντι στην ησυχαστική πρακτική, έστω και μετά την ατελή πληροφόρησή του γι’αύτήν. Η μέθοδος και κυρίως το φρόνημα του ησυχασμού είναι γνωστά σ’αυτόν, που ζει μέσα στην ορθόδοξη πραγματικότητα και μόνο ο ησυχαστής μπορεί να τα κατανοήσει. Ο Βαρλαάμ, όπως απέδειξαν τα πράγματα, δεν είχε τις κατάλληλες γι’αυτό προϋποθέσεις. Στην Ανατολή μετέφερε ένα διαφορετικό χριστιανισμό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να συνειδητοποιηθεί η αλλοτρίωση και αποστασιοποίηση της δυτικής χριστιανικής κοινωνίας μετά την καθολική εκφράγκευσή της (11ος αι. -σχίσμα). Η ιδιοσυγκρασία του Βαρλαάμ και κυρίως η έπαρση για την παιδεία του τον οδήγησαν στην απόφαση να γελοιοποιήσει τους Ησυχαστές και την ασκητική μέθοδό τους, χαρακτηρίζοντάς τους όχι μόνο «ομφαλοψύχους», αλλά και αιρετικούς (μασσαλιανούς). Το 1337 ήλθε στη Κωνσταντινούπολη, για να προκαλέσει συνοδική καταδίκη των Ησυχαστών, θεωρώντας την παράδοσή τους ξένη προς την Ορθοδοξία, που αυτός δήθεν εκπροσωπούσε. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την ανοικτή πια σύγκρουση.

β. Την υπεράσπιση των Ησυχαστών και της ασκητικής μεθόδου τους ανέλαβε ο αγιορείτης μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς. Γιος συγκλητικού, γεννήθηκε περί το 1296 και έκαμε σπουδαίες φιλοσοφικές σπουδές κοντά στο μεγάλο ουμανιστή Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν τον κέρδισε όμως η λογιοσύνη. Ενωρίς στράφηκε στην άσκηση και μυήθηκε στην αυθεντική ασκητική παράδοση κοντά σε μεγάλους Γέροντες (Θεόληπτο Φιλαδελφείας-πατριάρχη Αθανάσιο και Νείλο τον εξ Ιταλών). Όταν άρχισε ο διάλογος με τον Βαρλαάμ, είχε ήδη μακρά ασκητική εμπειρία, αποκτημένη στο Παπίκιον Όρος και από το 1331 -μονιμότερα- στον Άθωνα.

Ο Γρηγόριος πληροφορήθηκε στη Θεσσαλονίκη τις θέσεις του Βαρλαάμ στο ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Filioque), έδειξε δε την πατερικότητά του με την άμεση επισήμανση της αντιπατερικότητας των θεολογικών προϋποθέσεων και κριτηρίων του εκ Καλαβρίας Μοναχού: υποκατάσταση της πατερικής μεθόδου με φιλοσοφικούς-διαλεκτικούς συλλογισμούς, χρήση δηλαδή της διαλεκτικής (φιλοσοφικής) μεθόδου στη θεολόγηση. Στα αντιησυχαστικά κείμενα του Βαρλαάμ απάντησε ο Γρηγόριος με τρεις «τριάδες» «Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων», αποδεικνύοντας όχι μόνο την αντιπατερικότητα -και συνεπώς την αντιεκκλησιαστικότητα- του αντιπάλου, αλλά και τη συνέχιση της πατερικής παραδόσεως εκ μέρους των Ησυχαστών. Η συζήτηση, που γρήγορα εξελίχθηκε σε ευρύτερη διένεξη, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Πόλη. Από τη χρήση διαλεκτικών συλλογισμών στη θεολόγηση (εκφιλοσόφηση της πίστεως) ο διάλογος προχώρησε στην ησυχαστική ασκητική μέθοδο και τα αποτελέσματά της (θεοπτική εμπειρία, εξ ου και ο όρος «θεολογία της θεοπτίας» -Στυλ. Παπαδόπουλος), την σωτηριολογική διάσταση του προβλήματος και κυρίως τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, ως και τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, κοινωνίας δηλαδή κτιστού και Ακτίστου.

γ. Ο Ησυχασμός, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, συνιστά την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με αυτό που περικλείει και εκφράζει ο όρος Ορθοδοξία. Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική παράδοση είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη. Η ησυχαστική δε πρακτική είναι η «λυδία λίθος» για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού στον κόσμο, μπορεί να χαρακτηρισθεί «ασκητική θεραπευτική αγωγή» (π. Ι. Ρωμανίδης) και έγκειται στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας» στην καρδιά του πιστού. Προϋπόθεση της ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση νου («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας). O νους εκκλησιαστικά είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και όργανο θεογνωσίας. Στην κανονική λειτουργία του ο νους εδρεύει στην καρδιά. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), συγχέεται με τη διάνοια και τους λογισμούς της. Στη φυσική του λειτουργία ο νους είναι έμπλεως χάριτος (ναός Θεού) και προσεύχεται αδιάλειπτα. Έχει δηλαδή την «αέναη μνήμη» του Θεού (νοερά ευχή) και ετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό (θέωση). Η νοερά ευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, η οποία πέραν από τη βιολογική, έχει και πνευματική λειτουργία. Η προσευχητική λειτουργία του νου μέσα στην καρδία είναι ένα μνημονικό σύστημα, παράλληλα με το κυτταρικό και εγκεφαλικό, αλλά ασύλληπτο -και γι’αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. (Στα σημειούμενα στη βιβλιογραφία έργα του π. Ι.Ρωμανίδη και του π. Ι.Βλάχου βρίσκει κανείς εκτενείς για το θέμα αυτό αναλύσεις).

Σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας καί του νου, αντίστοιχα, από τα πάθη (μεταβολή των διαβλητών παθών σε αδιάβλητα) και από τους λογισμούς (όλους, καλούς και κακούς). Η διαδικασία αυτή ονομάζεται πατερικά θεραπεία, διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά τη φυσική λειτουργία του. Τότε το άγιον Πνεύμα προσεύχεται («εντυγχάνει», Ρωμ. 8, 24) σ’αυτόν «αδιαλείπτως» (Α' Θεσ. 5, 17), ενώ η διάνοια συνεχίζει τη δική της φυσική λειτουργία. Στη συνάφεια αυτή πρέπει να λεχθεϊ, ότι και ο Ινδουισμός γνωρίζει την ύπαρξη του νου και με τις μεθόδους του τον κενώνει από τους λογισμούς. Λόγω όμως της αγνοίας του Χριστού ως και του ειδωλολατρικού προσανατολισμού του, αδυνατεί να τον πληρώσει με (άκτιστη) χάρη. Έτσι, η σκανδαλιστική για πολλούς «σύμπτωση» Ορθοδοξίας και Ινδουισμού περιορίζεται στα φαινόμενα. Με την έλευση («επίσκεψιν») του Αγίου Πνεύματος, που ακολουθεί τη θεραπεία, ο νους γίνεται «ναός» του (Α' Κορ.6, 19) και ο άνθρωπος μέλος του σώματος του Χριστού (Α' Κορ.12, 27· Ρωμ. 8, 9). Το πνευματικό αυτό στάδιο ονομάζεται στη φιλοκαλική γλώσσα «φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της θεώσεως, του δοξασμού μέσα στην άκτιστη φυσική Χάρη (ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Έτσι, αποδεικνύεται ο Χριστιανισμός, ως Ορθοδοξία, υπέρβαση της θρησκείας (ριτουαλισμού, θρησκευτικής καθηκοντολογίας). Η θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοτρίωσή του.

Ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης έχει εύστοχα επισημάνει τη μεθοδολογική συγγένεια του Ησυχασμού με τις θετικές επιστήμες, στο χώρο των οποίων κατατάσσει και τη Θεολογία. Η Φιλοκαλία (αναφορά στη νηπτική παράδοση) καταδεικνύει αυτή τη συγγένεια, παραπέμπουσα στις φανερώσεις της θεώσεως (άφθαρτα λείψανα και θαυματουργά). Η Ορθόδοξη Ενορία (κοσμική και μοναστική) έχει αποστολή θεραπευτική. Αυτή την παράδοση όμως τον 14ο αι., όπως και σήμερα, διέσωζε πολύ περισσότερο από την κοσμική, η μοναστική ενορία και αυτής της παραδόσεως υπεραμύνονταν οι Αγιορείτες Πατέρες με αρχηγό τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. «Ο κεντρικός άξων της Ορθοδοξίας δεν είναι μόνον η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και αι Τοπικαί και Οικουμενικαί Σύνοδοι, αλλά κυρίως η παράδοσις της εμπειρίας της θεωρίας (θεώσεως) από την μίαν γενεάν εις την άλλην» (π. Ι.Ρωμανίδης). Ορθόδοξα, αυθεντία δεν είναι τα κείμενα, αλλ’οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως. Αντίθετα, η πρόταξη των κειμένων οδηγεί στην ιδεολογικοποίηση της παραδόσεως. Αληθής θεολόγος στην Ορθοδοξία είναι ο Θεόπτης, ο δε περί Θεού λόγος (Θεολογία) είναι καρπός της εμπειρίας της θεώσεως. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη θεολογική έριδα του 14ου αιώνα.

Από τα τέλη του 13ου αι. παρατηρείται τόνωση της ησυχαστικής παραδόσεως, ως συνέχεια της μέσω του αγίου Συμεών, του «Νέου Θεολόγου» (+1022 ή 1037), σημειωθείσης πνευματικής αναγεννήσεως, με κέντρο το Άγιον Όρος. Ο Μοναχισμός της Ορθοδοξίας δεν έχασε ποτέ τον ησυχαστικό προσανατολισμό του, σ’αντίθεση με τη Δύση, στην οποία η γενικότερη αλλοτρίωση συνδέεται άμεσα με την αλλοτρίωση του μοναχισμού της. Αυτή την αλλοτρίωση ενσάρκωνε και ο μοναχός Βαρλαάμ, μολονότι προερχόταν από περιοχή, στην οποία είχε ανθήσει ο αυθεντικός μοναχισμός και είχε αναδείξει μεγάλες οσιακές μορφές, ως τη νορμανδική κατάκτηση της Κ. Ιταλίας (1071). Ο Βαρλαάμ απέδειξε με την αντιησυχαστική στάση του, ότι ήταν ολότελα ξένος προς την ησυχαστική παράδοση, την ασκητική-εμπειρική δηλαδή θεμελίωση της εκκλησιαστικής θεολογήσεως και γι’αυτό ο Γρηγόριος Παλαμάς τον αποκαλούσε «λατινέλληνα», διότι ήταν σαφώς «φραγκολατίνος» στην ψυχοσύνθεσή του.

δ. Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α', 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αύγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι’αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).

Στον Ησυχασμό ιεραρχούνται oι δύο γνώσεις και διαχωρίζονται χωρίς σύγχυση των ορίων κινήσεως και ενεργείας τους (κτιστό-άκτιστο). Ο Βαρλαάμ όμως, ούτε λίγο ούτε πολύ, έθετε στην πράξη το θέμα πληρότητας και αυτάρκειας της εκκλησιαστικής παραδόσεως, σχετικοποιώντας την και υποστηρίζοντας την ανάγκη συμπληρώσεώς της από τη θύραθεν σοφία. Τους σοφούς του κόσμου ονόμαζε «θαυμασίους», «θεόπτας» και «πεφωτισμένους», δεχόμενος, ότι έφθασαν στην ύψίστη βαθμίδα θεογνωσίας. Την προσφερομένη από την παιδεία γνώση θεωρούσε «μυστικωτέραν και υψηλοτέραν θεωρίαν», υποστηρίζοντας, ότι «ουκ έστιν άγιον είναι (τινά), μη την γνώσιν ειληφότα των όντων και της αγνοίας ταύτης κεκαθαρμένον». Και τούτο, διότι επίστευε, ότι «τας του Θεού εντολάς των (ελληνικών) μαθημάτων άνευ μη δύνασθαι καθάραι και τελειώσαι τον άνθρωπον». Απέδιδε, συνεπώς, στην έξω παιδεία σωτηριολογική σημασία, αποδυναμώνοντας και περιθωριοποιώντας την ασκητική πρακτική. Βέβαια, ανάλογες ιδέες προς εκείνες του Βαρλαάμ διετύπωναν στο θέμα αυτό και oι «ανθρωπιστές» του Βυζαντίου, δεχόμενοι την ανάγκη της επιστημονικής γνώσεως για την κάθαρση του νου, αποδεικνύοντας, ότι, ενώ γνώριζαν τον σκοπό της πνευματικής ζωής, είχαν χάσει τη σχέση με την πρακτική της. Δεν ανεμίγνυαν όμως αυτοί τη φιλοσοφία στη θεολογία, ούτε και της προσέδιδαν σωτηριολογική σημασία. Το χώρο της μεταφυσικής εκάλυπτε γι’αυτούς η εν Χριστώ αποκάλυψη. Μόνον ο Νικηφόρος Γρηγοράς θα υπερβεί τα εσκαμμένα, συμπίπτοντας περισσότερο με τον Βαρλαάμ (Ειδική για το θέμα διατριβή εκπόνησε ο νέος και εύελπις θεολόγος κ. Δημ. Μόσχος). Γεγονός είναι, ότι οι ησυχαστές δεν απέρριπταν την «παίδευσιν» και «έξω σοφίαν» (Γρηγόριος Παλαμάς: «ου γαρ περί φιλοσοφίας ημείς απλώς λέγομεν νυν, αλλά περί της των τοιούτων φιλοσοφίας», όπ.π. Α,1,16), συνεχίζοντας τη σχετική πατερική παράδοση (Γρηγόριος Θεολόγος: «ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, επεί ούτω δοκεί τισιν», Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).

Η αλλοίωση των θεολογικών κριτηρίων του Βαρλαάμ είναι ευδιάκριτη και σ’ άλλους χώρους. Ο Βαρλαάμ διέκρινε «αδιάλειπτη προσευχή» και «νοερά ευχή», ενώ πατερικά συμπίπτουν. Τη νοερά ευχή συνέχεε με την έκσταση του νου από το σώμα (νεοπλατωνισμός). Κατά τον Παλαμά όμως «έκσταση» του νου δεν σημαίνει έξοδο από το σώμα, αλλά από το «σωματικό φρόνημα». Ούτε, πάλι, η «έκσταση» ταυτίζεται ησυχαστικά με τη θέωση, αλλά με την αδιάλειπτη ή νοερά ευχή και δύναται, όταν ο Θεός θελήσει, να οδηγήσει στη θέωση. Ο ησυχαστής επιδιώκει συνέλιξη του νου όχι μόνο στο σώμα ή την καρδία, αλλά και στον εαυτό του («Ημείς δε, μη μόνον πάλιν είσω του σώματος και της καρδίας, αλλά και τον αυτόν αυτού πάλιν είσω πέμπομεν νουν» (Α', 2, 4). Αντίθετα ο Βαρλαάμ δίδασκε «κακώς ποιείν ένδον του σώματος σπεύδοντας [...] εμπερικλείειν τον νουν», αλλά «έξω του σώματος [...] παντί τρόπω τούτον εξωθείν» (στο ίδιο). Η βαρλααμική θέση κρίνεται από τον Παλαμά «δαιμονική» και «ελληνική πλάνη» (ειδωλολατρία). Κατά τους ησυχαστές άλλωστε, ο πλατωνισμός οδηγεί στην ειδωλολατρία.

ε. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: ποια παράδοση εκπροσωπούσε ο Βαρλαάμ; Διότι έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός, ότι ο μεν Παλαμάς είναι βιβλικός πατερικός, ο δε Βαρλαάμ ανήκει σε μια ελληνίζουσα πατερική παράδοση. Ο Βαρλαάμ θεωρήθηκε, ότι ανήκε στην παράδοση Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Ευαγρίου Ποντικού, Γρηγορίου Νύσσης και Μαξίμου, ενώ ο Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε συνεχιστής της παραδόσεως Μακαρίου του Αιγυπτίου. Εξ άλλου ο Βαρλαάμ και oι οπαδοί του παρουσιάζονται συχνά ως απλοί ουμανιστές, πλατωνικοί και νομιναλιστές. Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προοπτική παρουσιάζεται ο Γρηγ. Παλαμάς επί κεφαλής δήθεν μιας βιβλικής ησυχαστικής παρατάξεως, που κατατρόπωσε την ελληνίζουσα, πατερική, ησυχαστική παράδοση του Βαρλαάμ. Αυτό σημαίνει, ότι έριζαν μεταξύ τους δύο ενδοβυζαντινές ησυχαστικές παραδόσεις.

Oι έρευνες του π. Ρωμανίδου απέδειξαν τη διχοτόμηση αυτή της ησυχαστικής παραδόσεως ολότελα εσφαλμένη. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επέχουν θέση αυθεντίας στη θεολογία του Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν ήταν παρά τυπικός φορέας της φραγκολατινικής θεολογικής παραδόσεως, που υπήρξε καρπός της υποκαταστάσεως της πατερικής θεολογίας με τη σχολαστική. Ο Ησυχασμός όμως είναι στην ουσία του αντιμεταφυσικός, διότι απορρίπτει κάθε αναλογία (σχέση) κτιστού και Ακτίστου (analogia entis ή analogia fidei). H Μεταφυσική, αντίθετα, την προϋποθέτει. Η κοινωνία του Ακτίστου με το κτιστό γίνεται μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών. Η θέση αυτή, όπως και η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό, είναι θεμελιακές προϋποθέσεις της πατερικής θεολογήσεως. Γι’αυτό και συμπεριελήφθη στη θεματική της διενέξεως Βαρλαάμ-Παλαμά.

Η Δύση μέσα στον σχολαστικισμό έχασε τη διάκριση ουσίας και ενεργείας στο Θεό, ο δε Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του σχολαστικισμού, δεχόταν ότι ο Θεός είναι «καθαρά ενέργεια» (actus purus), το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλους. Γνώση, συνεπώς, του Θεού σημαίνει γνώση της ουσίας του. Ρίζα και πηγή αυτής της διδασκαλίας για τον Θεό είναι ο Αυγουστίνος. Η ταύτιση ουσίας και ενεργείας στο Θεό είναι αυγουστίνεια, όπως και η δυνατότητα γνώσεως της θείας ουσίας (ευνομιανισμός). Στην περί Θεού διδασκαλία ο Αυγουστίνος ταυτιζόταν με τον ακραίο αρειανό Ευνόμιο. Γραφικά και Πατερικά η θεία ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη· η θεία ενέργεια όμως είναι (υπό προϋποθέσεις) προσιτή και μεθεκτή. Ιστορικές επακριβώσεις αυτής της εμπειρίας είναι η θεοπτία του Μωϋσέως στο Σινά, η εμπειρία των μαθητών στο Θαβώρ (Μεταμόρφωση) και η Πεντηκοστή. O Αυγουστίνος δεχόταν (και) στις περιπτώσεις αυτές αποκάλυψη του Θεού, όχι άμεση, άλλά διά διαμέσων κτιστών.

Αυτής της παραδόσεως ήταν -κατά τον π.Ι. Ρωμανίδη- φορέας ο Βαρλαάμ. Γι’ αυτό ονόμαζε την μέσω του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψη «χείρω νοήσεως», κατώτερη δηλαδή από τη γινομένη στο νου, αλλά και αυτής της απλής νοήσεως. Πατερικά όμως το Θαβώριο φως είναι άκτιστη θεότητα και δόξα (βασιλεία) της Αγίας Τριάδος. Έτσι εξηγείται, γιατί η αληθινή φύση του Θαβωρίου φωτός βρέθηκε στο επίκεντρο του θεολογικού προβληματισμού στη διένεξη Βαρλαάμ-Παλαμά. Ο Βαρλαάμ δεν μπορούσε να κατανοήσει -και περισσότερο να αποδεχθεί- την ησυχαστική παράδοση, με την οποία τίποτε δεν τον συνέδεε. Αισθανόταν απέναντί της, όπως ένας δυτικός ή δυτικίζων στα σημερινά χρόνια. Την πατερική παράδοση την δεχόταν μεν; αλλά την ερμήνευε με δυτικά κριτήρια, με τις προυποθέσεις της φραγκολατινικής θεολογίας. Η νοοτροπία, που ενσάρκωνε ο Βαρλαάμ, θα κορυφωθεί στον Γίββωνα. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός (1737-1794), που εξέφρασε με κλασικό τρόπο τη συνείδηση της Δύσεως για τη ρωμαίϊκη Ανατολή, είδε τον ησυχασμό κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον του Βαρλαάμ. Το εσωτερικό φως των Ησυχαστών ήταν γι’αυτόν «προϊόν μιας κακόγουστης ιδιοτροπίας· δημιουργία ενός κενού στομάχου και ενός κούφιου μυαλού». Ο ησυχασμός -δέχεται στη συνέχεια- είναι η κορύφωση «των θρησκευτικών ανοησιών των Γραικών»! Αυτές οι προκαταλήψεις, παγιωμένες στην ευρωπαϊκή συνείδηση μέσω της παιδείας, διαμορφώνουν τη δυτική στάση έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής, και ιδιαίτερα έναντι του Ελληνισμού, ως σήμερα. Η «έκπληξη», συνεπώς, για τη στάση των Δυτικών Ηγεσιών έναντι της Ελλάδος σήμερα προδίδει άγνοια της ιστορίας.


Β'

α. Η αποχώρηση του Βαρλαάμ (1341) δεν σήμανε και το τέλος της θεολογικής διενέξεως, η οποία συνεχίσθηκε ως ενδοβυζαντινή πια υπόθεση, με την παρέμβαση των «βυζαντινών» Σχολαστικών, όπως ο πρώην μαθητής του Παλαμά Γρηγόριος Ακίνδυνος και ο λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς. Όσοι λόγιοι είχαν χάσει κάθε ζωντανή σχέση με την εμπειρική πατερική θεολόγηση ή συνέχιζαν τον τύπο του σοφού, που είχε ήδη ενσαρκώσει ο Μ.Ψελλός και περισσότερο ο Ι.Ιταλός, σε ορισμένα θέματα, όπως λ.χ. η αποτίμηση της «έξω» σοφίας, η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό κ.ά., συντάχθηκαν με τον Βαρλαάμ και έδωσαν συνέχεια στην αντιησυχαστική του στάση. Η ανάμειξη εξ άλλου ολίγων μεν, αλλά με μεγάλη επιρροή μοναχών -πάντοτε αγαπητών στο λαό- επεξέτεινε την κρίση στην πλατειά λαϊκή βάση, δεδομένου ότι ο «βυζαντινός άνθρωπος ήταν ζώον θρησκευτικόν» (Nicol), ώστε η διαπλοκή εκκλησιαστικών και πολιτικών πραγμάτων να είναι μόνιμη κοινωνική πρακτική. Η κοινωνία, ιδιαίτερα της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης, διαιρέθηκε σε Ησυχαστές και Αντιησυχαστές, Παλαμικούς και Αντιπαλαμικούς. Το ρήγμα, που σημειώθηκε, έτσι, στον κοινωνικό ιστό, εξέφραζε τον μονίμως σοβούντα «δυϊσμό» της «βυζαντινής» λογιοσύνης στη στάση έναντι της πατερικής παραδόσεως.

Ο Γρηγ. Παλαμάς κατηγορήθηκε επανειλημμένα ως αίτιος της πνευματικής έριδος, όπως και ο Ησυχασμός, ως αιτία δήθεν της αποδυναμώσεως της αυτοκρατορίας. Είναι όμως πια εξακριβωμένο, ότι ο Βαρλαάμ ήταν εκείνος, που υποκινούσε την εναντίον του Παλαμά πολεμική, ο δε Ησυχασμός λειτούργησε ενωτικά στην περαιτέρω πορεία του Γένους στο σύνολό του. Το πρόβλημα στην ουσία έγκειται αλλού. Η θεολογική έριδα συνέπεσε με μιά οξύτατη πολιτικοκοινωνική κρίση, που κορυφώθηκε σε μια πρωτοφανή κοινωνική έκρηξη, ώστε η πνευματική διάσταση να καταστήσει το ρήγμα βαθύτερο, χωρίς όμως και να ευθύνεται γι’αυτό.

Ήδη το 1321 εξερράγη ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ' για το πρόβλημα της διαδοχής. Το τέλος του 1341 σημειώθηκε, εξ άλλου, νέα διάσταση της αυτοκρατορίας, ο β' εμφύλιος πόλεμος (σύγκρουση Ι. Καντακουζηνού και Ι. Παλαιολόγου). Στις 26 Οκτωβρίου 1341 ο σφετεριστής του θρόνου Καντακουζηνός ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλέας στο Διδυμότειχο και στις 19 ή 20 Νοεμβρίου ο Ι.Παλαιολόγος στέφθηκε βασιλέας στην Πόλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Την ίδια ακριβώς εποχή ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ανανέωσε τη θεολογική διένεξη, χρησιμοποιώντας ως όργανο κατά του Παλαμά τον αμύητο στα θεολογικά και φανατικό αντιπαλαμικό Ιω. Καλέκα. Το θεολογικό πρόβλημα επικεντρώθηκε στη φάση αυτή στη σχέση θείας ουσίας και ενεργείας και η θεολογική διαπάλη συνεχίσθηκε παράλληλα με την πολιτική σύγκρουση με ευνόητες αλληλοπεριχωρήσεις.

Ο β' εμφύλιος, πολύ σφοδρότερος και ευρύτερος του πρώτου, έλαβε καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα, ώστε να μπορεί άφοβα να χαρακτηρισθεί «κοινωνικός πόλεμος». Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’αυτόν έπαιξαν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία έσπευσαν να «χρησιμοποιήσουν» ΑπΌ την αρχή oι αντιμαχόμενες δυνάμεις. Ήδη ο Ιωάννης Απόκαυκος, Αντιβασιλέας και υποστηρικτής του Ι. Παλαιολόγου, ξεσήκωσε στην Κωνσταντινούπολη τον «δήμον» το 1341 κατά του Καντακουζηνού. Η λεηλασία του σπιτιού του τελευταίου λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο προγραμματικά, διότι πολύ γρήγορα θα σημειωθεί ευρύτερη λαϊκή εξέγερση, που θα αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα. Η κοινωνική όμως στροφή της εμφύλιας ρήξης σφραγίσθηκε με την εμφάνιση και ανάμειξη στις λαϊκές κινητοποιήσεις μιας ομάδας στη Θεσσαλονίκη, που έφεραν το όνομα Ζηλωτές. Η παρέμβασή τους (1342) και τα επακόλουθά της συνιστούν την τραχύτερη έκφραση της πολιτικής ιδεολογίας στο «Βυζάντιο»/Ρωμανία.

Η δεύτερη ιεραρχικά και, στην ουσία, πρώτη πόλη της Αυτοκρατορίας την περίοδο αυτή, η Θεσσαλονίκη, έγινε το επίκεντρο της κοινωνικής εξεγέρσεως. Η πόλη ήδη από τον 7ο αιώνα (αραβική εξάπλωση) είχε αναδειχθεί σε δεύτερο κέντρο της αυτοκρατορίας και τον 10ο αιώνα αριθμούσε 200 χιλιάδες κατοίκους. Τον 14ο αιώνα εξακολουθούσε να είναι πολυάριθμη πόλη και ακμαίο αστικό κέντρο (διεθνής αγορά), με ισχυρές συντεχνίες (ναυτικοί, έμποροι), αλλά και κραυγαλέες κοινωνικές αντιθέσεις (πολλοί πτωχοί-πλούσιοι αριστοκράτες). Οι Ζηλωτές κατόρθωσαν να συσπειρώσουν τις αγανακτισμένες λαϊκές δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσουν για την πραγμάτωση των στόχων τους.

β. Ποια όμως ήταν η ταυτότητα των Ζηλωτών; H έρευνα της βιβλιογραφίας πείθει, ότι το ερώτημα δεν έχει λάβει ακόμη την οριστική του απάντηση. Στις πηγές γίνεται λόγος περί «των δημαγωγών και της στάσεως εξάρχων» (Βίος αγ. Ισιδώρου) και για «καινούργιους ανθρώπους», που δεν είχαν πριν καμμιά ανάμειξη στη διακυβέρνηση (Δ. Κυδώνης). Ο Γρηγοράς τους χαρακτηρίζει «μοίρα συρφετώδη». Ο πατριάρχης Φιλόθεος (ησυχαστής) τους ονομάζει «επήλυδες» καί «βαρβάρους», προσθέτοντας: «εκ τε των ημετέρων εσχατιών [...] συνελθόντων». Η επικρατούσα σήμερα άποψη είναι ότι ήσαν κοινωνικό «στρώμα», που «ξεχώριζαν από τον υπόλοιπο πληθυσμό» (Α.Λαΐου). Παρεδόθη ακόμη ότι ονομάσθηκαν «Ζηλωτές», διότι έτασσαν το συμφέρον του λαού πάνω από το δικό τους (Θωμ. Μάγιστρος).

Ο όρος «ζηλωτής», γνωστός ήδη από την Π. Διαθήκη (π.χ. Έξ. 20, 5· Α' Έσδρ. 8, 72· Β' Μακ. 4, 2) και την Κ. Διαθήκη (Πράξ. 21, 20· Α' Κορ. 14,12· Γαλ. 1, 14· Τίτ. 2, 14) πέρασε στη «βυζαντινή» κοινωνική πραγματικότητα με τη θρησκευτική του σημασία, ήδη δε στην Κ. Διαθήκη (Ρωμ.10, 2: «ζήλον έχουσιν, αλλ’οϋ κατ’επίγνωσιν») προσλαμβάνει και την αρνητική του απόχρωση, ισχυρή ως σήμερα. Από τις αρχές του 12ου αι. δρούσαν στη βυζαντινή κοινωνία δύο μερίδες εκκλησιαστικές, ασύμπτωτες μεταξύ τους και ανταγωνιστικές στην άσκηση επιρροής στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας. Η εμφάνισή τους στη ζωή της αυτοκρατορίας εντοπίζεται ήδη στον 9ο αιώνα. Είναι οι «Ζηλωτές» και oι «Πολιτικοί». Οι πρώτοι ήσαν υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας έναντι της Πολιτείας, υποτιμούσαν την παιδεία και έδειχναν φανατική πιστότητα στην εκκλησιαστική παράδοση. Έχοντας στο πλευρό τους την πλειονότητα των μοναχών, επηρέαζαν αισθητά το Λαό. Οι «Πολιτικοί» είχαν διαμετρικά αντίθετη ιδεολογία· ανεκτικοί στην πολιτειοκρατία, υπέρμαχοι της σχολικής παιδείας, χαλαρά συνδεδεμένοι με την παράδοση, διέθεταν δύναμη στον κοσμικό κλήρο και στις μορφωμένες τάξεις της κοινωνίας. Έναντι της Δύσεως oι Ζηλωτές ήσαν ανθενωτικοί, ενώ oι Πολιτικοί ενωτικοί. Μια πρώτη σύγκρουση των δύο μερίδων εντοπίζεται στη διένεξη Φωτίου-Ιγνατίου (9ος αι.), αλλά η αντίθεσή τους έλαβε μεγάλες διαστάσεις επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (σχίσμα αρσενιατών) και της ψευδενώσεως της Λυών (1274-1282). Η πάλη τότε έκλινε υπέρ των Ζηλωτών. Υποστηρίχθηκε (Βασίλιεφ), ότι η θρησκευτική αυτή μερίδα ανασυντάχθηκε τον 14ο αιώνα και αναμείχθηκε στην πολιτική ζωή, προβάλλοντας μεταρρυθμιστικές τάσεις και έχοντας τη λαϊκή υποστήριξη λόγω της κοινωνικής ακαταστασίας. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επί κεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σ’άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.

Κατά τη δική μας εκτίμηση, oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης ήσαν μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αποτελούμενη βασικά από μοναχούς, που έλαβε γι’αυτό και το όνομά της από τη γνωστή στο «Βυζάντιο» θρησκευτική μερίδα, λόγω των κοινών τάσεων και ανάλογης ψυχολογίας (φανατισμός). Ήταν όμως καθαρά πολιτικοποιημένη παράταξη, με σαφή κοινωνικά κίνητρα και αιτήματα: κατα των πλουσίων γεωκτημόνων και υπέρ των πενομένων και καταπιεζομένων. Το ότι και μη πολιτικοποιημένοι «Ζηλωτές» είναι δυνατόν να συνέπραξαν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφού τον κύριο όγκο της παρατάξεως των Ζηλωτών αποτελούσαν μοναχοί, αλλά και επαίτες και πένητες. H παρουσία μεγάλου αριθμού μοναχών εξηγεί και την απουσία αντιθρησκευτικών τάσεων, όπως και την κοινωνική ιδεολογία, που συντηρείται μόνιμα στο ορθόδοξο μοναστικό κοινόβιο.

Όταν ο ησυχαστής πατριάρχης Φιλόθεος τους αποκαλεί «αποστάτες από την Εκκλησία», αυτό σχετίζεται μάλλον με τη βίαιη στάση τους, που ανέτρεψε την σύμφωνα με τη γενική αντίληψη «θεόθεν» κατεστημένη τάξη, ή λόγω της αντιδράσεώς τους προς τον Γρ. Παλαμά, τον κανονικό μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, του οποίου ο Φιλόθεος ήταν υποστηρικτής ως ομόψυχος. Άλλωστε, όπως μαρτυρείται, οι Ζηλωτές δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ως σημαία ένα σταυρό, που άρπαξαν από μία Αγία Τράπεζα, επιτιθέμενοι κατά του κυβερνήτη Συναδηνού και της αριστοκρατίας. Το λαϊκό έρεισμά τους, επίσης, ενισχύει την άποψη, ότι πράγματι πλειοψηφούσαν oι μοναχοί ανάμεσά τους. Τα διαπραχθέντα εγκλήματα δεν αποκλείουν κάτι τέτοιο, διότι ο φανατισμός τυφλώνει. Μοναχοί και μη μοναχοί, συνεπώς, πάντως πρόσωπα πολιτικοποιημένα και με δημαγωγικές ικανότητες, φαίνεται ότι βρίσκονταν στην ηγεσία του κινήματος των Ζηλωτών.

γ. Τα αίτια της στάσεως αναζητήθηκαν και επισημάνθηκαν από πολλούς ερευνητές. Σχεδόν όλοι συγκλίνουν στη θέση, ότι υπήρξαν προϋποθέσεις κοινωνικές: αθλιότητα του λαού και αίτημα για δημοκρατικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Η επίδραση αναλόγων κινημάτων της Ιταλίας (επανάσταση Γένοβας, 1339) δεν κρίνεται αποφασιστική (Χαράνης), εφ’όσον είναι γνωστό το δημοκρατικό πνεύμα, με την ευρύτερη συμμετοχή του λαού στην εκλογή του αυτοκράτορος. Πολιτικά ή πραξικοπηματική ενέργεια του Ι. Καντακουζηνού συνιστούσε πρόκληση στη λαϊκή συνείδηση και νοοτροπία (σεβασμός της θεόδοτης μοναρχίας και της νομιμότητας). Οι Ζηλωτές εξ άλλου συνδέονταν συναισθηματικά με την οικογένεια των Παλαιολόγων, διότι μέλη της διοικούσαν τη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, ενώ ο Καντακουζηνός ήταν σαφώς τοποθετημένος υπέρ της ενισχύσεως της κεντρικής διοικήσεως, οι Ζηλωτές επεδίωκαν αυτονομία. Η αριστοκρατική δε προέλευση του Καντακουζηνού και η υποστήριξή του από τους αριστοκράτες επέτεινε την αντίδραση εναντίον του. Ο Λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει τα αντιαριστοκρατικά ή και αντιπλουτοκρατικά φρονήματά του λόγω της καταπιέσεως που υφίστατο και της οικονομικής του εξαθλιώσεως. Με τη στάση των Ζηλωτών συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής (πρβλ. Πράξ. κεφ. 2, 4 καί 6) κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου στα χέρια των ολίγων (προνοιαρίων κ.λπ.).

Δεν έλειψε, βέβαια, και η απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας των γεγονότων της Θεσσαλονίκης (λ.χ. Γ. Κορδάτος), στα όρια της αναζητήσεως ιστορικών ερεισμάτων της προϊστορίας της μαρξιστικής ιδεολογίας. Oι υπάρχουσες όμως πηγές επιτρέπουν μεν διακρίβωση κοινών σημείων, αποκλείουν όμως κάθε βεβαιότητα για πλήρη σύμπτωση ιδεολογικών προϋποθέσεων. Η απουσία στην «καθ’ημάς Ανατολήν» των φραγκογερμανικών «φυλετικών» προϋποθέσεων αποκλείει την ταύτιση, όπως ακόμη το γεγονός, ότι η στάση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη δεν ξεκίνησε ως κοινωνική επανάσταση, με αυτοτελή οργάνωση και σχεδιασμένη στοχοθεσία, αλλά αποτέλεσε κίνημα ευκαιριακό και όψη (ή φάση) του εμφυλίου πολέμου (Π. Χρήστου). Κατά την πορεία του εμφυλίου εκδηλώθηκαν και oι σοβούσες κοινωνικές αντιθέσεις και διεκδικήσεις.

Ο Λαός μόνο για τα λύση των δικών του προβλημάτων έλαβε μέρος στην επανάσταση. Καμμιά σχέση δεν διαφαίνεται προς τις γνωστές στην ιστορία «αγροτικές εξεγέρσεις». Ο χαρακτήρας της στάσεως έμεινε καθαρά αστικός και κοινωνικός. Καμμιά επίσης μαρτυρία δεν δείχνει ότι oι Ζηλωτές στράφηκαν βασικά κατά των εκκλησιών και της περιουσίας των μονών. Αντίθετα έμειναν πιστοί στο νόμιμο αυτοκράτορα καί τον υποστηρικτή του πατριάρχη Ι. Καλέκα. Κατά τον καθηγ. Nicol περίεργο είναι, ότι κατά της εκκλησίας και της περιουσίας της στρέφονταν συστηματικά oι πλούσιοι γεωκτήμονες (αριστοκράτες) και η στρατιωτική αριστοκρατία. Υπάρχει όμως και η άποψη, μαρτυρούμενη στις σύγχρονες πηγές, ότι πρόσφυγες από εδάφη, που είχαν κατακτήσει oι Σέρβοι, προστέθηκαν στους πτωχούς της Θεσσαλονίκης και ότι αυτοί πίεσαν τους Ζηλωτές να στραφούν κατά των πλουσίων, με απόληξη τις λεηλασίες. Διότι, είναι γεγονός, δεν έλειψαν στην όλη διαδικασία τα στυγερά εγκλήματα. Το 1347-49, που κατέλαβαν oι Ζηλωτές την πλήρη εξουσία στη Θεσσαλονίκη, κρήμνισαν από τα τείχη τους εγκλεισμένους στην ακρόπολη πλουσίους, ενώ άλλους κρυμμένους στην πόλη τους εφόνευσαν. Ήταν η πιο βίαιη όψη της επαναστάσεώς τους, αλλά και όλου του πολέμου.

δ. Η στάση από τη Θεσσαλονίκη επεκτάθηκε και σ’άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως την Τραπεζούντα. Αυτό σημαίνει, ότι το κοινωνικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ήταν καθολικότερο φαινόμενο. Και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Η αντίδραση επικεντρωνόταν στο πρόσωπο του Ι. Καντακουζηνού και την αριστοκρατία. Το 1345 όμως σημειώθηκε κρίση για τους Ζηλωτές και την εξουσία τους, διότι η κατάσταση άρχισε να κλίνει υπέρ του Καντακουζηνού. Ο επί κεφαλής των Ζηλωτών Μιχ. Παλαιολόγος φονεύθηκε, Ζηλωτές συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν ή και εξορίσθηκαν. Νέος ηγέτης των Ζηλωτών ανακηρύχθηκε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, αριστοκράτης μετριοπαθής, επί κεφαλής της συντεχνίας των ναυτικών. Ο Λαός κατέλαβε και πάλι την εξουσία. Νέες σφαγές αριστοκρατών σημειώνονται, όπως του Ι. Αποκαύκου. H εξέγερση δε κατά των πλουσίων λαμβάνει γενικό χαρακτήρα. Ασυγκράτητος ο Λαός επιδίδεται σε ένα όργιο αίματος και αρπαγών, εξασφαλίζοντας για τους ηγέτες του Ζηλωτές την εξουσία.

Oι Ζηλωτές, όπως συνάγεται από τις πηγές, ήσαν υπέρμαχοι της αποκεντρώσεως. Μολονότι η ιδεολογία τους είναι δυσπροσδιόριστη, δεν συμβαίνει το ίδιο, παρά τις ελάχιστες πληροφορίες, με το πολιτικό πρόγραμμά τους. Ήδη το θέρος του 1342 εγκαταστάθηκε κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη χωρίς προηγούμενο, η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης, με αυτοδιοίκηση και άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται μάλλον, για ένα είδος «κομμούνας», που θα διαρκέσει ως το 1350. Ο ακριβής όμως χαρακτήρας του πολιτεύματός τους είναι δύσκολο να προσδιορισθεί. Γεγονός είναι, ότι όταν απειλήθηκαν με πτώση, oι Ζηλωτές στράφηκαν στον κράλη της Σερβίας Στέφ. Δουσάν για βοήθεια. Αυτό όμως δυσαρέστησε το Λαό, σε σημείο που να προσεγγίσει τον Καντακουζηνό και να δει με συμπάθεια τους αριστοκράτες. Πέραν από την ύπαρξη ισχυρού εθνικού αισθήματος, τι άλλο μαρτυρεί αυτό από την απουσία ταξικής συνειδήσεως; Ο Λαός δεν έπαυσε να βλέπει το όλο θέμα ως ευκαιρία βελτιώσεως των συνθηκών της ζωής του και τίποτε περισσότερο.

ε. Η σύμπτωση της στάσεως των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης με την κορύφωση της θεολογικής έριδας οδήγησε στην διαπλοκή τους. Όχι διότι oι Ζηλωτές αναμείχθηκαν στη θεολογική (ησυχαστική) διένεξη. Όπως ελέχθη παραπάνω, μολονότι oι Ζηλωτές ονομάσθηκαν «αποστάτες της εκκλησίας», δεν περιέλαβαν στο πολιτικό πρόγραμμά τους αντιεκκλησιαστική ή αντιθρησκευτική δράση, ούτε φαίνεται ότι η Θεολογία ανέπτυξε στη δράση τους κάποια ιδιαίτερη δυναμική. Οι αντίθετες απόψεις, που ίσχυαν στο παρελθόν, οφείλονταν σε λανθασμένη συσχέτιση ενός κειμένου του Νικ. Καβάσιλα με τους Ζηλωτές, ενώ στην ουσία αναφερόταν σε άλλη υπόθεση. H διαπλοκή θεολογίας και πολιτικής ήταν καρπός της αλληλεξαρτήσεως και αλληλοπεριχωρήσεως των δύο αυτών περιοχών του βυζαντινού βίου. Η αναζήτηση όμως κάποιων σχέσεων αποδεικνύει την απουσία κάθε έννοιας συγκροτημένης αντιησυχαστικής ιδεολογίας εκ μέρους των πολιτικών ή (πολιτικής) αντιζηλωτικής ιδεολογίας στην παράταξη των Ησυχαστών.

Δεν ήταν, άλλωστε, σπάνιο το φαινόμενο αντίπαλοι στον ένα χώρο να παρουσιάζουν κοινή στάση έναντι του άλλου. Oι πρωταγωνιστές του εμφυλίου πολέμου Ι. Καντακουζηνός και Ι. Απόκαυκος συνέπιπταν στη φιλική στάση τους έναντι του ησυχασμού. Ο Νικ. Γρηγοράς και ο Δημ. Κυδώνης, εκ πεποιθήσεως αντιπαλαμικοί, ήσαν φίλοι και οπαδοί του Καντακουζηνού λόγω κοινών συμφερόντων. Ο πατριάρχης Ι. Καλέκας και η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας συνεργάζονταν στο πολιτικό μέρος, αλλ’ο μεν πατριάρχης έμεινε φανατικός αντιπαλαμικός, η δε αυτοκράτειρα για ένα διάστημα υποστήριξε τον Παλαμά. Ο Λαός φερόταν και αγόταν, ως συνήθως, σ’όλη αυτή την τραγωδία. Αρχικά (1341) μεγάλο μέρος του Λαού έδειξε αντιησυχαστικές διαθέσεις, και αυτό ίσως έκαμε τους Ησυχαστές να στραφούν υπέρ του Καντακουζηνού. Δεν μπορεί όμως κανείς να ισχυρισθεί, ότι όλοι oι Ησυχαστές ακολουθούσαν τον Καντακουζηνό, ή ότι ήσαν δηλωμένοι αντιησυχαστές όλοι oι αντίπαλοί του. Ο Δ. Κυδώνης και ο Νικ. Καβάσιλας, λ.χ. διέκεινταν φιλικά προς τον Καντακουζηνό, αλλά θεολογικά ήσαν σε αντίπαλες παρατάξεις. Πολλοί ανθρωπιστές, εξ άλλου, υποστήριζαν τον Παλαμά.

Oι Ζηλωτές, όσοι τουλάχιστον είχαν εκκλησιαστική προέλευση (μοναχοί), διατηρούσαν από την εποχή της Εικονομαχίας συμπάθεια προς την Παλαιά Ρώμη και αυτό τους έφερνε κοντά στους φιλενωτικούς Παλαιολόγους, έστω και αν τώρα η Ρώμη ήταν εκφραγκευμένη και αιρετική. Ως γνωστόν, ο αυτοκράτορας Ιω. Παλαιολόγος επιχείρησε να πραγματοποιήσει ένωση με τη Ρώμη και τελικά έγινε παπικός.Η προϋπόθεση αυτή ήταν αρκετή, για να στρέφονται εναντίον των Ησυχαστών. Η ταύτιση δε εκ μέρους τους του Παλαμά με τον Καντακουζηνό, λόγω του ησυχαστικού φρονήματος των δύο ανδρών, ήταν επόμενο να τους κάνει να εμποδίσουν την ενθρόνιση του Παλαμά, όταν αυτός εξελέγη μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης (1347).

Ο Γρηγόριος Παλαμάς σ’όλη τη διάρκεια της κοινωνικής αναστατώσεως παρέμεινε γνήσιος ησυχαστής και πατερικός στις επιλογές του. Θα ήταν μεγάλη εις βάρος του αδικία η απόδοση στον Παλαμά αριστοκρατικών ιδεών. Ο Παλαμάς τάσσοντας την παράδοση της θεώσεως πάνω από την πολιτική ρευστότητα, έμεινε φιλικός απέναντι στον Ιω. Παλαιολόγο και την αυτοκράτειρα, κινούμενος και αυτός, ως γνήσιος «βυζαντινός», στο κλίμα της νομιμοφροσύνης. Η αλληλογραφία του με αγιορείτες μοναχούς αποδεικνύει τις ειρηνευτικές προσπάθειές του. Δεν κινήθηκε παραταξιακά και απέφυγε κάθε ανάμειξη υπέρ της μιας ή της άλλης παρατάξεως. Η εμμονή του στην ησυχαστική παράδοση και η αντίθεσή του έναντι του Βαρλαάμ και των βυζαντινών αντιησυχαστών (π.χ. Γρηγοράς) είχε αποκλειστικό στόχο τη συνέχιση της πατερικότητας και τη διάσωση της πνευματικής ταυτότητας της αυτοκρατορίας. Αυτοεξορίσθηκε στην Ηράκλεια, ενοχλούμενος συχνά, αλλά μη αναμιγνυόμενος στις πολιτικές διενέξεις. Η συμπάθειά του προς τον Καντακουζηνό οφειλόταν στην προσήλωση του Καντακουζηνού στην παράδοση της Ορθοδοξίας και δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η παρουσία και δράση του Βαρλαάμ στην Ανατολή έπεισε τον Παλαμά για υπαρκτό κίνδυνο υποταγής στη Ρώμη, την πνευματική αλλοτρίωση της οποίας είχε αποκαλύψει ο Καλαβρός αντίπαλός του. Έτσι εξηγείται, ότι φάνηκε φιλικός απέναντι στον Καντακουζηνό και όταν εκείνος ήταν ακόμη φίλος και υποστηρικτής του Βαρλαάμ και προστάτης της ανθρωπιστικης αναγεννήσεως. Είναι δε γνωστό, ότι ο Παλαμάς συνέβαλε στη συμφιλίωση Ιω. Καντακουζηνού και Ιω. Παλαιολόγου.

Ο Λαός με το αλάθητο αισθητήριό του ερμήνευσε ορθά τη στάση του Παλαμά και διέγνωσε την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη, που είχε ξαναβρεί τους κανονικούς ρυθμούς της.


Γ

Oι μέχρι σήμερα έρευνες στον 14ο αιώνα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης παρέχουν τη δυνατότητα για την αποτίμηση τόσο της θεολογικής έριδας, όσο και των εμφυλίων συγκρούσεων, αλλά και της δυναμικής τους στην περαιτέρω ζωή της αυτοκρατορίας και τη συνέχεια του Γένους.

Είναι βέβαια γεγονός, ότι oι συνέπειες των ιδεολογικών ερίδων ήσαν τρομακτικές. Η αυτοκρατορία συρρικνωμένη ήδη εδαφικά, αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και μένει αθωράκιστη στις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων, και κυρίως των Οθωμανών. Το 1354 οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Καλλίπολη, πατώντας σταθερά στην ευρωπαϊκή πλευρά της αυτοκρατορίας. Το αποτυχημένο κίνημα των Ζηλωτών δε μπόρεσε να θεραπεύσει την κοινωνική δυσλειτουργία και να καταλύσει την οικονομική ανισότητα. Η αυτοκρατορία βάδιζε προς τη δύση της. Το 1402 θα περιορισθεί εδαφικά στην Πόλη, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, την Τένεδο και το Μυστρά. Θα είναι έκτοτε θλιβερό λείψανο του παλαιού ένδοξου εαυτού της. Ο Ησυχασμός, όμως, ως πατερικότητα και υπαρκτική αλήθεια, θα επιβιώσει ως πνευματική παρακαταθήκη των Ρωμηών. Αυτός θα διατηρήσει ρωμαλέο το φρόνημα και αμείωτο τον ψυχικό δυναμισμό, κυρίως μέσα στην μακρόσυρτη δουλεία. Οι θέσεις όμως αυτές χρειάζονται κάποια ανάλυση.

Τον 14ο αιώνα έλαβε χώρα η πρώτη σε βάθος αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσεως στο χώρο της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα ανατολικοί και δυτικοί θεολόγοι συγκρούονταν με θέμα το «Filioque», επισημαίνοντας την υποκρυπτόμενη μεταξύ τών δύο θεολογιών αντίθεση, αλλά τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, με την παρουσία ενός αυθεντικού «δυτικού» θεολόγου στην Ανατολή, του Βαρλαάμ, να αναδυθούν oι θεολογικές προϋποθέσεις Ανατολής και Δύσεως και να διαπιστωθεί η ριζική διαφοροποίηση της μιας από την άλλη και το ασύμπτωτο μεταξύ τους. Η δυτική (φραγκολατινική) θεολογία και ο προερχόμενος από αυτήν ευρωπαϊκός (φραγκογερμανικός) πολιτισμός, αποδεικνύονταν απότοκα μιας αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης, που δεν μπορούσε πια να ονομάζεται Χριστιανισμός.

Όπως ορθά σημειώνει ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, «ίσως κατ’εξοχήν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, είναι εναργέστερη η επίγνωση, ότι στην περίπτωση των καινοτομιών της δυτικής εκκλησίας δεν έχουμε απλώς μια καινούργια «αίρεση» του χριστιανισμού [...], αλλά [...] μια ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αλήθειας, ένα διαφορετικό ‘χριστιανισμό’ στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου». Η Δύση είχε διαμορφώσει, μέσα στο δαιδαλώδη ρασιοναλισμό της Σχολαστικής, έναν άλλο «χριστιανισμό», απόλυτα ασύμπτωτο με εκείνον της Ανατολής. Η ησυχαστική Θεολογία στην αυτοέκφρασή της απεκάλυψε τη διαφορά της Ορθοδοξίας από τη Δύση, ως «αντιπαράθεση της εμπειρίας στην αφηρημένη θρησκευτική πεποίθηση».

Ο γνωστός γερμανός βυζαντινολόγος Gelzer δέχθηκε, ότι ο Ησυχασμός «ανήκει στα πιο αξιόλογα -τόσο από ιστορική, όσο και από πολιτιστική πλευρά- και πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα όλων των εποχών». Oι ρωμηοί Ησυχαστές του 14ου αιώνα, με πρωτοπόρο τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, απέδειξαν την αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια του «Βυζαντίου»/Ρωμανίας. Ο Παλαμάς επαναδιατύπωσε την ορθόδοξη παράδοση, φανερώνοντας την πατερικότητά του. Ο Ησυχασμός, που ενσάρκωνε και προάσπιζε ο Παλαμάς, ήταν η σπονδυλική στήλη της ζωής της Ρωμανίας επί χίλια χρόνια και το απόβαθρο -και πηγή συνάμα του πολιτισμού της. Η μακρόσυρτη όμως θεολογική διαμάχη απέδειξε προ πάντων αυτό, που και σήμερα γίνεται καθολικά πια δεκτό, ότι δηλαδή ο Ησυχασμός δεν συνιστούσε καινοτομία, όπως φανταζόταν ο ανυποψίαστος Βαρλαάμ. Ακόμη και οι Σχολαστικοί του «Βυζαντίου», που για διάφορους λόγους συντάχθηκαν μαζί του, δεν αμφισβήτησαν τον Ησυχασμό. Δεν αμφισβήτησαν δηλαδή ποτέ τη μέθοδό του, αλλά διαφωνούσαν μόνο για τις συνέπειές της, δηλαδή «ως προς την θεολογικήν αξιολόγηση των καρπών» της (Βλάσιος Φειδάς). Η αντίθεση κάποιων επισκόπων κατά των Ησυχαστών ερμηνεύεται, με αρκετή δόση αληθείας, ως έκφραση φόβου αυξήσεως του κύρους των μοναχών.

Με τις ησυχαστικές συνόδους (1341, 1347, 1351) και με την διακήρυξη της αγιότητας του Γρηγορίου Παλαμά (1368) η Ορθοδοξία απομάκρυνε τον κίνδυνο εκφιλοσοφήσεως της πίστεως και εκλατινισμού (εκφραγκεύσεώς) της. Μαζί δε με τη σωτηριολογική δύναμη της παραδόσεώς της έσωσε η Ανατολή και την κρατική αυτοτέλειά της.

Η εμμονή όμως στον Ησυχασμό είχε για το «Βυζάντιο»/Ρωμανία όχι μόνο θρησκευτική ή πολιτική, αλλά και πολιτιστική σημασία, διότι καθόρισε την περαιτέρω στάση όχι μόνο έναντι της Δύσεως, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας. Η Δύση -αυτό έγινε κατανοητό- όχι μόνο δεν ήταν πια ομόψυχη της Ανατολής, αλλά συνέχιζε να απειλεί, πέραν από την πνευματική, και την πολιτιστική απόστασή της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνικότητα, που ενσάρκωναν oι σχολαστικοί του «Βυζαντίου», όπως ο Γρηγοράς (διεκήρυττε απροκάλυπτα ότι είναι «Έλλην»), διαφοροποιόταν από την ελληνικότητα, όπως αφομοιώθηκε μέσα στην πατερική παράδοση, που δεν συνιστά απλή συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά υπέρβασή της στη νέα σύνθεση του ρωμαίϊκου πολιτισμού.

Ο Ησυχασμός αποδείχθηκε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη για την επιβίωση του Γένους. Το «Βυζάντιο» πολιτικά προχωρούσε στην πτώση, πνευματικά όμως παρέμενε ακμαίο και αδούλωτο. Μετά την άλωση θα θιγεί μόνο το πολιτικό μέρος της ζωής του Γένους, όχι όμως και το πνευματικό, αφού «κέντρον της Ρωμαιοσύνης είναι ο θεούμενος, όστις φθάνει εις την θέωσιν εις οιανδήποτε εποχήν ή κατάστασιν, κρατικήν ή πολιτικήν» (π. Ι. Ρωμανίδης). Μόνον oι δυτικίζοντες -ενωτικοί ομόφρονες του Βαρλαάμ- θα θεωρούν παρακμή το γεγονός, ότι η Ανατολή δεν έχει σχολαστική Θεολογία και θα φροντίσουν να την εισαγάγουν στη ζωή του Γένους. Η ορθόδοξη Ανατολή όμως του 14ου αιώνα απέρριψε τον Βαρλαάμ και τον ανάγκασε να φύγει, απορρίπτοντας την παράδοσή του. O Βαρλαάμ έφυγε, διότι ένοιωσε κυριολεκτικά ξένος στην Ανατολή. Oι αρχαιολάτρες-αντιησυχαστές θά εγκαταλείψουν αργότερα το «Βυζάντιον», καθώς θα πλησιάζει ο τουρκικός κίνδυνος, ή θα μένουν στραμμένοι στή Δύση, ταυτισμένοι μαζί της.

Ο Ησυχασμός όμως θα παίξει σημαντικό ενωτικό ρόλο και στα ταραγμένα πολιτικά και διασπασμένα Βαλκάνια, στα οποία, όπως άλλωστε και στη Ρωσία, ήταν ήδη γνωστός ο Ησυχασμός κυρίως μέσω του Γρηγορίου του Σιναΐτου. Oι Ησυχαστές θα μετακινούνται ελεύθερα σ’όλη την Ορθόδοξη Ανατολή, από τόπο σε τόπο, πάνω από σύνορα και εθνικές διαφορές. Αυτό το γεγονός έκαμε το μεγάλο αγιολόγο Fr. Halkin να ομιλεί για μια «Διεθνή του Ησυχασμού». Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «ορθόδοξο τόξο», ως προπύργιο κατά του «μουσουλμανικού τόξου» της Βαλκανικής, δεν πρέπει να παραθεωρείται η ησυχαστική πνευματικότητα, η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει αληθινή ενότητα στα όρια της ορθόδοξης-ρωμαίικης υπερεθνικής και υπερφυλετικής ομοψυχίας. Στην ησυχαστική παράδοση θεμελιώνεται η διαβαλκανική ενότητά μας.

Ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί, oι κοινωνικές ανισότητες και oι εχθρικές προσβολές θα εξασθενίσουν προοδευτικά την παρηκμασμένη ήδη αυτοκρατορία, οι πνευματικές δυνάμεις του Γένους, μέσα στην πατερική ησυχαστική παράδοση, θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταβληθεί το «Bυζάντιο»/Ρωμανία σε φραγκικό προτεκτοράτο, αλλά παράλληλα θα διασώσουν τον ψυχικό δυναμισμό του Γένους, ώστε να δουλωθεί μόνο σωματικά από την οθωμανική βαρβαρότητα. Σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς δουλείας τα μοναστήρια με την ησυχαστική παράδοσή τους θα διακρατούν την ψυχή του Γένους αδούλωτη. Η κατίσχυση όμως του αντιησυχαστικού πνεύματος στο χώρο της διανοήσεως και της πολιτικής, με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), θα οδηγήσει μεν στην απελευθέρωση από τη δουλεία της «Τουρκιάς», αλλά όχι και από εκείνη της «Φραγκιάς». Η βαρλααμική Δύση θα πάρει την εκδίκησή της! Η έκδοση των έργων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (υπό τη διεύθυνση του καθηγ. Π. Χρήστου) στη δεκαετία του 1960 και η επιστημονική προσφορά θεολόγων, όπως ο π. Ι. Ρωμανίδης, στη διερεύνηση της ησυχαστικής παραδόσεως, θα βοηθήσουν στην επανανακάλυψη των ρωμαίικων-ορθοδόξων θεμελίων μας. Είναι η αναβίωση μιας συνειδήσεως, που απλώνεται αδιάκοπα στη γενιά μας -αληθινό δώρο του Θεού στην κρισιμότητα των καιρών μας. Η εποχή μας έχει ένα σημαντικό κοινό με τον «βυζαντινό» 14ο αϊώνα και την εποχή πριν από την άλωση: την τραγική σύγχυση και αδρανοποίηση των παραδοσιακών μας κριτηρίων. Η ησυχαστική παράδοση, που ολοένα αναγεννάται, είναι γι’αυτό ιδιαίτερα αναγκαία σήμερα, που όλα δείχνουν πως αγγίζουμε την τελική πτώση.




Βιβλιογραφiα(κατ’επιλογή)


Αρβελέρ-Γλύκατζη, Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μεταφρ. Τ. Δρακοπούλου), Αθήνα Ι977.

Beck, Η-G., Ηumanismus und Palamismus, Xlle Congrés Ιnternαtional des Etudes Byzantines, 3, Belgrade 196J, σ. 63-82.

Charanis, Ρ., “Observations οn the «Anti-Zealot» Discourse of Cabasilas,”Revue des Etudes Sud-Est Europeennes, IΧ(Ι971), σ. 369-76.

Charanis Ρ., “Internal Strife in Byτantium during the fourteenth century,” Byzantion, XV (1940-4Ι), σ. 208-230.

Χρήστου Π., άρθρο «Ζηλωταί» στή ΘΗΕ 6 (1965), στ. 461- 64.

Γιανναρά Χρ., Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992.

Guilland R., Essais sur Nicéphore Gregoras, L'homme et l'oeuvre, Paris 1926.

Hrochava(V.), “La révolte des Zêlotes à Salonique et les communes italiennes,” Byzantinoslavica 22 (1961) 1-Ι5.

Iστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών) Θ (1980), σ. 152 ε.ε., 375 ε.ε. (Αγγ. Λαΐου και Μ. Ανάστος).

Jugie Μ., «Palamas Grégoire» και «Palamite Controverse», στο Dictionnaire de Theologie Catholique, ΧΙ (Paris, 1932), σ. 1735-1818.

Κορδάτος Γ., Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα, 1931. Του Ίδιου, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1928.

Μαντζαρίδη Γ. Παλαμικά, Θεσσαλονίκη 1983.

Meyedorff, J., lntroduction ά l'Etude de Gregoire Palamas, Paris 1959.

Του Ίδιου, Byzantine Hesychasm. Historical, Theological and Social problems, London Ι974.

Του Ίδιου, Gregory Palamas and orthodox spirituality. Ν. York 1974.

Νικοδήμου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Εν Βόλω 1969.

Nicol, D.M., Church and Sοciety in the last centuries of byzantium, Cambridge Ι979.

Του Ίδιου, The Last centuries of Byzantium, 1261-1453, London 1972. Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, Η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. «Μέλισσα», τ. Α; 1966.

Παπαδοπούλου Στ.Γ., Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1970.

Φειδά Βλ., Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Β; Αθήναι 1977.

Runciman St., Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Αθήνα 1970.

Του Ίδιου, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Αθήνα 1982.

π. Ρωμανίδη, Ι.Σ., Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 1981.

Του Ίδιου, Franks, Romans, Feudalism and doctrine. Αn Interplay between Theology and Society, 1981.

Του Ίδιου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες, τ.1, Θεσσαλονίκη 1984.

Sevcenko Ι., Nicolas Cabasilas «Αnti-Zealot» Discourse: A Reinterpretation, D. Ο. Ρ. 11 (1957) 79-171.

Του Ίδιου, Alexios Makrembolites and his «Dialogue» between the Rich and the

Poor, Zbornik, Radova 6 (1960) 187-228.

Setton, Kenneth Μ. (μεταφρ. Π.Π. Παναγιώτου), Tο βυζαντινό υπόβαθρο της Ιταλικής Αναγέννησης, Αθήνα 1989.

Σωτηροπούλου Χ., Θέματα Θεολογίας του ΙΔ' αιώνος, Αθήναι 1987.

Tafrali, Ο., Thessalonique αu XIVe siècle, Paris 1913.

Vassiliev A.A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1453 (μετάφρ. Δημ. Σαβράμη), Αθήνα 1954.

π. Βλάχου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του Ίδιου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης, (χ.τ.χρ.).

Του Ίδιου, Μικρά Είσοδος, Αθήνα 1992.

Weiss, G., Joannes Kantakuzenos- Aristocrat, Staatsmann, Kaiser and Mönch - in der Gesellschaftsentwicklung von Byzanz im 14. Jahrhundert, Wiesbaden Ι969. Werner Ε., Gesellschaft und Kultur im XIV Jahrh. “Sozial- Ökonomischen Fragen”, Actes du XIVe Congrés International des Etudes Byzantines, 1, Bucarest 1974, 93-110.

Ζακυθηνού Δ., «Ιδεολογικαί Συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», Ν. Εστία 47 (1950) 794-99. πηγή myriobiblos.gr.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΖΗΛΩΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ [Μέρος Α΄]

Οι πρώτοι σοσιαλιστές επαναστάτες

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Η Σύνοδος των Εκκλησιών στη γαλλική πόλη Λυών το 1274, αντί να φέρει θρησκευτική συνένωση Ανατολής και Δύσης επέφερε την ουσιαστική διαίρεση στις τάξεις του κλήρου και του λαού του Βυζαντίου.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος και οι περί αυτόν πίστευαν στην ένωση, την υποστήριζαν και εργάστηκαν για την υλοποίησή της. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου τάχτηκε εναντίον της και, υποκινώντας κατάλληλα και το λαό, την καταπολέμησε με πείσμα.
Αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης ήταν η δημιουργία δυο αντιθέτων κινήσεων στην Κωνσταντινούπολη και σ’ όλη την επικράτεια του Βυζαντίου. Οι πάντες διαχωρίστηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς ή σε Πολιτικούς και Ζηλωτές και οι οπαδοί της κάθε κίνησης συσπειρώθηκαν με συνοχή γύρω απ’ τους ηγέτες τους.
Οι ανθενωτικοί δεν ήθελαν καμιά επαφή ή άλλη σχέση με τη Δύση. Επέμεναν στις διαχωριστικές τους απόψεις και σαν πιστοί και προσηλωμένοι στις παραδόσεις της ορθοδοξίας ονομάστηκαν Ζηλωτές.
Τέτοια θρησκευτική μερίδα με το ίδιο όνομα πρωτοσυναντούμε στην Ιουδαία την εποχή της Ρωμαιοκρατίας. Οι Εβραίοι Ζηλωτές, που ήταν μια αδιάλλακτη μερίδα των Φαρισαίων, προσπαθούσαν την εποχή εκείνη να διατηρήσουν τη θρησκευτική τους οντότητα, να παραμείνουν πιστοί στους ιουδαϊκούς νόμους και στις εντολές του Μωυσή και να κρατήσουν τον ιουδαϊκό λαό αλώβητο απ’ τις θρησκευτικές συνήθειες και αντιλήψεις των Ρωμαίων. Παράλληλα προσπαθούσαν να διατηρήσουν τους υπόδουλους Ιουδαίους ενωμένους και με ζωντανή την ελπίδα μέσα τους, ότι κάποια μέρα θα κατορθώσουν με την επιμονή τους να διώξουν τους αλλόθρησκους καταχτητές απ’ τη χώρα του Αβραάμ.
Αγωνίστηκαν με πείσμα κατά των Ρωμαίων κι αποκορύφωμα των αγώνων τους αυτών είναι το ολοκαύτωμα της Μασάντα.
Οι Ζηλωτές του Βυζαντίου, εκτός απ’ τις ανθενωτικές τους πεποιθήσεις, διακήρυτταν και την ανεξαρτησία της Εκκλησίας απ’ το Κράτος και αρνούνταν την επέμβαση της πολιτικής εξουσίας στα διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα. Αντίθετα, ήθελαν να επιβάλουν στον αυτοκράτορα μια αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία, πράγμα το οποίο τους έφερνε πολλές φορές κατευθείαν αντιμέτωπους μαζί του. Στις προστριβές αυτές με το κράτος, οι Ζηλωτές είχαν με το μέρος τους τους πολυάριθμους μοναχούς που υπήρχαν υπεραύθονοι στο Βυζάντιο τότε και τον αμαθή και βαθιά θρησκευόμενο λαό. Η λαϊκή αυτή συμμετοχή δίνει στις διαμάχες τους ευρύτερη σημασία και καθιστά τις κινήσεις τους όχι μόνο θρησκευτικές αλλά και πολιτικοκοινωνικές.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι οι Ζηλωτές είχαν εξελιχτεί σε ένα θρησκευτικοπολιτικό κόμμα που επιδίωκε, όχι μόνο την επικράτησή του στον πατριαρχικό θρόνο και στην εκκλησία, αλλά προσπαθούσε να επιβάλει με τη δύναμή του τις απόψεις του και σ’ όλες τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής.
Οι Ζηλωτές του Βυζαντίου απέβλεπαν περισσότερο στην αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία και στο μοναχισμό του κλήρου παρά στη μόρφωσή του. Γι’ αυτό και οι πατριάρχες που αναδείχτηκαν απ’ αυτούς τον καιρό της επικράτησής τους προέρχονταν από μοναχούς και δεν διακρίνονταν καθόλου για την πολυμάθειά τους. Μάλιστα, ο Νικηφόρος Γρηγοράς στο βιβλίο του ‘’Ιστορία’’, το οποίο έγραψε στη μονή της Χώρας, όπου αναγκάστηκε να αποσυρθεί, ύστερα από καταδίκη της Συνόδου της Αγίας Σοφίας το 1351, αναφέρει ότι υπήρξε εκείνη την περίοδο πατριάρχης που δεν μπορούσε ακόμα και να διαβάσει.
Οι ‘’πολιτικοί’’ αντίθετα επέλεγαν τους πατριάρχες και τους ιεράρχες τους, όχι απ’ το ‘’μοναχικό’’ αλλά απ’ τον ‘’κοσμικό’’ κλήρο κι ανέβαζαν στον Οικουμενικό θρόνο ανθρώπους σχετικά πιο καλλιεργημένους και πιο φιλομαθείς.
Τα 50 πρώτα χρόνια του 14ου αιώνα, οι Ζηλωτές απέκτησαν σιγά-σιγά τον έλεγχο του κλήρου. Η κίνηση αυτή οδήγησε στο θρίαμβο των μοναχών και την περίοδο αυτή εξελέγη ο τελευταίος Πατριάρχης που προέρχονταν απ’ τους αξιωματούχους του κράτους κι απ’ τον ‘’κοσμικό κλήρο’’. Από δω και στο εξής ο πατριαρχικός θρόνος γίνεται κτήμα των μοναχών και ιδιοκτησία των εκπροσώπων του Αγίου Όρους.
Στους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, όπως θα δούμε, η πολιτική πλευρά των επιδιώξεων και των ενεργειών τους υπερέχει εμφανέστατα της θρησκευτικής και οι αγώνες τους έχουν εντονότερο μέσα τους το κοινωνικό-μεταρρυθμιστικό στοιχείο παρά το θρησκευτικό εγωισμό και την καλογερίστικη ισχυρογνωμοσύνη.
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία, για την καλύτερη διοίκησή της, ήταν διαιρεμένη σε ‘’θέματα’’, τα οποία διοικούσαν οι ‘’Στρατηγοί’’, διορισμένοι απ’ την Κωνσταντινούπολη. Την εποιχή των Κομνηνών (12ος αιώνας) ο παλιός τίτλος του στρατηγού, του διοικητή του θέματος, εξαφανίστηκε κι αντικαταστάθηκε απ’ τον τίτλο του Δούκα, ο οποίος δεν έπαψε και πάλι να διορίζεται απ’ τη Βασιλεύουσα. Όταν, όμως, το θέμα αποκόβονταν απ’ το Κέντρο, λόγω εισβολής διαφόρων εχθρών, όπως Τούρκοι, Σέρβοι, Σλάβοι κλπ. κι απομονώνονταν τελείως απ’ την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, μεταβάλλονταν σε ένα είδος ξεχωριστού κράτους, με δική του πρωτοβουλία κι αυτόνομη στην ουσία εξουσία, το οποίο ονομάζονταν Δεσποτάτο.
Ένα τέτοιο Δεσποτάτο έγινε και η Θεσσαλονίκη. Άλλα ονομαστά Δεσποτάτα ήταν η Θεσσαλία και ο Μοριάς.
Οι αρχηγοί των Δεσποτάτων ήταν συνήθως μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης και ονομάζονταν Δεσπόται. Η ζωή και η ιδιομορφία των Δεσποτάτων πέρασε πολλές διακυμάνσεις και παρουσίασε ξεχωριστά ενδιαφέροντα σε διαφορετικές εποχές.
Την εποχή των Παλαιολόγων χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν οι μεγάλες ιδιοκησίες. Οι ακτήμονες γεωργοί και οι καταστραμμένοι απ’ τις συνεχείς επιδρομές των αλλοφύλων κι απ’ τις ασταμάτητες έριδες των ομόφυλων διεκδικητών του θρόνου χωρικοί, βρίσκονταν σε μεγάλη αθλιότητα και κάτω απ’ την αυστηρή εξουσία των μεγάλων γαιοκτημόνων κυρίων τους. Σα συνέχεια της κατάστασης αυτής ήταν ο έντονος διαχωρισμός του πληθυσμού σε κοινωνικές τάξεις και η εμφανής ένταση των σχέσεων ανάμεσά τους. Συνέπεια της έντασης αυτής ήταν η παρακμή της γεωργίας, η οποία αποτελούσε και την ουσιαστικότερη βάση της οικονομίας της αυτοκρατορίας και των δεσποτάτων.
Βέβαια, στην παρακμή αυτή συνέβαλε τα μέγιστα και η απώλεια, λόγω κατακτήσεων απ’ τους γύρω εχθρούς, μεγάλων και εύφορων περιοχών, καθώς επίσης και οι συνεχείς λεηλασίες και οι μεγάλες καταστροφές άλλων μεγάλων τμημάτων από συνεχείς και ασταμάτητες επιδρομές. Ακόμα, από καταστροφικές στάσεις διαφόρων αρχόντων και στρατηγών και από ποικίλους και φθοροποιούς εμφυλίους πολέμους. Μάλιστα, όσον αφορά την Πελοπόννησο, ο Ιω. Κατακουζηνός γράφει, ότι η άθλια εσωτερική κατάσταση δεν είναι τόσο αποτέλεσμα των τουρκικών και λατινικών εισβολών αλλά απόρροια των ασταμάτητων εσωτερικών ερίδων και προστριβών που ‘’έκαμαν την Πελοπόννησο πιο έρημη κι απ’ την Σκυθία.’’
Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη και στη Θεσσαλονίκη. Κάτω απ’ την αβάσταχτη πίεση των παντοδύναμων γαιοκτημόνων, τα χωριά της περιοχής υπέφεραν πάρα πολύ και η γεωργία παρέλυε και καταστρέφονταν. Η χώρα ερημώνονταν. Σκληρή εικόνα της επικρατούσας τότε κατάστασης μας δίνουν όλοι σχεδόν οι συγγραφείς της εποχής και οι κατοπινοί ιστορικοί.
Ο ιστορικός Yakovenko είναι λίγο πιο ήπιος στο σημείο αυτό και προσπαθεί να απαλύνει κάπως τη σκληρή πραγματικότητα, λέγοντάς μας πως η κατάσταση των χωριών της περιοχής Θεσσαλονίκης κατά τον 14ο αιώνα δεν ήταν και τόσο πολύ άσχημη. Αλλά κι αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα για κάποια διαμερίσματα της περιοχής και σε κάποια χρονική περίοδο, αυτό δεν μπορεί να γενικευτεί και να μετριάσει την αθλιότητα που επικρατούσε στο χώρο αυτό και τη φτώχεια που αντιμετώπιζαν οι γεωργοί.
Η χλιδή των πλουσίων και η αθλιότητα των φτωχών ήταν χαρακτηριστικές και τα εμφανή αυτά γνωρίσματα της παρακμής διαχώριζαν εμφανέστατα τους κατοίκους σε τάξεις κι έδιναν έντονο το χαρακτήρα του ταξικού αγώνα στις κάθε είδους διαφορές και διαμάχες τους. Και ο ταξικός αυτός αγώνας και το μίσος των κατώτερων τάξεων κατά των πλουσίων δεν ήταν αισθητός μόνο στις επαρχίες και στα χωριά αλλά και μέσα στις μεγάλες πόλεις και σ’ αυτήν την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα του μίσους αυτού ήταν και η λεηλασία απ’ το πλήθος του μεγαλοπρεπούς ανακτόρου του Θεοδώρου του Μετοχίτη στην Κωνσταντινούπολη στη διάρκεια της επανάστασης του 1328, οπότε το θρόνο κατέλαβε ο Ανδρόνικος ο Γ’.
Με σπουδαιότερη βάση τις κοινωνικές αυτές διαφορές οι διενέξεις ευγενών και λαού παίρνουν, με το πέρασμα του χρόνου, πιο συγκεκριμένη μορφή και σύντομα εξελίσσονται σ’ έναν ταξικό πια ανταγωνισμό μεταξύ πλουσίων και φτωχών κι απολήγουν σε σκληρές και φονικές συμπλοκές και επαναστάσεις.
Μια τέτοια ενδιαφέρουσα από κοινωνικής πλευράς επανάσταση ξεσπάει κατά τα μέσα του 14ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1341 στην Ανδριανούπολη. Ο λαός στρέφεται εναντίον των πλουσίων και των αριστοκρατών, όταν αυτοί στέφουν στο Διδυμότειχο αυτοκράτορα τον Ιωάννη Κατακουζηνό. Το ίδιο κάνουν και οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης τον επόμενο χρόνο 1342. Εξεγείρονται κατά των πλουσίων και των ευγενών της πόλης και της περιοχής.
Οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης στην ακμή τους είχαν εξελιχτεί σε μια αστική οργάνωση φιλελεύθερων αρχών με πρόγραμμα την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών κι ιδιαίτερα της λαϊκής τάξης και τη συμμετοχή τους στη διοίκηση των κοινών, αντί της διαχείρισης αυτών μόνο απ’ τους ευγενείς. Η οργάνωση αυτή εξελίχτηκε σιγά-σιγά κι ύστερα από προαγωγή του πνεύματος, που ήταν αποτέλεσμα κάποιας ευρύτερης μελέτης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στη Θεσσαλονίκη, έγινε ισχυρό κόμμα που πήρε την κατάσταση στα χέρια του και ρύθμιζε τις τύχες της πόλης.
Τον καιρό της ακμής της η πόλη είχε ιδιαίτερη βουλή (σύγκλητο) και ο λαός μεγάλες ελευθερίες. Συνέρχονταν σε λαϊκές συνελεύσεις κι εξέλεγε τους άρχοντές του, τους δικαστές και τους υπαλλήλους του. Οι πολίτες την εποχή αυτή είναι οργανωμένοι σε στρατιωτικά σώματα με εκλεγμένους αξιωματικούς, που ονομάζονται ‘’στρατηγοί του δήμου’’. Η πόλη έχει δικαίωμα να στέλνει δικούς της πρεσβευτές στα άλλα κράτη και να ρυθμίζει η ίδια τα εμπορικά και τα άλλα πράγματά της. Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης παίρνουν την όψη των δήμων της αρχαίας Ελλάδας. Διάφορες φιλοσοφικές ιδέες αναπτύσσονται και νέες εκκλησιαστικές διδασκαλίες ακούγονται στην πόλη. Ησυχαστές και Βαρλααμίτες, Μοναχικοί και Κοσμικοί διακηρύσσουν τις ιδέες τους και ερίζουν αδιάκοπα μεταξύ τους. Συχνά, με το πάθος και την αδιαλλαξία τους, εξάπτουν τα πνεύματα και οδηγούν στο ξέσπασμα ταραχών και εμφυλίων συγκρούσεων.
Οι Ζηλωτές διακρίνονται σαν αρχηγοί του λαού και στις ομιλίες τους ακούγονται λόγοι ανεξαρτησίας, ελευθερίας και ισότητας. Οι διακηρύξεις και οι κινήσεις τους έχουν δημοκρατικό υπόβαθρο και σοσιαλιστικό χαρακτήρα.
Δυστυχώς, όμως, διάφορες στάσεις, επαναστάσεις και εισβολές επιδρομέων επέφεραν μεγάλες δηώσεις και καταστροφές, με αποτέλεσμα να ερημωθεί ο τόπος και να δημιουργηθούν πάρα πολλοί πρόσφυγες, που εγκατέλειπαν την ύπαιθρο και τις καταστραμμένες αγροτικές περιοχές και εισέρρεαν στην πόλη. Έτσι, ο ομαλός ρυθμός της πορείας των Ζηλωτών διαταράχτηκε.
Τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης εκείνης της εποχής θα μπορούσαμε να τον διαιρέσουμε σε τρεις τάξεις.
1) Στους ευγενείς και στους πλούσιους,
2) στους αστούς ή τους μέσους και
3) στο λαό.
Στους πρώτους ανήκαν οι άρχοντες, οι μεγαλοκτηματίες και οι μεγαλοεισοδηματίες. Στη δεύτερη τάξη ανήκαν οι έμποροι, οι μικροβιομήχανοι, οι πλούσιοι σχετικά τεχνίτες, οι μικροί γαιοκτήμονες και οι επιστήμονες. Ενώ στο λαό οι μικρογεωργοί, οι μικροτεχνίτες, οι εργάτες και οι ναυτικοί.
Σύμφωνα με τα επικρατούντα τότε κοινωνικοοικονομικά συστήματα, η τάξη των ευγενών και των πλουσίων γίνονταν κάθε μέρα όλο και πιο δυνατή, ενώ η τάξη των φτωχών γίνονταν όλο και φτωχότερη. Το χάσμα των τάξεων, λοιπόν, μέρα με τη μέρα ευρύνονταν περισσότερο και η θέση του λαού και των αγροτών ειδικότερα επιδεινόνονταν συνεχώς και πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο.
Η Θεσσαλονίκη, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του εμπορικού της λιμανιού, ήταν προνομοιούχο οικονομικό κέντρο με υπολογίσιμους και ζηλευτούς πόρους.
Όλα, όμως, τα ωφέλη απ’ τα προνόμια αυτά της πόλης είχαν περιέλθει στα χέρια των πλουσίων και κρατούνταν αυστηρά και προκλητικά απ’ αυτούς. Έτσι, όσο μέρα με τη μέρα οι πλούσιοι πλούτιζαν περισσότερο, τόσο μεγάλωνε και η δυσαρέσκεια του λαού, πράγμα το οποίο όξυνε διαρκώς την κατάσταση.
Σε μια τέτοια επικίνδυνη καμπή ανακηρύχτηκε το 1341, με την υποστήριξη των ευγενών και των πλουσίων, αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο ο Ιω. Κατακουζηνός.
Ο Ιωάν. Κατακουζηνός, φίλος και στενός συνεργάτης του Ανδρόνικου του Γ’, βρέθηκε, μετά το θάνατο του αυτοκράτοτα, εκτεθημένος στο φθόνο και στο μίσος όλων εκείνων των αυλικών και των αρχόντων, που επί τόσα χρόνια νόμιζαν ότι είχαν παραμεριστεί απ’ αυτόν στους τίτλους και στα αξιώματα της αυλής. Με πρωτοστάτες τον Αλέξιο Απόκαυκο και τον πατριάρχη Ιωάννη τον 14ο εξύφαναν μύριες εναντίον του συκοφαντίες, κατηγορώντας τον, ότι επιδιώκει να καταλάβει ο ίδιος το θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ενώ, από πολλές πηγές επιβεβαιώνεται, ότι ο Κατακουζηνός κατέβαλε κάθε προσπάθεια, για να επικρατήσει ανάμεσα στους μνηστήρες του θρόνου και να ανέλθει σ’ αυτόν ο νόμιμος διάδοχος Ιωάννης Ε’, ο Παλαιολόγος.
Στην αρχή οι συκοφάντες απέτυχαν στις σκευωρίες τους και ο Κατακουζηνός διορίστηκε επίτροπος του ανήλικου Ιωάννη του Ε’, μαζί με τον πατριάρχη Ιωάννη και τη βασιλομήτορα Άννα. Αργότερα, όμως, οι εχθροί του, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του στο Διδυμότειχο, έπεισαν τη χήρα βασίλισσα Άννα, να καθαιρέσει τον Κατακουζηνό και, υποκινώντας κατάλληλα τον όχλο, τον εξήγειραν εναντίον των συγγενών και των φίλων του στην Κωνσταντινούπολη. Ο λαός εισόρμησε στο ανάκτορό του και το λαφυραγώγησε συστηματικά, λεηλατώντας ταυτόχρονα και τα αρχοντικά των συγγενών του.
Ύστερ’ απ’ αυτά ο Κατακουζηνός στασίασε στο Διδυμότειχο κατά της Άννας κι αποπειράθηκε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Δεν το κατόρθωσε, όμως, γιατί πρόλαβε και μπήκε στην πόλη ο απεσταλμένος του Απόκαυκου στρατηγός Μονομάχος με αρκετές δυνάμεις. Μαζί με το στρατηγό συντάχτηκε και το κόμμα των Ζηλωτών.
Ο Κατακουζηνός προσέφυγε στον Κράλη της Σερβίας Στέφανο Δουσάν με τον οποίο και συμμάχησε.
Η Άννα, για να πάρει τους Σέρβους με το μέρος της και να πετύχει την παράδοση του Κατακουζηνού, προτείνει εγγράφως στο Δουσάν την παραχώρηση σ’ αυτόν ολόκληρης της Μακεδονίας. Ο Δουσάν, όμως, ενισχύει τον Κατακουζηνό, ο οποίος και, με τη βοήθεια του Οθωμανού εμίρη του Αϊδινίου Ομούρ, εισβάλει στη Μακεδονία.
Η Άννα συμμαχεί με τους Βουλγάρους και επιτυγχάνει σιγά-σιγά και τη συμμαχία του Δουσάν και ζητάει και τη βοήθεια των Τούρκων.
Στην αρχή προσπαθεί να εξαγοράσει με πολλά χρήματα τον Ομούρ, ζητώντας ταυτόχρονα βοήθεια επί αμοιβή και από άλλους Οθωμανούς εμίρηδες. (Τα χρήματα εξαγοράς και αμοιβής τα δανείστηκε απ’ τη Βενετία, βάζοντας σαν ενέχειρο τους αυτοκρατορικούς και όλους τους θησαυρούς του Βυζαντίου, οι οποίοι ποτέ πια δεν ξαναεπέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη).
Με δανεικά, λοιπόν, χρήματα πληρώνει αδρά τον εμίρη της Φιλαδέλφειας, ο οποίος της στέλνει 6 χιλιάδες Οθωμανούς πολεμιστές. Αυτοί περνούν στη Θράκη και γίνονται η μάστιγα της περιοχής. Ο Κατακουζηνός ζητάει τη βοήθεια του εμίρη της Βιθυνίας Ορχάν (γαμπρού στην κόρη του Θεοδώρα), ο οποίος του στέλνει ισχυρή βοήθεια με αρχηγό το γιο του Σουλεϊμάν. Έτσι, ένας εξοντωτικός πόλεμος συνεχίζεται στη Μακεδονία και στη Θράκη και οι δυο περιοχές, οι μόνες αξιόλογες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, καταστρέφονται.
Με το ξέσπασμα αυτό του εμφύλιου αυτού πολέμου, ανάμεσα Κατακουζηνού και Παλαιολόγου, ο πληθυσμός του Βυζαντίου διαιρέθηκε βαθύτατα. Κι αφού τον Κατακουζηνό τον περιστοίχισαν οι ευγενείς και οι πλούσιοι, ο λαός έτρεξε στο αντίθετο στρατόπεδο και τάχτηκε με το μέρος του Παλαιολόγου. Η διένεξη Κατακουζηνού – Παλαιολόγου δεν αφορούσε πια δυο ισχυρογνώμονες διεκδικητές του αυτοκρατορικού θρόνου. Έπαιρνε αυτόματα ευρύτερες διαστάσεις και άλλο χαρακτήρα. Άσχετα απ’ τις προσωπικές επιδιώξεις των δυο αρχηγών στο βάθος γίνονταν πλέον κάποιος ταξικός αγώνας.
Ο Ρουμάνος ιστορικός Tafrali γράφει: ‘’Δεν επρόκειτο πια για έναν αγώνα μεταξύ των φιλοδοξιών δύο προσώπων που μάχονταν για την κατάκτηση της εξουσίας. Επρόκειτο για έναν αγώνα μεταξύ δύο τάξεων, απ’ τις οποίες η μια ήθελε να κατακτήσει τα προνόμιά της, ενώ η άλλη προσπαθούσε να απαλλαγεί απ’ το ζυγό της πρώτης’’.
Την εποχή που ανακηρύχτηκε βασιλιάς ο Κατακουζηνός και κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη διοικητής της πόλης ήταν ο Θεόδωρος Συνοδινός, ο οποίος τάχτηκε με το μέρος του Κατακουζηνού κι ήταν έτοιμος να του παραδώσει την πόλη. Αλλά οι Ζηλωτές που πήγαν με το μέρος του Παλαιολόγου αντέδρασαν στις αποφάσεις του και, επωφελούμενοι της καθυστέρησης του Κατακουζηνού στη Βέροια, εξεγέρθηκαν εναντίον του και τον έδιωξαν μαζί με το λιγοστό στρατό του έξω απ’ την πόλη.
Ο Συνοδινός έτρεξε αμέσως και ενώθηκε με τον Κατακουζηνό. Το μέγαρό του, όμως, στη Θεσσαλονίκη και οι περιουσίες όσων τον ακολούθησαν λεηλατήθηκαν απ’ τους Ζηλωτές.
Σύντομα κατέφτασαν, όπως είδαμε παραπάνω, αυτοκρατορικά στρατεύματα, με επικεφαλής τους Ανδρέα και Θωμά Παλαιολόγους και πλοία με τον Απόκαυκο και πήραν την πόλη. Ο Κατακουζηνός που βρίσκονταν στο Λαγκαδά αναγκάστηκε να φύγει προς τη Βέροια, όπου και πολιορκήθηκε απ’ τον Μονομάχο. Τότε ήρθε σε βοήθειά του ο εμίρης του Αϊδινίου Ομάρ κι όχι μόνο απέκρουσε το Μονομάχο αλλά βοήθησε τον Κατακουζηνό να φτάσει και πάλι μπροστά στη Θεσσαλονίκη. Οι Ζηλωτές, όμως, για να προλάβουν κάθε εσωτερικό κίνδυνο, σκότωναν κάθε ύποπτο φιλίας με τον Κατακουζηνό που έβρισκαν στην πόλη. Επιπλέον, οι Τούρκοι υποστηριχτές του Κατακουζηνού, δωροδοκηθέντες αδρά απ’ τη βασίλισσα Άννα με βενετσιάνικα φλουριά, εγκατέλειψαν τον Κατακουζηνό, ο οποίος αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία της πόλης και να φύγει προς τη Θράκη.
Οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, με αρχηγό τους το Μιχαήλ Παλαιολόγο, εξακολουθούν να έχουν δύναμη στην πόλη και σκοτώνουν κάθε αντιφρονούντα που τους αντιστέκεται. Διοικητής της πόλης είναι ο Ιω. Απόκαυος, ο οποίος, φοβούμενος κι ο ίδιος τη δύναμη των Ζηλωτών, σκοτώνει συνωμοτικά τον αρχηγό τους Μιχ. Παλαιολόγο και συλλαμβάνει τους λοιπούς συνεργάτες του, τους οποίους και φυλακίζει ή εξορίζει. Στη συνέχεια προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με το γιο του Κατακουζηνού Ματθαίο που βρίσκεται στη Βέροια, με σκοπό τον κατευνασμό των πνευμάτων και την αποκατάσταση της ειρήνης. Αυτό δεν αρέσει στους Ζηλωτές κι ιδιαίτερα στον αρχηγό της ένωσης των ναυτικών Ανδρέα Παλαιολόγο. Έτσι, φανατικοί Ζηλωτές, ναυτικοί και λαός, πολιορκούν τον Απόκαυκο στην ακρόπολη και τον αιχμαλωτίζουν με τους οπαδούς του. Τώρα είναι η σειρά τους να εκδικηθούν το θάνατο του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Οδηγούν τον Απόκαυκο και τους επιφανέστερους οπαδούς του γυμνούς πάνω στα τείχη κι από κει τους κατακρημνίζουν ζωντανούς στο βάραθρο, μπροστά στο μαινόμενο όχλο των Ζηλωτών, που τους κατακομματιάζει κυρολεκτικά. Στη συνέχεια ξεχύνονται όλοι στην πόλη και με μανία επιδίδονται σε κάθε είδους αρπαγές και λεηλασίες.
Με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου για το θρόνο της Κωνσταντινούπολης, έληξαν και οι διαμάχες στη Θεσσαλονίκη. Διοικητής της πόλης τοποθετήθηκε ο Αλέξιος Μετοχίτης. Την πραγματική, όμως, εξουσία είχε ο αρχηγός των Ζηλωτών Ανδρέας Παλαιολόγος.
Αλλά και μετά τη συμφιλίωση Κατακουζηνού και Παλαιολόγου η κυβέρνηση των Ζηλωτών δεν έπαψε να υφίσταται και να δρα αντιμοναρχικά. Μάλιστα, όπως μας λέει ο Tafrali, ’’σε ορισμένα σημεία ομοίαζε με μια πραγματική δημοκρατία.’’ Η δημοκρατία αυτή καταλύθηκε το 1349, ύστερ’ από κοινή συνεννόηση του Κατακουζηνού και του Παλαιολόγου. Οι κυριότεροι αρχηγοί των Ζηλωτών συνελήφθηκαν. Άλλοι στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κι άλλοι εξορίστηκαν σ’ άλλα μέρη. Έτσι, καταλύθηκε η εξουσία τους και διαλύθηκε η οργάνωση και το κόμμα τους.
Το 1349 γίνεται αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης ο υπερασπιστής των μοναχών και της μοναστικής ζωής και εχθρός της ένωσης των Εκκλησιών Γρηγ. Παλαμάς. Δεν ανήλθε, όμως, στο θρόνο του αμέσως αλλά το 1351, ύστερ’ απ’ τη βοήθεια που του πρόσφερε ο Ιω. Κατακουζηνός. Ιδρυτής της θεολογίας των Ησυχαστών ο Παλαμάς θριάμβευσε κατά των Βαρλααμιτών, που αποκαλούσαν τους Ησυχαστές ‘’ομφαλοψύχους’’ ή ‘’ομφαλοσκόπους’’ και οι απόψεις του επικράτησαν και στις τρεις συνόδους που έγιναν από το 1341 ως το 1351, όπου επιβλήθηκαν οι Ησυχαστές και αναθεματίστηκαν οι αντίπαλοι.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να γνωρίσουμε ποια ήταν τα πραγματικά αίτια αυτής της πολύχρονης ταραχής. Αυτής της επανάστασης των Θεσσαλονικαίων.
Οι απόψεις των διαφόρων ιστορικών, παρ’ ότι διαφορετικές στη διατύπωσή τους και παρ’ ότι τοποθετούν το βάρος τους σε διαφορετικά περιστατικά, ουσιαστικά συγκλίνουν προς το αυτό σημείο. Τη δυστυχία των φτωχότερων τάξεων.
Ο Tafrali θεωρεί σαν αιτία την άθλια οικονομική κατάσταση του πληθυσμού, η οποία παρουσίασε τους Ζηλωτές σαν υπέρμαχους της ελευθερίας και της προσπάθειας εξασφάλισης καλύτερων οικονομικών συνθηκών στις κατώτερες τάξεις.
Ο Diehl στο βιβλίο του ‘’Βυζαντινός πολιτισμός’’ γράφει ότι ‘’η πάλη των τάξεων –οι πλούσιοι κατά των φτωχών, οι αριστοκράτες κατά των πληβείων- και η θηριωδία του αγώνα αυτού εκδηλώνονταν τον 14ο αιώνα κατά την ενδιαφέρουσα, τραγική και αιματηρή ιστορία της κομμούνας στη Θεσσαλονίκη . . . Ο αγώνας αυτός δείχνει μια μεγάλη κίνηση για κίνηση κομμουνιστικής μορφής . . .’’
Ο ιστορικός Yakovenko υποστηρίζει ότι ‘’κατά την επανάσταση της Θεσσαλονίκης ο πολιτικός παράγοντας, ο αγώνας δηλαδή κατά των οπαδών του Ιω. Κατακουζηνού, επικράτησε πάνω στον κοινωνικό παράγοντα.’’
Άσχετα απ’ το πόσο δίκιο ή άδικο έχει πάνω στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ο Yakovenko, είναι γεγονός, ότι το οξύ κοινωνικό πρόβλημα είχε έντονες τις επιδράσεις του πάνω στην πορεία των γεγονότων κι αναμιγνύονταν αισθητά με τα πολιτικά ενδιαφέροντα εκείνης της εποχής. Το κοινωνικό στοιχείο έπαιξε πρωτεύοντα, αν όχι τον πρώτο, ρόλο στην επανάσταση της Θεσσαλονίκης και πρωτοστάτησε στους αγώνες ανάμεσα στον Κατακουζηνό και τον Παλαιολόγο.
Ο Ρώσος ιστορικός Βασίλιεφ λέει, πως η επανάσταση της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα απ’ τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα των μεσαιωνικών κοινωνικών προβλημάτων. Πραγματικά, ήταν ένα ξέσπασμα απελευθέρωσης απ’ την αβάσταχτη καταπίεση των ευγενών και των γαιοκτημόνων και μια προσπάθεια αναζήτησης νέων φιλελεύθερων–δημοκρατικών διεξόδων. Και στο σημείο αυτό η πρωτοπορεία των Ζηλωτών υπήρξε έντονη και χαρακτηριστική.
Πολύ σωστά ο Δημήτριος Κυδώνης, ο μεγάλος λόγιος εκείνης της εποχής και πολέμιος του Γρηγορίου Παλαμά έγραφε: ‘’Η Θεσσαλονίκη εθεωρείτο ως δάσκαλος των άλλων πόλεων ως προς την εξέγερση του λαού κατά της αριστοκρατίας’’. Και κύριος μοχλός αυτής της λαϊκής εξέγερσης ήταν οι Ζηλωτές-Λαός.http://diasporic.org/2010/12/alekos-aggelidis/%CE%BF%CE%B9-%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%82/

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ [Μέρος Β΄]

3. ΙΣΤΑΡ ΚΑΙ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ
Ο Γκιλγκαμές έπλυνε τις μακριές του μπούκλες και καθάρισε τα όπλα
του και μάζεψε τα μαλλιά του από τους ώμους του. Εβγαλε και τα
λερωμένα του ρούχα και φόρεσε καινούργια. Ερριξε πάνω του τη βασιλική
του ρόμπα και τη σταθεροποίησε. Και όταν ο Γκιλγκαμές έβαλε και το
στέμμα του, η ένδοξη Ιστάρ σήκωσε τα μάτια της για να δει την ομορφιά
του Γκιλγκαμές. Είπε: «Ελα μαζί μου Γκιλγκαμές να γίνεις ο νυμφίος μου.
/ώσε μου σπέρμα από το σώμα σου, άφησέ με να γίνω ή σύζυγός σου και
συ ο σύζυγός μου. Θα στολίσω για σένα άρμα από λαζουρίτη καί χρυσάφι,
με χρυσές ρόδες και χάλκινα κέρατα. Και θα έχεις τους παντοδύναμους
δαίμονες της θύελλας για οδηγούς. Οταν θα μπαίνεις στο σπίτι σου, που θα
μοσχοβολάει κέδρο στο κατώφλι σου και στο θρόνο σου θα σου φιλούν τα
πόδια. Βασιλιάδες, κυβερνήτες και ηγεμόνες θα σκύβουν μέχρι κάτω
μπροστά σου. Θα σου φέρνουν φόρο υποτέλειας από τα βουνά και τους
κάμπους. Οι προβατίνες σου θα γεννάνε διπλά αρνιά και οι γίδες σου τρία
κατσίκια οι γαϊδάρες σου θα κάνουνε μουλάρια τα βόδια σου ταίρι δεν θα
έχουν στον κόσμο και τ' άλογα του αμαξιού σου θα φημισθούν παντού για
τη γρηγοράδα τους».
Ο Γκιλγκαμές άνοιξε το στόμα του και είπε στην ένδοξη Ιστάρ: «Αν σε
κάνω γυναίκα μου, τι δώρα θα έπρεπε να σου κάνω; Τι αρώματα και τι
ρούχα για το κορμί σου; Καί τι τροφή θα σου φέρω για να φας; Πώς είναι
δυνατό να δώσω τροφή σε μια θεά και ποτό στη βασίλισσα των ουρανών;
Κι ακόμα αν σε κάνω γυναίκα μου, τι θα γίνω πια εγώ; Οι εραστές σου σε
βρήκανε σαν τη θρακοβολιά, που σιγοκαίει χωρίς καπνό μέσα στον πάγο,
μια μυστική πόρτα που αποκλείει και την καταιγίδα και τη μπόρα, πύργο
πού συνθλίβει τους φυλακές του, πίσσα που μαυρίζει όποιον την
κουβαλάει, τρύπιο ασκί που μουσκεύει όποιον το μεταφέρει, πέτρα που
πέφτει από το πρεβάζι, σαντάλι που κάνει να περπατάει όποιον το φορεί,
μια μηχανή εφόδου ενάντια στον εχθρό. Υπάρχει κανείς από τους εραστές
σου που να σε αγάπησε για πάντα; Ποιοι από τους ποιμένες σου σε
ευχαρίστησαν; Ακουσέ με, θα σου απαριθμήσω τους εραστές σου και την
ιστορία τους. Πρώτος είναι ο Ταμούζ, ο εραστής της νιότης σου, για τον
όποιο καθιέρωσες θρήνους κάθε χρόνο. Αγάπησες το πολύχρωμο πουλί,
αλλά και τώρα ακόμα το κτυπάς και σπάζεις τα φτερά του. Και τώρα μες
στο άλσος κάθεται και κραυγάζει: «κάππι, κάππι, φτερό μου, φτερό μου!»
Αγάπησες το λιοντάρι με την τρομερή δύναμη. Και του έστησες εφτά
παγίδες για να το πιάσεις. Ερωτεύθηκες το βαρβάτο άλογο, που είναι
μεγαλειώδικο στη μάχη και θέσπισες γι' αυτό το καμτσίκι, το σπηρούνι και
τα λουριά για να καλπάζει, εφτά λεύγες με τη βία και να θολώνει το νερό
πριν να το πιει. Και για τη μάνα του, τη Σιλιλί θέσπισες θρήνους.
Ερωτεύθηκες τον ποιμένα του κοπαδιού. Και σου έφτιαχνε γλυκίσματα
κάθε δεύτερη ημέρα και έσφαζε κατσίκια για χάρη σου. Και συ τον
χτύπησες και τον μεταμόρφωσες σε λύκο. Και τώρα τον κυνηγάει το
τσοπανόσκυλο και τον ξεσχίζουν τα δικά του κυνηγόσκυλα. Μήπως δεν
ερωτεύθηκες τον Οσουλλανού, τον κηπουρό στο φοινικόκηπο του πατέρα
σου; Σου κουβαλούσε αμέτρητα καλάθια με χουρμάδες. Καθημερινά γέμιζε
το τραπέζι σου. Υστερα γύρισες τα μάτια σου αλλού και του είπες:
«Πολυαγαπημένε μου Οσουλλανού, έλα μαζί μου, έλα να απολαύσουμε
τον ανδρισμό σου. Προχώρησε και πάρε με στην αγκαλιά σου. Είμαι δική
σου». Ο Οσουλλανού σου αποκρίθηκε «Τι θέλεις από μένα; Η μάνα μου
έψησε ψωμί και έφαγα. Γιατί να ρθώ σε μια σαν εσένα για χαλασμένη η
σαπισμένη τροφή; Είναι δυνατό το παραβάν από βούρλα να δώσει επαρκή
προστασία έναντι του πάγου;» Αλλά όταν άκουσες την απάντηση τον
κτύπησες. Και τον μετέβαλες σε τυφλοπόντικα, βαθιά μέσα στη γη, δηλαδή
σε κείνον που ποτέ δεν φτάνει στις επιθυμίες του. Και αν δεχόμουνα να
γίνουμε εραστές, ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί ότι δεν θα με
μεταχειρισθείς όπως τους άλλους πριν;»
Οταν η Ιστάρ τα άκουσε όλα αυτά, η λύσσα της εγίνηκε πιο μεγάλη.
Πήγε λοιπόν εκεί ψηλά στον ουρανό, στον πατέρα της τον Ανού και στη
μάνα της την Αντούμ. Και είπε: «Πατέρα μου, ο Γκιλγκαμές μου σώριασε
ένα σωρό βρισιές. Είπε μπροστά σε όλους τη βρώμικη μου συμπεριφορά
και τις βρώμικες μου πράξεις». Και ο Ανού άνοιξε το στόμα του και είπε:
«Μοναχή σου προκάλεσες την επιτίμησή σου. Και γι' αυτή σου την
πρόκληση ο Γκιλγκαμές ανέφερε τη βρώμικη σου συμπεριφορά και τις
βρώμικες σου πράξεις».
Η Ιστάρ άνοιξε το στόμα της και ξαναείπε: «Πατέρα μας κάνε με
ταύρο του ουρανού για να καταστρέψω τον Γκιλγκαμές. Φούσκωσε, σε
παρακαλώ, τον Γκιλγκαμές με περηφάνεια, για την καταστροφή του. Μα αν
αρνηθείς να με κάνεις ταύρο του Ουρανού θα σπάσω τις πόρτες της
κόλασης και θα συντρίψω τα μάνταλα. Θα αφήσω ορθάνοικτες τις πόρτες
της κόλασης και θα κουβαλήσω τους νεκρούς να φάνε μαζί με τους
ζωντανούς». Κι ο Ανού είπε στη μεγάλη Ιστάρ: «Αν κάνω αυτό που
επιθυμείς θα έχουμε εφτά χρόνια ξηρασία. Και τότε πια δεν θα καρπίσει το
σιτάρι. Εχεις εξασφαλίσει αρκετό καρπό για το λαό και χόρτο για τα ζώα;»
Κι η Ιστάρ απάντησε: «Εχω εξασφαλίσει καρπό για το λαό και χόρτο για
τα ζώα. Για τα εφτά άκαρπα χρόνια υπάρχει αρκετός καρπός και αρκετό
χόρτο».
Ετσι ο Ανού δημιούργησε τον Ταύρο του Ουρανού για την Ιστάρ, την
κόρη του. Κι ο Ταύρος έπεσε στη γή. Με το πρώτο του ρουθούνισμα
έσφαξε εκατό ανθρώπους, και διακόσιους, κι ύστερα τριακόσιους και μετά
εκατοντάδες άλλοι πέφτανε νεκροί. Στο τρίτο του ρουθούνισμα έπεσε πάνω
στον Ενκιντού. Αλλά ο Ενκιντού παραμέρισε, πήδησε πάνω στον Ταύρο
και τον άρπαξε από τα κέρατα. Ο Ταύρος του Ουρανού άφρισε στο
πρόσωπό του και τον έξυσε με την παχειά του ουρά. Ο Ενκιντού φώναξε
στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, καυχηθήκαμε ότι θα αφήναμε αθάνατο όνομα
πίσω μας. Λοιπόν, μπήξε το ξίφος σου ανάμεσα στα κέρατα και τον
αυχένα". Ο Γκιλγκαμές ακολούθησε τον Ταύρο του Ουρανού, άρπαξε την
παχειά του την ουρά και βύθισε το ξίφος του ανάμεσα στα κέρατα και στον
αυχένα, και σκότωσε τον Ταύρο. Κι όταν σκότωσαν τον Ταύρο του
Ουρανού, έβγαλαν την καρδιά του και την προσφέρανε στο Σαμάς, και
ύστερα τα δυό αδέλφια αναπαύτηκαν. Αλλά η Ιστάρ πετάχτηκε και ανέβηκε
στο μεγάλο τείχος της Ουρούκ. Βγήκε στον Πύργο και απάγγειλε μια
κατάρα: "Κατάρα στον Γκιλγκαμές, που με πρόσβαλε σκοτώνοντας τον
Ταύρο του Ουρανού". Οταν ο Ενκιντού άκουσε τούτα τα λόγια, έκοψε το
μηρό του Ταύρου, της το πέταξε στο πρόσωπο και είπε: "Αν μπορούσα να
απλώσω πάνω σου χέρι, αυτό θα έκανα και σε σένα, και θα σούβγαζα τα
άντερα από τα πλευρά σου". Και τότε η Ιστάρ μάζεψε το λαό της, τις
χορεύτριες και τις τραγουδίστριες, τις πόρνες και τις μεγάλες πόρνες του
ναού. Και άρχισε θρήνους πάνω από το μηρό του Ταύρου του Ουρανού.
Μα ο Γκιλγκαμές φώναξε τους χαλκιάδες και τους οπλοποιούς, όλοι
μαζί. Και κείνοι θαύμασαν το μέγεθος των κεράτων του Ταύρου. Τα
έσταζαν με λαζουρίτη δυό δάκτυλα παχύ. Και το κάθε κέρατο ζύγιζε τριάντα
λίβρες το καθένα και περιείχαν έξι μέτρα λάδι που το πρόσφερε στο Θεό
προστάτη του, τον Λουγκουλμπάντα. Τα κέρατα τα πήγε στο παλάτι και τα
κρέμασε στον τοίχο. Υστερα έπλυνε τα χέρια του στον Ευφράτη,
αγκαλιάστηκαν με τον Ενκιντού και έφυγαν. Περιφέρονταν μέσα στους
δρόμους της Ουρούκ, και βγήκαν οι ήρωες της πόλης να τους δούν. Ο
Γκιλγκαμές φώναξε τις τραγουδίστριες: "Ποιός είναι ο πίο ένδοξος από τους
ήρωες; Ποιός είναι ο πιό ένδοξος από τους ήρωες, ο Γκιλγκαμές είναι ο πιό
έξοχος από τους ανθρώπους". Και ακολούθησε γιορτή και γέμισε χαρά η
πλατεία μέχρι που οι ήρωες πήγαν στα κρεβάτια τους να αναπαυθούν. Κι ο
Ενκιντού έπεσε κι αυτός να κοιμηθεί. Και είδε ένα όνειρο. Πετάχτηκε από το
κρεβάτι του και διηγήθηκε το όνειρό του στον αδελφό του: "Ώ φίλε μου, γιατί
οι μεγάλοι θεοί μαζεύτηκαν σε συμβούλιο;". Κι όταν ξημέρωσε η μέρα είπε
στον Γκιλγκαμές: "Ακουσε το όνειρο που είδα χτες τη νύχτα. Ολοι οι Θεοί, ο
Ανού, ο Ενλίκ, ο Εά, ο Σαμάς, μαζεύτηκαν σε ένα συμβούλιο. Και ο Ανού
είπε στον Ενλίλ: Επειδή σκότωσαν τον Ταύρο του Ουρανού και σκότωσαν
και τον Χουμπαμπά ένας από τους δυό πρέπει να πεθάνει, κι ας είναι
αυτός που γύμνωσε τα βουνά από τα κέδρα". Κι ο Ενλίλ είπε: "Ο Ενκιντού
πρέπει να πεθάνει, ο Γκιλγκαμές δεν θα πεθάνει". Κι ύστερα ο ένδοξος
Σαμάς, απάντησε στον ήρωα Ενλίλ: "Σκότωσαν με δική μου εντολή τον
Ταύρο του Ουρανού και τον Χουμπαμπά. Και πρέπει γι΄ αυτό να πεθάνει ο
Ενκιντού ενώ είναι αθώος;". Κι ο Ενλίλ λύσσαξε εναντίον του Σαμάς: "Εσύ
κάθε μέρα πηγαίνεις κάτω εκεί και κουβεντιάζεις μαζί τους σαν ένας απ΄
αυτούς!".
Κι ο Ενκιντού αρρώστησε και έπεσε μπροστά στο Γκιλγκαμές. Τα
δάκρυά του τρέξανε ποτάμι. Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Ώ αδελφέ μου, ώ
αγαπημένε μου αδελφέ, γιατί σε παίρνουν από μένα;". Κι ύστερα ξανάπε:
"Πρέπει να κάτσω έξω από την πόρτα των φαντασμάτων των νεκρών και
ποτέ πιά να μην ξαναδώ τον αγαπημένο μου αδελφό;". Ενώ ο Ενκιντού
ήταν ξαπλωμένος κάτω, από την αρρώστεια του, καταριότανε την Πύλη του
Δάσους σα να ήταν κάτι από ζωντανές σάρκες: "Εσύ που φαινόσουν ότι
είσουνα από συνηθισμένο ξύλο και που σε θαύμαζα από είκοσι λεύγες
μακρυά και πρίν να δώ τον πυργοειδή κέδρο, εσύ που το ύψος σου ήταν
εβδομήντα δυό κυβικά και είκοσι τέσσερα κυβικά το πλάτος, εσύ που το
στήριγμά σου, η αμπάρα σου και το κατώφλι σου ήταν τέλεια, εσύ που σ΄
είχαν φτιάξει τεχνίτες της Νιππούρ, της ιερής πόλης του Ενλίλ, αν γνώριζα
το νόημά σου, αν γνώριζα πώς η λαμπρότητά σου θα μου κόστιζε τη ζωή,
θα είχα σηκώσει το τσεκούρι μου και σε κομμάτιαζα σαν ξύλινο μεσοτοίχι.
Ποτέ δεν θα σε άγγιζα με το χέρι μου". Υστερα καταράστηκε τον κυνηγό με
την πόρνη. "Καταριέμαι τον κυνηγό που με παγίδεψε. Κυνήγι να μην
πιάνεται στα δίκτυα του, κι απ΄ την καρδιά του να σβυστεί κάθε πόθος". Κι
ύστερα καταράστηκε την πόρνη: "Οσο για σένα, γυναίκα, καθορίζω αιώνια
την τύχη σου. Σε καταριέμαι με τη μεγάλη κατάρα. Ακόρεστος πόθος να σε
κυριαρχεί. Σπίτι σου να γίνουνε οι δρόμοι. Τη σκιά των τειχών να κάνεις
κρεβάτι σου. Μεθυσμένοι και ξεμέθυστοι ίδια να σου φιλούν τα μάγουλά
σου".
Οταν ο Σαμάς άκουσε τα λόγια του Ενκιντού του φώναξε από τον
ουρανό: "Ενκιντού, γιατί καταριέσαι τη γυναίκα, τη δασκάλα που σε δίδαξε
να τρώς το ψωμί που έχει γίνει για τους Θεούς και να πίνεις το κρασί των
βασιλιάδων; Αυτή που σου φόρεσε ένα υπέροχο ένδυμα, δεν σου έδωσε
για σύντροφο τον ένδοξο Γκιλγκαμές κι ο Γκιλγκαμές δεν είναι ο
πραγματικός σου αδελφός; /εν σε έβαλε να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι
και να ξαπλώνεις αναπαυτικά στ΄ αριστερά του; /εν έκανε τους ηγεμόνες
της γής να σου φιλούν τα πόδια και τώρα όλος ο λαός της Ουρούκ δεν
κλαίει και δεν θρηνεί για σένα; Οταν θα πεθάνει, ο Γκιλγκαμές θα αφήσει
για χάρη σου τα μαλλιά του να μεγαλώσουν, θα φορέσει ένα τομάρι από
λιοντάρι και θα περιφέρεται στην ερημιά". Οταν ο Ενκιντού άκουσε τον
ένδοξο Σαμάς η θυμωμένη του καρδιά ηρέμησε. Ανακάλεσε την κατάρα και
είπε για την πόρνη: "Ανθρωπος να μη σε περιφρονήσει κι ειρωνικά να μην
εγκίσει τους μηρούς σου. Βασιλιάδες, ηγεμόνες και ευγενείς να σε
ερωτεύονται. Ο γέρος να κουνάει τα γένια του όταν σε βλέπει κι ο νέος τη
ζωή του να δίνει. Για σένα χρυσάφι και καρνέλια και λαζουρίτη να
σωριάζουνε στο δυνατό σου σπίτι. Για χάρη σου τη σύζυγο και τη μάνα των
εφτά παιδιών τους να ξεχνάνε. Κι οι ιερείς το δρόμο να σ΄ ανοίγουνε στην
παρουσία των Θεών".
Ο Ενκιντού αποκοιμήθηκε μέσα στην αρρώστεια του και άνοιξε την
καρδιά του στον Γκιλγκαμές: "Την περασμένη νύχτα ονειρεύτηκα ξανά, φίλε
μου. Θρηνούσαν οι ουρανοί κι ανταπαντούσε η γή. Στεκόμουν ολομόναχος
μπροστά σ΄ ένα τρομερό όν. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, σαν το
μαύρο πουλί της τρέλλας. Χύμηξε κατά πάνω μου με τα αετήσια του νύχια
και γρήγορα με έπιασε με ξέσχισε με τα νύχια του και τα φτερά του, μέχρι
που με απόκαμε. Και ύστερα με μεταμόρφωσε σε τέτοιο σημείο, που τα
χέρια μου έγιναν φτερούγες και σκεπάστηκαν με φτερά. Υστερα κάρφωσε
πάνω μου το διαπεραστικό του βλέμμα και με έσυρε μακρυά, στο βασίλειο
της Ιρκάλα, της βασίλισσας της σκοτεινιάς στο σπίτι απ΄ όπου κανείς απ΄
όσους μπαίνουν δεν ξαναγυρίζει, στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Εκεί
είναι το σπίτι όπου οι άνθρωποι ζουν στη σκοτεινιά. Τροφή τους είναι η
σκόνη και κρέας τους η λάσπη. Είναι ντυμένοι σαν τα πουλιά κι έχουν
φτερά για κάλυμμα. Φώς ποτέ δεν βλέπουνε και μένουν στα σκοτάδια.
Μπήκα στο σπίτι της σκόνης και είδα τους βασιλιάδες της γής, με πεταμένα
απ΄ το κεφάλι τους τα στέμματα, για πάντα. Είδα κυβερνήτες και ηγεμόνες
κι όλους όσους κάποτε φορούσαν βασιλικά στέμματα και κυβερνούσαν τον
κόσμο σε παλιότερες εποχές. Ολοι αυτοί που έζησαν στα παλάτια των
θεών, του Ανού και του Ενλίλ, στέκονται τώρα υπηρέτες να σερβίρουνε
ψημένα κρέατα στο σπίτι της σκόνης, να κουβαλούν μαγειρεμένα φαγιά και
δροσερό νερό με το ασκί. Στο σπίτι της σκόνης που μπήκα υπήρχαν
μεγάλοι ιερείς, ιερείς και βοηθοί τους, μάγοι, ιερείς και ιερείς που
εκστασιάζονται. Υπήρχαν υπηρέτες του ναού, κι ακόμα εκεί βρισκόταν κι ο
Ετάνα, ο βασιλιάς του Κίς, που τον μετέφερε αητός στους ουρανούς τον
παλιό καιρό. Είδα επίσης τον Σαμουκάν, το θεό των κτηνών. Εκεί ήταν και
η Ερεσκιγκάλ, η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Μπροστά της καθόταν
οκλαδόν ο Μπελίτ-Σέρ, αυτός που κρατάει τα κατάστιχα των θεών και το
βιβλίο των θανάτων. Η Ερεσκιγκάλ κρατούσε μια πινακίδα από την οποία
διάβαζε. Σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε και είπε: "Ποιός τον έφερε αυτόν
εδώ;". Και τότε ξύπνησα σαν άνθρωπος που στέγνωσε το αίμα του και που
πλανιέται ολομόναχος σε χώρο από καμένα βούρλα, σαν κάποιος που τον
έπιασε ο επιστάτης και η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από τρόμο. Ώ
αδελφέ μου, όταν πεθάνω πάρε κάποιον μεγάλο ηγεμόνα ή κάποιον άλλο ή
πάρε κάποιον Θεό να στέκεται στην πόρτα σου. Και άφησέ τον να σβήσει
το δικό μου όνομα και να γράψει το δικό του".
Ο Ενκιντού είχε βγάλει τα ρούχα του και τινάχτηκε κάτω. Κι ο
Γκιλγκαμές άκουγε τα λόγια του κι έκλαιγε με δάκρυα, ο Γκιλγκαμές τον
άκουγε κι έχυνε βρύση τα δάκρυά του, άνοιξε το στόμα του και είπε στον
Ενκιντού: "Ποιός υπάρχει μέσα στην Ουρούκ με τα πανίσχυρα τείχη που να
μπορεί να σου μοιάζει στη σοφία; Παράξενα πράγματα ειπώθηκαν. Γιατί
μιλάς τόσο παράξενα; Το όνειρο ήταν θαυμάσιο, αλλά ο τρόμος ήταν
μέγας. Πρέπει να αποθησαυρίσουμε το όνειρο ανεξάρτητα από τον τρόμο.
Γιατί το όνειρο δείχνει πώς η δυστυχία έρχεται και στο γερό άνθρωπο και
πώς γεμάτο λύπη είναι το τέλος της ζωής". Και θρήνησε ο Γκιλγκαμές: "Και
τώρα πρέπει να παρακαλέσω τους Θεούς, γιατί ο φίλος μου είδε ένα τόσο
δυσοίωνο όνειρο". Την ημέρα που ο Ενκιντού είδε το όνειρο έκλεισε κι
αυτός καταθλιμμένος κείτονταν άρρωστος. Μια ολόκληρη μέρα κείτονταν
στο κρεβάτι του. Κι ύστερα μια δεύτερη και μιά τρίτη ημέρα αύξησαν τα
βάσανά του. /έκα ημέρες ήταν ξαπλωμένος και αύξαιναν διαρκώς τα
βάσανά του. Και έντεκα και δώδεκα ημέρες έμεινε στο κρεβάτι του πόνου.
Και τότε φώναξε στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, η μεγάλη θεά με καταράστηκε
και πρέπει να πεθάνω ντροπιασμένος. /εν θα πεθάνω σαν άντρας που
πέφτει στη μάχη. Φοβήθηκα να πάω στη μάχη. Κι όμως ευτυχισμένος είναι
ο άνθρωπος που πέφτει πολεμώντας, ενώ εγώ πεθαίνω σε ντροπή". Κι ο
Γκιλγκαμές έκλαψε πάνω από τον Ενκιντού. Με το πρώτο φώς της αυγής
ύψωσε τη φωνή του και είπε στους συμβουλάτορες της Ουρούκ:
Ακούστε με μεγάλοι της Ουρούκ,
θρηνώ τον Ενκιντού, το φίλο μου,
βαρυά στενάζω σα γυναίκα που θρηνεί,
κλαίω τον αδελφό μου.Ε! Ενκιντού, τ' αγριογάιδουρο κι η γαζέλα
που στάθηκαν πατέρας σου για μένα
και τα τετράποδα που βόσκαγαν μαζί σου
θρηνούν για σένα.Του κάμπου και των λιβαδιών τ' αγρίμια,
οι δρόμοι μες στ' αγαπημένο σου κεδρόδασο
νύχτα και μέρα μουρμουρίζουν.Και ο μεγάλος της τειχόκλειστης Ουρούκ
θρηνεί για σένα το δάχτυλο της ευλογίας
τεντώνεται σε θρήνο.Ώ Ενκιντού, αδελφέ μου,
τσεκούρι είσουν στα πλευρά μου
κι η δύναμή μου, το ξίφος πούσερνα στη ζωή μου
κι η ασπίδα πούμπαινε μπροστά μου
φανταχτερό μου ένδυμα, το λαμπρό στολίδι.
Ακουσε, γύρω όλη η χώρα αντηχεί
σα μια μητέρα που θρηνεί.
Τα μονοπάτια που διαβήκαμε μαζί, θρηνούν,
κι ο πάνθηρας, κι ο τίγρης και τ΄ αγρίμια που κυνηγήσαμε μαζί
και το λιοντάρι, το ελάφι, η λεοπάρδαλη,
ο αίγαγρος, ο ταύρος κι η ελαφίνα.
Και το βουνό που το ποτίσαμε και σφάξαμε το φύλακά του
θρηνεί για σένα.
Και ο Ουλά, ποτάμι του Ελάμ και ο αγαπητός μας ο Ευφράτης
απ΄ όπου πέρναμε νερό για τα ασκιά μας
και οι πολεμιστές της τειχογύριστης Ουρούκ,
της πόλης όπου σκότωσες τον Ταύρο του Ουρανού,
θρηνούν για σένα.
Κι όλοι της Εριντού οι άνθρωποι
θρηνούν για σένα Ενκιντού.
Κι οι θεριστές κι οι ζευγολάτες
που κουβαλούσανε καρπό για σένα
τώρα για σένανε θρηνούν.
Κι η πόρνη, που με λάδι ευωδιαστό σε άλειψε
κλαίει πικρά για σένα τώρα.
Κι οι υπηρέτες που μ΄ αρώματα σ' αλείψανε το σώμα
θρηνούν για σένα τώρα.
Του παλατιού οι γυναίκες που τη σύζυγο σούφερναν
με της δικής σου εκλογής το δαχτυλίδι,
κλαίνε πικρά για σένα τώρα.
Κι οι νιοί που στάθηκαν αδέλφια σου,
σα νάσανε γυναίκες,
ακούρευτα αφήσανε σε πένθος τα μαλλιά τους.
Τύχη κακή με έχει καταστρέψει.
Μικρέ μου αδελφέ, Ενκιντού, αγαπημένε φίλε,
γιατί ο ύπνος τούτος σε κρατεί;
Χάθηκες μeς στην ερημιά και δε μπορείς ν' ακούσεις.
Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά του, αλλά η καρδιά του δεν χτυπούσε
πιά, ούτε και άνοιξε ξανά τα μάτια του. Οταν ο Γκιλγκαμές ακούμπησε το
χέρι του στην καρδιά του δεν χτυπούσε πιά. Κι ο Γκιλγκαμές τον σκέπασε
με πέπλο, σαν εκείνο που ρίχνουν στη νύφη. Κι άρχισε να ορύεται με
λύσσα, σαν το λιοντάρι και σαν τη λέαινα που της πήραν τα μικρά της. Κι
έτσι θρηνώντας στριφογύριζε, γύρω στο κρεβάτι του φίλου του, τραβούσε
τα μαλλιά του και τα σκορπούσε ένα γύρω. Ξέσχισε τα λαμπρά του
φορέματα και τα πέταξε κάτω σα να ήσαν βρώμικα παλιοπράγματα.
Με το πρώτο φώς της αυγής ο Γκιλγκαμές άρχισε να φωνάζει: "Σ΄
έβαλα να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι και να αναπαύεσαι σε κάθισμα στ΄
αριστερά μου. Και οι ηγεμόνες της γής σου φιλούσαν τα πόδια. Θέλω να
κάνω όλο το λαό της Ουρούκ να θρηνεί για σένα και να αρχίσει τα
μοιρολόγια. Κι όταν θα έχεις μπεί μέσα στη γή, για σένανε θ΄ αφήσω τα
μαλλιά μου να μεγαλώσουν. Και μές τις ερημιές θα τριγυρνώ, φορώντας
τομάρι λιονταριού". Και την επόμενη ημέρα με τα χαράματα, ο Γκιλγκαμές
άρχισε τους θρήνους. Εφτά ημέρες και εφτά νύχτες έκλαιγε για τον
Ενκιντού, μέχρι που έπεσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Και μόνο τότε τον
έθαψε, γιατί ο Αννουνάκι, ο κριτής τον είχε πάρει πιά.
Και τότε ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια διακήρυξη σ΄ όλη τη χώρα, που
καλούσε να μαζευτούν από παντού οι χαλκιάδες, οι χρυσοχόοι και οι
λιθοδουλευτές. Και τους διέταξε: "Να φτιάξετε άγαλμα στο φίλο μου". Και το
άγαλμα το φτιάξανε με βαρύ λαζουρίτη στα στήθη και με χρυσό στο κορμί.
Υστερα τοποθέτησε ένα τραπέζι από σκληρό ξύλο και πάνω του έβαλε ένα
δοχείο από λαζουρίτη γεμάτο βούτυρο. Κι αυτά τα πρόσφερε στο Θεό Ηλιο.
Και κλαίγοντας έφυγε.
4. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ
Ο Γκιλγκαμές έκλαψε πικρά το φίλο του τον Ενκιντού, και ύστερα
περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, και γύρισε όλους τους κάμπους.
Μέσα στην πίκρα του φώναζε: "Πώς είναι δυνατό να σταματήσω; Πώς είναι
δυνατό να ησυχάσω; Απελπισία πνίγει την καρδιά μου. Που είναι τώρα ο
αδελφός μου; Και τι θα γίνω όταν θα πεθάνω; Επειτα φοβάμαι το θάνατο,
θα κάνω ότι μπορέσω για να βρώ τον Ουτναπιστίμ που τον αποκαλούν
"Μακρινό", γιατί αυτός κατάφερε να μπεί στο συμβούλιο των Θεών". Και
έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες
και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον
Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον
εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κεί του
χάρισαν την αιώνια ζωή.
Το βράδυ όταν ο Γκιλγκαμές έφτασε στη στενή διάβαση του βουνού,
έκανε την προσευχή του: "Σε τούτο το βουνήσιο πέρασμα παλιότερα είχα
δεί λιοντάρια και τρόμαξα και σήκωσα τα μάτια μου προς το φεγγάρι.
Προσευχήθηκα. Κι η προσευχή μου έφτασε στους Θεούς. Και τώρα, ώ! θεέ
του φεγγαριού Σίν, προστάτεψέ με". Κι όταν τελείωσε την προσευχή του
ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Και ξύπνησε από ένα όνειρο. Είδε ολόγυρά του τα
λιοτάρια ζωντανά να καμαρώνουν. Και τότε άρπαξε στα χέρια του το
τσεκούρι, τράβηξε το ξίφος του από τη μέση και έπεσε πάνω τους σα βέλος
από τόξο. Και τα χτύπησε, τα κατάστρεψε και τα διέλυσε. Κι έτσι ο
Γκιλγκαμές έφθασε σε κείνο το ψηλό βουνό που το λένε Μασού, το βουνό
που κρατάει την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Η διπλή του κορυφή είναι
ψηλή ως τα τείχη του ουρανού. Και οι θηλές τους μπαίναν βαθειά στον
Κάτω Κόσμο. Την πύλη του την φύλαγαν οι σκορπιοί: μισοί άνθρωποι και
μισοί δράκοι. Η δόξα τους είναι τρομερή. Η ματιά τους φέρνει το θάνατο
στους ανθρώπους. Ο φωτεινός τους φωτοστέφανος λαμποκοπάει στο
βουνό που φυλάει τον ανατέλλοντα ήλιο. Οταν τους αντίκρυσε ο
Γκιλγκαμές, σκέπασε αμέσως τα μάτια του. Υστερα πήρε κουράγιο και
πλησίασε. Οταν τον είδανε να πλησιάζει άφοβα, ο Ανθρωπος - Σκορπιός
είπε στο σύντροφό του: "Αυτός εκεί που έρχεται κατά δώ είναι από θεϊκή
σάρκα". Κι ο σύντροφος του Ανθρώπου - Σκορπιού του είπε: "Κατά τα δύο
τρίτα είναι Θεός και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος".
Και τότε φώναξαν στον Γκιλγκαμές, φώναξαν στο παιδί των Θεών:
"Γιατί κάνατε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, διασχίζοντας τα επικίνδυνα νερά; Πές
μας για ποιό λόγο έφθασες εδώ;". Κι ο Γκιλγκαμές απάντησε: "Για χάρη του
Ενκιντού. Τον αγαπούσα πολύ. Μαζί δοκιμάσαμε όλες τις σκληρότητες. Και
είρθα για χάρη του επειδή τον πήρε η κοινή μοίρα των ανθρώπων. Εκλαψα
το χαμό του εφτά μέρες και νύχτες. /εν ήθελα να θάψω το σώμα του, γιατί
πίστευα πώς ο φίλος μου θα ξαναγύριζε εξ αιτίας των δακρύων μου. Από
τότε που έφυγε η ζωή μου δεν είναι τίποτα. Και γι΄ αυτό ταξίδεψα μέχρις
εδώ. Αναζητώ τον Ουτναπιστίμ, τον πατέρα μου. Γιατί οι άνθρωποι λένε
πώς μπήκε στη σύναξη των Θεών και κέρδισε την αιώνια ζωή. Κι έχω την
επιθυμία να τον ρωτήσω να μου εξηγήσει τη ζωή και το θάνατο". Ο
Ανθρωπος - Σκορπιός άνοιξε το στόμα του και είπε στον Γκιλγκαμές:
"Κανένας άνθρωπος που γεννήθηκε από γυναίκα δεν κατόρθωσε αυτό που
γυρεύεις. Κανείς θνητός δεν μπείκε στο βουνό. Το μήκος του είναι δώδεκα
λεύγες σκοτεινιά. Και δεν υπάρχει φώς σ΄ αυτό το χώρο. Η καρδιά πνίγεται
από τη σκοτεινιά. Από την ανατολή και μέχρι τη δύση του ήλιου δεν
υπάρχει φώς". Ο Γκιλγκαμές είπε: "Κι αν είτανε να πάω στη λύπη και στον
πόνο αναστενάζοντας και κλαίγοντας, θα πήγαινα. Ανοιξε λοιπόν την Πϋλη
του βουνού". Κι ο Ανθρωπος - Σκορπιός είπε: "Προχώρησε Γκιλγκαμές,
σου επιτρέπω να περάσεις μέσα από το βουνό Μασού και μέσα από την
υψηλή τάξη. Ισως τα πόδια σου γερά να σε ξαναφέρουν στην πατρίδα σου.
Η πύλη του βουνού είναι ανοικτή".
Οταν ο Γκιλγκαμές τον άκουσε έκανε ότι του είπε ο Ανθρωπος -
Σκορπιός και ακολούθησε το δρόμο του ήλιου προς την ανατολή, μέσα από
το βουνό. Οταν προχώρησε μια λεύγα, η σκοτεινιά έγινε γύρω του πυκνή,
γιατί δεν είχε φώς και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί.
Μετά τη δεύτερη λεύγα η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά.
Και δεν μπορούσε τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε την
πέμπτη λεύγα, η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν
μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε η έκτη λεύγα
η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε
τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε κι η έβδομη η λεύγα, η
σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε
τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Κι όταν περπάτησε και τις οκτώ
λεύγες, ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια δυνατή κραυγή, γιατί η σκοτεινιά ήταν
πυκνή και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί. Στην ένατη
τη λεύγα ένοιωσε κατάμουτρα το βοριά, αλλά η σκοτεινιά ήταν πυκνή, φώς
δεν υπήρχε πουθενά και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να
δεί. Μετά τη δέκατη τη λεύγα, το τέλος έφτανε. Μετά την ενδέκατη τη λεύγα,
φάνηκε το φώς της αυγής. Στο τέλος της δωδέκατης λεύγας πρόβαλε ο
ήλιος.
Κι εκεί υπήρχε ο κήπος των Θεών. Ολόγυρά του ήταν θάμνοι
φορτωμένοι με πολύτιμα στολίδια. Οταν τον αντίκρυσε προχώρησε ίσια
προς τα εκεί, γιατί εκεί κρεμόντανε δοχεία από καρνέλιαν γεμάτα κρασί με
θαυμάσια όψη. Τα φύλλα ήταν από παχύ λαγουρίτη και οι πολύτιμοι
καρποί τους που φαινόταν στο βάθος έδειχναν να είναι γλυκείς. Για αγκάθια
και για βελόνες των θάμνων είχαν αιματίνη και πολύτιμες πέτρες, αχάτη και
μαργαριτάρια που βγαίναν από τη θάλασσα. Ενώ ο Γκιλγκαμές
προχωρούσε από την άκρη της θάλασσας προς τον κήπο τον είδε ο
Σαμάς. Και είδε ο Σαμάς πώς είτανε ντυμένος με δέρμα ζώων και είχε φάει
τις σάρκες τους. Ηταν καταθλιμένος και του είπε: "Κανείς θνητός δεν
διάβηκε πρίν από σένα σε τούτα δώ τα μέρη κι ούτε ποτέ θα φθάσει, όσο
θα φυσάει ο άνεμος στη θάλασσα". Και πρόσθεσε στο Γκιλγκαμές: "Ποτέ
δεν θα βρείς τη ζωή που αναζητάς". ΚΙ ο Γκιλγκαμές είπε στον ένδοξο
Σαμάς: "Τώρα που ταλαιπωρήθηκα και τσακίστηκα μέσα στην έρημο,
πρέπει να κοιμηθώ και να σκεπάσει η γή για πάντα το κεφάλι μου; Αφησε
τα μάτια μου να κοιτάξουν τον ήλιο μέχρι να ζαλιστώ. Παρ΄ όλο που δεν
είμαι καλύτερα από το νεκρό, αφήστε με να δώ το φώς του ήλιου".
Πίσω από τη θάλασσα ζεί η γυναίκα του κρασιού, αυτή που φτιάχνει
το κρασί. Η Σιντουρί κάθεται στον κήπο στην άκρη της θάλασσας, με τα
χρυσά τα κύπελα και τα χρυσά πιθάρια που της χάρισαν οι Θεοί. Ηταν
σκεπασμένη με πέπλο. Και από κεί που καθόταν είδε το Γκιλγκαμές να
προχωράει προς αυτήν, φορώντας δέρματα στις θεϊκές του σάρκες, αλλά
με πνιγμένη την καρδιά του στην απελπισία και με πρόσωπο σαν του
ανθρώπου που ταξίδεψε πολύ. Τον κοίταξε κι όπως αναμέτρησε την
απόσταση είπε μέσα της: "Ασφαλώς κάποιος κακούργος είναι. Αλλά τι
γυρεύει εδώ;". Και μαντάλωσε με διπλό μάνταλο την πόρτα. Αλλά ο
Γκιλγκαμές που άκουσε το θόρυβο του μάνταλου έρριξε προς τα πίσω το
κεφάλι και πάτησε το πόδι του στην πόρτα. Και της φώναξε: "Κοπέλλα, εσύ
που κάνεις το κρασί, γιατί μαντάλωσες την πόρτα σου; Θα σπάσω και θα
συντρίψω την πόρτα σου, γιατί εγώ είμαι ο Γκιλγκαμές, που έπιασε και
σκότωσε τον ταύρο του ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των
Κέδρων, που ανέτρεψε το Χουμπαμπά που ζούσε μες το δάσος και
σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού". Και τότε η Σιντουρί του
είπε: "Αν είσαι εσύ ο Γκιλγκαμές που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο του
ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των Κέδρων, που ανέτρεψε
το Χουμπαμπά και σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού, γιατί
τα μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι τόσο στεγνό το πρόσωπό
σου; Γιατί είναι πνιγμένη στην απελπισία η καρδιά σου κι είναι το πρόσωπό
σου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι
ξεροψημένο από τη ζέστα και το κρύο και γιατί έφτασες εδώ
περιπλανόμενος μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα;".
Κι ο Γκιλγκαμές της αποκρίθηκε: "Και πώς να μην είναι λιμασμένα τα
μάγουλά μου και να μην είναι στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην
απελπισία είναι η καρδιά μου κι είναι το πρόσωπό μου σαν εκείνου που
ταξίδεψε πολύ και ξεροψήθηκε από τη ζέστη και το κρύο. Και γιατί να μην
περιπλανηθώ μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα; Ο φίλος μου, ο πιό
μικρός μου αδελφός, αυτός που κυνηγούσε το αγριογάιδουρο στις ερημιές,
τον πάνθηρα στους κάμπους, ο φίλος μου, ο πιό μικρός μου αδελφός, που
έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο του Ουρανού και που ανέτρεψε το
Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος που
πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγάπησα
πολύ, εχάθηκε. Τον άρπαξε το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν
εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του.
Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου
άρχισα να τρέχω και αναπαμό δε βρίσκω. Αλλά τώρα κοπέλλα μου, εσύ
που φτιάχνεις το κρασί, από τη στιγμή που είδα το πρόσωπό σου, μή με
αφήνεις να γνωρίσω το πρόσωπο του θανάτου που τόσο πολύ φοβάμαι".
Κι εκείνη του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές για που τρέχεις; Ποτέ δεν
πρόκειται να βρείς τη ζωή που ζητάς. Οταν οι Θεοί δημιούργησαν τον
άνθρωπο, του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο, ενώ τη ζωή την κράτησαν
μόνο για τον εαυτό τους. Οσο για σένα Γκιλγκαμές γιόμισε την κοιλιά σου
με ευχάριστα. Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, χόρευε και απόλαυσε, πίνε
και γλέντησε. Φόρεσε καινούργια ρούχα, πλύνε το σώμα σου στο νερό,
αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου και κάνε τη γυναίκα σου στην
αγκαλιά σου ευτυχισμένη. Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου".
Αλλά ο Γκιλγκαμές είπε στη Σιντουρί, τη νέα κοπέλλα του κρασιού: "Πώς
είναι δυνατό να σιωπήσω, πώς είναι δυνατό να βρώ αναπαμό, όταν ο
Ενκιντού που τόν αγάπησα πολύ έγινε σκόνη κι όταν και γώ θα πεθάνω και
θα με βάλουνε στη γή για πάντα;". Κι ύστερα της ξανάπε: "Νέα κοπέλλα,
πές μου τώρα ποιός ειν΄ ο δρόμος για να βρώ τον Ουτναπιστίμ, το γιό του
Ουμπάρα - Τουτού; Ποιά κατεύθυνση πρέπει να πάρω! Θα διαπλεύσω και
τον κεανό αν είναι δυνατό. Κι αν δεν είναι δυνατό, θα πλανηθώ ακόμα πιό
μακρυά στην έρημο". Κι αυτή, που φτιάχνει το κρασί του είπε: "Γκιλγκαμές,
δεν υπάρχει τρόπος να διαπλεύσεις τον κεανό. Από όπου και αν είρθες
και από την πανάρχαια αν είσαι εποχή δεν είσαι ικανός αυτή τη θάλασσα
για να διαβής. Μόνο ο ήλιος μέσα στη δόξα του μπορεί να διαπερνάει
αυτόν τον κεανό. Αλλά κανείς πέρα από το Σαμάς δεν τον πέρασε ποτέ.
Ο τόπος και το πέρασμα είναι δύσκολα. Και τα νερά του θανάτου που
ρέουν ανάμεσά του είναι βαθειά. Γκιλγκαμές πώς είναι δυνατό να
διαπλεύσεις έναν τέτοιο ωκεανό; Κι όταν θα φτάσεις στα νερά του θανάτου
τι θα κάνεις; Παρ΄ όλα αυτά Γκιλγκαμές, κάτω εκεί στο δάσος θα βρείς τον
Ουρσαναμπί, τον πορθμέα του Ουτναπιστίμ. Αυτός κρατάει τα ιερά
πράγματα, τα πέτρινα πράγματα. Στο πλοίο του έχει πλώρη ερπετού.
Ερεύνησέ τον καλά. Και αν είναι δυνατό θα διαπλεύσεις μαζί του τα νερά.
Αλλά αν δεν είναι δυνατό, πρέπει να γυρίσεις πίσω".
Οταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το
τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος
στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα
στο δάσος και κάθισε. Ο Ουρσαναμπί είδε τη λάμψη του σπαθιού, άκουσε
το τσεκούρι και είπε στο Γκιλγκαμές: "Πές μου ποιό είναι το όνομά σου;
Εγώ είμαι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας του Ουτναπιστίμ, του Μακρινού". Κι
εκείνος του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου, είμαι από την
Ουρούκ, από τον οίκο του Ανού". Κι ο Ουρσαναμπί του αποκρίθηκε: "Γιατί
τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί
έχεις απελπισία στην καρδιά κι είναι το πρόσωπό σου σαν εκείνου που
ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι ξεροψημένο από τη
ζέστη και το κρύο. Και γιατί έφτασες εδώ περιπλανημένος μέσα στα
λειβάδια, αναζητώντας τον αέρα;". Κι ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Πώς
είναι δυνατό να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά μου και να μην είναι
στεγνό το πρόσωπό μου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ. Ξεροψήθηκα
από τη ζέστη και το κρύο. Πώς να μην περιπλανηθώ μέσα στα λειβάδια; Ο
φίλος μου ο πιό μικρός μου αδελφός, που έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο
του Ουρανού και που ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο
φίλος μου ο αγαπημένος που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο
αδελφός μου που τον αγάπησα πολύ εχάθει. Τον άρπαξε το τέλος των
θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που
πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το
θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου άρχισα να τρέχω στις ερημιές και
αναπαμό δεν βρίσκω. Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι δυνατό
να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πιά σκόνη. Κι εγώ θα πεθάνω.
Και μένα θα με βάλουνε για πάντα στη γή. Φοβήθηκα το θάνατο. Και γι΄
αυτό Ουρσαναμπί πές μου που είναι ο δρόμος που οδηγεί στον
Ουτναπιστίμ; Αν είναι δυνατό, θα διασχίσω και τα νερά του θανάτου. Αν όχι
θα συνεχίσω ακόμα να πλανιέμαι μέσα στην ερημιά".
Ο Ουρσαναμπί του είπε: "Γκιλγκαμές τα ίδια σου τα χέρια σε
εμποδίζουνε να διαπλεύσεις τον κεανό. Οταν έσπαζες τα πέτρινα
αντικείμενα, έσπαζες την ασφάλεια του πλοίου". Ο Γκιλγκαμές του
αποκρίθηκε: "Γιατί είσαι τόσο θυμωμένος μαζί μου, Ουρσαναμπί, αφού εσύ
διαπερνάς τον κεανό νύκτα και ημέρα κι όλες τις εποχές του χρόνου;". Κι
ο Ουρσαναμπί του είπε: "Αυτές οι πραγματικές πέτρες ήσαν εκείνες που με
μετέφεραν με σιγουριά πάνω από τον κεανό. Τώρα όμως Γκιλγκαμές
πήγαινε μέσα στο δάσος με το τσεκούρι σου κόψε πασάλους. Κόψε εκατόν
είκοσι πασάλους. Και κόψε τους εξήντα κυβικά μήκος. Βάψε τους με πίσσα,
δέσε τους με στεφάνι και φέρε τους εδώ". Οταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά,
πήγε στο δάσος έκοψε πασάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους
έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και
τους πήγε στον Ουρσαναμπί. Μ΄ αυτούς επενδύσανε το πλοίο ο
Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί μαζί. Και έτσι ανοιχτήκαν στον κεανό. Για
τρείς ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν διανύσει διάστημα ενός
μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το πλοίο
του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρσαναμπί στον Γκιλγκαμές:
"Βιάσου. Πάρε ένα πάσαλο και σπρώξε τον προς τα εκεί, αλλά πρόσεξε τα
χέρια σου να μην αγγίξουν τα νερά". Ο Γκιλγκαμές πήρε έναν δεύτερο
πάσαλο, ύστερα έναν τρίτο κι ένα τέταρτο πάσαλο. Υστερα ο Γκιλγκαμές
πήρε έναν πέμπτο, έναν έκτο και έναν έβδομο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές
πήρε τον όγδοο, τον ένατο και το δέκατο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές πήρε τον
ενδέκατο και το δωδέκατο πάσαλο. Και αφού πέταξε τους εκατόν είκοσι
πασάλους ο Γκιλγκαμές χρησιμοποίησε τον τελευταίο. Και ύστερα
γυμνώθηκε ο ίδιος. Υψωσε το μπράτσο του σε κατάρτι και έκαμε τα ρούχα
του πανιά. Και έτσι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας μετέφερε το Γκιλγκαμές
στον Ουτναπιστίμ, που τον ελέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο
Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ΄
αυτόν οι θεοί, απ΄ όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή.
Και τώρα ο Ουτναπιστίμ από εκεί που ζούσε με άνεση, κοίταξε
μακρυά και είπε μέσα του απορώντας: "Γιατί το πλοίο να πλέει χωρίς
άρμενα και κατάρτι; Γιατί να καταστράφηκαν οι ιερές πέτρες; Και γιατί δεν
φαίνεται κατάρτι στο πλοίο; Ο άνθρωπος που έρχεται δεν είναι απ΄ τους
δικούς μου. Απ΄ ότι βλέπω, ο άνθρωπος αυτός έχει σκεπασμένο το σώμα
του με δέρματα ζώων. Ποιός να είναι αυτός που ακολουθεί πίσω από τον
Ουρσαναμπί και που ασφαλώς δεν είναι από τους δικούς μου;". Και ο
Ουτναπιστίμ τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του και του είπε: "Ποιό
είναι το όνομά σου εσένα που έρχεσαι εδώ, φορώντας δέρμα ζώων και που
τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί
έρχεσαι τόσο βιαστικός; Γιατί έκανες τούτο το μεγάλο ταξίδι και γιατί
διέπλευσες θάλασσες που το πέρασμά τους είναι επικίνδυνο; Πές μου
λοιπόν τους λόγους που είρθες εδώ". Και κείνος του αποκρίθηκε:
"Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου. Είμαι από την Ουρούκ από τον οίκο του
Ανού". Και τότε ο Ουτναπιστίμ του είπε: "Αν είσαι σύ ο Γκιλγκαμές, γιατί τα
μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί η
καρδιά σου είναι πνιγμένη στην απελπισία κι είναι το πρόσωπό σου σαν
εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι
ξεροψημένο από τη ζέστη και το κρύο; Και γιατί έφτασες εδώ αφού
περιπλανήθηκες στις ερημιές, αναζητώντας τον αέρα;".
Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Πώς να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά
μου και στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην απελπισία είναι η καρδιά
μου. Κι είναι το πρόσωπό μου σαν το πρόσωπο αυτού που ταξίδεψε πολύ
και ξεροψήθηκε στη ζέστη και στο κρύο. Και γιατί ναμην περιπλανηθώ στα
λειβάδια; Ο φίλος μου, ο πιό μικρός μου αδελφός που έπιασε και σκότωσε
τον Ταύρο του Ουρανού κι ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των
Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος, που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο
Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγαπούσα πολύ, εχάθηκε. Τον άρπαξε
το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες
μέχρι που πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου
άρχισα να τρέχω στις ερημιές. Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι
δυνατό να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πιά σκόνη. Και γώ θα
πεθάνω και θα με βάλουνε για πάντα στη γή". Κι ύστερα ξανάπε ο
Γκιλγκαμές στον Ουτναπιστίμ: "Είρθα για να βρώ αυτόν που τον
αποκαλούν "Μακρινό". Γι΄ αυτό έκανα τούτο το ταξίδι. Γι΄ αυτό
περιπλανήθηκα στον κόσμο, γι΄ αυτό υπερπήδησα πολλές δυσκολίες. Γι΄
αυτό πέρασα θάλασσες. Γι΄ αυτό κουράστηκα ταξιδεύοντας. Οι αλοιφές
είναι οι πόνοι μου. Και ξέχασα τον ύπνο που είναι τόσο γλυκός. Τα ρούχα
μου ξεσχίστηκαν πρίν να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί. Σκότωσα την
αρκούδα και την ύαινα, το λιοντάρι και τον πάνθηρα, την τίγρη, το αρσενικό
ελάφι και τον αίγαγρο και όλα τα είδη αγριμιών μαζί και τα μικρά πλάσματα
των λειβαδιών. Εφαγα το κρέας τους και φόρεσα τα δέρματά τους. Κι έτσι
κατάφερα να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί, τηςνεαρής κοπέλλας που
φτιάχνει τα κρασιά, η οποία μούκλεισε την πόρτα της με πίσσα και κατράμι.
Μα απ΄ αυτήν πήρα την κατεύθυνση του ταξιδιού. Και έτσι έφτασα στον
Ουρσαναμπί, τον πορθμέα και μαζί του πέρασα τα νερά του θανάτου. Ώ
πατέρα Ουτναπιστίμ, εσύ που μπήκες στη σύναξη των Θεών, ήθελα να σε
ρωτήσω για ζητήματα, που έχουν σχέση με τη ζωή και με το θάνατο και για
το πώς θα βρώ τη ζωή που αναζητάω".
Κι ο Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "/εν υπάρχει σταθερότητα.
Φτιάχνουμε σπίτι, που να μείνει για πάντα; Κλείνουμε συμφωνίες που να
ισχύουν για πάντα; Τ΄ αδέλφια μοιράζουν την κληρονομιά για να την
κρατήσουν για πάντα; Μπορεί να διαρκέσει για πάντα η πλημμύρα των
ποταμών; Μονάχα η νύμφη του φτερωτού του δράκοντα που ρίχνει το
σκουλίκι της και μπορεί να κοιτάζει κατάματα τον ήλιο, μπορεί να μας
μοιάζει. Από τα πανάρχαια τα χρόνια τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. Ο
ύπνος και ο θάνατος είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Κι όμως ο ύπνος
μοιάζει με το θάνατο. Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον κύριο και στον
υπηρέτη του στο θάνατο; Αφού ο Αννουνάκι ο κριτής και η Μαμμέτουμ, η
μάνα της τύχης, καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων, η ζωή κι ο θάνατος
μοιράζονται, αλλά η μέρα του θανάτου δεν αποκαλύπτεται".
Και τότε ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, στο "Μακρινό": "Σε
κοιτάζω Ουτναπιστίμ και βλέπω πώς το παρουσιαστικό σου δεν είναι
διαφορετικό από το δικό μου. Τίποτα το παράξενο δεν έχει η όψη σου.
Νόμιζα πώς θα έβρισκα κάποιον που να μοιάζει με ήρωα έτοιμο για μάχη.
Αλλά εσύ εδώ ζείς μέσα στις ανέσεις σου. Πές μου λοιπόν, πώς τα
κατάφερες και μπήκες στη συντροφιά των Θεών και ύστερα κέρδισες την
αιώνια ζωή;". Κι ο Ουτναπιστίμ είπε στο Γκιλγκαμές: "Θα σου αποκαλύψω
ένα μυστήριο. Θα σου μιλήσω για ένα μυστικό των Θεών".
5. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ
"Ξέρεις την πόλη Σουρρουπάκ που βρίσκεται στις όχθες του
Ευφράτη; Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιό παλιοί είν΄ οι Θεοί
της. Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των
Θεών. Eκεί ήταν κι ο πολεμικός Ελνίλ ο σύμβουλός τους, ο Νινούρτα ο
βοηθός, και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά.
Κείνον τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν. Ο
κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος. Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από
τις κραυγές τους. Ο Ενλίλ που άκουσε τις φωνές τους είπε στο Συμβούλιο
των Θεών: Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι. Και δεν μπορεί
κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία. Και τότε οι θεοί πρόθυμα
αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό. Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με
προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό
μου: "Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ώ τείχος! άκουσε με προσοχή
καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Ανθρωπε του Σουρρουπάκ, γιέ του
Ουμπάρα - Τουτού, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε
την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του
κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου. Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και
φτιάξε πλοίο. Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις:
οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι
σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο
σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων".
Οταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά
κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν. Την Πέμπτη
ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το
σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα άκρ. Κάθε πλευρά του πλοίου
λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κυβικά και το σχήμα του ήταν τετράγωνο.
Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα
εφτά. Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Οπου
χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα
εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγίνια με το λάδι. Ερριξα
πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιό
πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο. Εσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του
πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα. Εδωσα στους εργάτες του
πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και είτανε νεράκι, δυνατό κρασί και κοκκινέλι
και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε όπως γιορτάζουμε την
γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου με αρωματικό
λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα.
/υσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του
πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δυό τρίτα. Φόρτωσαν πάνω
όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους
συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους
τεχνίτες. Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που
είχε ορίσει ο Σαμάς: "Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε
την καταστροφική του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις
σκαλωσιές σου". Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Εφθασε η νύχτα. Ο καβαλάρης
της θύελλας έστειλε τη βροχή. Κοίτταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και
έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα
συμπληρωθεί: και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα. Και έτσι έδωσα το
τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της
ναυσιπλοϊας και τη φροντίδα του πλοίου. Με τα χαράματα ένα μαύρο
σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα. Βροντούσε μέσα εκεί που περνούσε ο
κύριος της θύελλας καβαλάρης, ο Αντάντ. Μπροστά, πάνω από το λόφο
και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς προχωρούσαν οι κήρυκες της
θύελλας. Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους
υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου. Ο Νικούρτας ο κύριος του
πολέμου έσπασε τα φράγματα και οι εφτά κριτές της κόλασης και ο
Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους για να φωτίσουν τη γή με το ωχρό
τους φώς. Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς,
όπου ο Θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και είχε
συντρίψει τη γή σαν κύπελλο. Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα
λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια ορμή καθώς προχωρούσε και
ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους, σαν θύελλα μαχών. Ο άνθρωπος δεν
μπορούσε να δεί τον αδελφό του, ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον
ουρανό. Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν
στα πιό ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα
τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα. Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη
βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά σαν παραδουλεύτρα: "Αλλοίμονο
οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό. Αλλά γιατί
να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών; Υποκινούσα
πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν δικοί
μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά
ψαριών στον ωκεανό". Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης
έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους.
Εξη ημέρες και έξη νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι,
θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δυό φαντάσματα πολεμιστών.
Οταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα
ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Ολη η ανθρωπότητα είχε γίνει
λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός
ησύχαζε. Ανοιξα μια χαραμάδα και το φώς έπεσε στο πρόσωπό μου. Και
τότε έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα
μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά. Μάταια
αναζητούσα με το βλέμμα μου γή. Μακριά όμως σε απόσταση
δεκατεσσάρων λευγών εμφανίστηκε ένα βουνό και κεί άραξα το πλοίο μου.
Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πιά δεν κινιόταν. Σταμάτησε
τη μιά ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη
ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη
ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. Οταν
ξημέρωσε η έβδομη ημέρα άφησα ένα περιστέρι ελεύθερο. Το περιστέρι
πέταξε μακρυά αλλά επειδή δεν βρήκε μέρος να σταθεί ξαναγύρισε. Υστερα
άφησα ελεύθερο ένα χελιδόνι. Και πέταξε και αυτό μακρυά, αλλά δεν βρήκε
μέρος να σταθεί και ξαναγύρισε. Αφησα ύστερα ένα κοράκι. Και το κοράκι
είδε ότι τα νερά είχαν αποτραβηχθεί, έφαγε, πέταξε γύρω μας, έκραζε και
πιά δεν ξαναγύρισε. Τότε τα άνοιξα όλα προς τους τέσσερους ανέμους,
έκανα μια θυσία και έχυσα τη σπουδή μου στο βουνό. Εφτά και άλλα εφτά
καζάνια έστησα. Μάζεψα ξύλα και καλάμια και κέδρα και μυρτιά. Οταν οι
Θεοί μυρίστηκαν τη γλυκειά μυρουδιά, μαζεύτηκαν σαν μυίγες πάνω στη
θυσία. Και τότε έφτασε επιτέλους και η Ιστάρ, ύψωσε το περιδέραιο με τα
κοσμήματα του ουρανού, που το έφτιαξε κάποτε για χάρη της ο Ανού: "Ώ
Θεοί, είπε, που μαζευτήκατε όλοι εδώ, με το λαζουρίτη που έχω στο λαιμό
μου, θα θυμάμαι αυτές τις ημέρες, όπως θυμάμαι και τα κοσμήματα του
στήθους μου. Αυτές τις τελευταίες ημέρες δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Και ας
κάνουμε το ίδιο όλοι οι θεοί, που μαζευτήκαν γύρω στη θυσία εκτός από
τον Ενλίλ. Αυτός δεν πρέπει να αγγίξει αυτήν την προσφορά, γιατί
προκάλεσε τον κατακλυσμό, χωρίς να το σκεφθεί. Και καταδίκασε το λαό
μου στην καταστροφή".
Οταν έφθασε ο Ενλίλ και είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και
καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό: "Ξέφυγαν θνητοί
από την καταστροφή; /εν έπρεπε κανένας να επιζήσει". Τότε ο Θεός των
πηγαδιών και των καναλιών ο Νινούρτα άνοιξε το στόμα του και είπε στον
πολεμοχαρή τον Ενλίλ: "Ποιός από όλους τους θεούς θα μπορούσε να
μαντέψει τα πράγματα εκτός από τον Εά; Μόνο ο Εά γνωρίζει τα πάντα".
Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ: "Ηρωα
Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιό σοφός απ' τους θεούς πώς μπόρεσες τόσο
ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό;
Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει
και η παρανομία τον παράνομο
Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί
Μη γίνεσαι σκληρός και μήν τον αφανίζεις.
Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο
και θάταν προτιμότερη απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε ένας λοιμός ν' αφάνιζε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερος απ' τον κατακλυσμό.
Δεν είμαι εγώ που αποκάλυψα το μυστικό των θεών. Ο σοφός
άνθρωπος το έμαθε στο όνειρό του. Και τώρα το συμβούλιό μας πρέπει να
αποφασίσει τι κάνουμε αυτόν εδώ".
Και τότε ο Ενλίλ μπήκε στο πλοίο. Με πήρε από το χέρι. Πήρε μαζί
και τη γυναίκα μου και μας έβαλε στο πλοίο. Εμείς γονατίσαμε αντικρυστά
και κείνος έστεκε ανάμεσά μας. Και άγγιξε τα μέτωπά μας σαν σε ευλογία,
λέγοντάς μας: "Ουτναπιστίμ, παλιότερα είσουνα θνητός άνθρωπος. Από
δώ και μπρός εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακρυά, εκεί που είναι οι
εκβολές των ποταμών". Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ
να ζώ μακρυά στις εκβολές των ποταμών.
6. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Κι ο Ουτναπιστίμ μου είπε: "Οσο για σένα Γκιλγκαμές που θέλεις να
πας στη σύναξη των Θεών για να εξασφαλίσεις τη ζωή που αναζητάς, τι
λές τώρα; Αν εξακολουθείς να το ποθής έλα και πραγματοποίησε τη
δοκιμασία που θα σου πώ: Για έξη ημέρες και εφτά νύχτες δεν πρέπει να
κοιμηθείς". Μα ενώ ο Γκιλγκαμές καθότανε ακουμπισμένος στους γοφούς
του, ο ύπνος, σαν το μαλακό και ερεθιστικό μαλλί της προβιάς τον
σκέπασε. Και ο Ουτναπιστίμ είπε στη σύζυγό του: "Κοίταξε το δυνατό
άνθρωπο που γύρευε την αιώνια ζωή, τον τύλιξε η καταχνιά του ύπνου". Κι
η σύζυγός του του είπε: "Σκούντηξε τον άνθρωπο να ξυπνήσει, για να
μπορέσει να ξαναγυρίσει ειρηνικά στο σπίτι του, ξαναπερνώντας από τις
ίδιες πύλες που έφτασε ως εδώ". Ο Ουτναπιστίμ απάντησε στη σύζυγό
του: "Ολοι οι άνθρωποι είναι κατεργαραίοι. Ακόμα και σένα θα
προσπαθούσε να σε εξαπατήσει. Γι΄ αυτό ψήσε καρβέλια ψωμί, για κάθε
ημέρα ένα. Και βάλετα δίπλα στο κεφάλι του. Και τράβα χαρακιές στον
τοίχο για τις ημέρες που κοιμάται".
Κι εκείνη έψηνε καρβέλια κάθε ημέρα και από ένα και τα έβαζε δίπλα
στο κεφάλι του. Και τράβαγε κι από μιά χαρακιά στον τοίχο, για την κάθε
ημέρα που κοιμόταν. Κι έφτασε καιρός που το καρβέλι της πρώτης ημέρας
ξεράθηκε, το δεύτερο έγινε πετσί, το τρίτο μούχλιασε όλο, του τέταρτου
έπιασε μούχλα η κόρα, το πέμπτο μούχλιασε στη μέση το έκτο ήταν ακόμα
φρέσκο, το έβδομο ήταν ακόμη στη φωτιά. Και τότε ο Ουτναπιστίμ τον
σκούντησε και ξύπνησε. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, το
"Μακρινό": "Μόλις που είχα αποκοιμηθεί όταν με σκούντησες". Και ο
Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "Μέτρησε εκείνα τα καρβέλια και θα μάθεις
πόσες ημέρες κοιμήθηκες, γιατί το πρώτο έγινε σκληρό, το δεύτερο σαν
πετσί, το τρίτο μούχλιασε ολόκληρο, του τέταρτου μούχλιασε η κόρα, το
πέμπτο μούχλιασε στη μέση, το έκτο είναι ακόμα φρέσκο και το έβδομο
βρισκόταν στη φωτιά όταν σε σκούντηξα και ξύπνησες". Ο Γκιλγκαμές
μουρμούρισε: "Τι πρέπει να κάνω, ώ Ουτναπιστίμ; που πρέπει να πάω;
Από τα τώρα κιόλας ο κλέφτης της νύχτας, μου κρατεί τα μέλη μου, ο
θάνατος κατοικεί μέσα στο δωμάτιό μου. Οπου σταματήσω εκεί θα βρώ το
θάνατο".
Και τότε ο Ουτναπιστίμ φώναξε τον Ουρσαναμπί τον πορθμέα:
"Συμφορά σε σένα Ουρσαναμπί και για τώρα και ακόμα πιό πολύ για
πάντα. Εγινες μισητός σ΄ αυτό το καταφύγιο. /εν έκανε εσύ ούτε και σύ
μαζί να διαπλεύσετε τη θάλασσα αυτή. Φεύγα λοιπόν εξορισμένος από
τούτες τις ακτές. Αλλά τον άνθρωπο αυτό, που τον περπάτησες και τον
έφερες εδώ, τον άνθρωπο αυτό, που το σώμα του έχει πληρότητα και που
έχει χαλάσει η χάρη των μελών του από τα δέρματα των αγρίων ζώων,
πήγαινέ τον να πλυθεί. Εκεί θα πλύνει τα μακρυά του τα μαλλιά και θα
γίνουν ολοκάθαρα σαν το χιόνι. Εκεί θα αλλάξει δέρμα. Και τα κομμάτια του
δέρματος που θα πέσουν πέταξέ τα για να τα πάρει η θάλασσα. Και τότε θα
φανεί η ομορφιά του σώματος και θα ξανανιώσει το στεφάνι του μετώπου
του. Και ρούχα θα του δοθούν για να κρύψει τη γύμνια του. Μέχρι που να
φτάσει στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του, τα ρούχα αυτά δεν
θα του δείχνουν την ηλικία του. Θα τον δείχνουν νέο όπως και τα ρούχα
που θα φορεί". Και τότε ο Ουρσαναμπί πήρε το Γκιλγκαμές και τον οδήγησε
στο μέρος που έπρεπε να πλυθεί. Και κεί έπλυνε τα μακρυά του μαλλιά και
τα έκανε καθαρά σαν το χιόνι, απόβαλε το δέρμα του και το πέταξε στη
θάλασσα και το πήρε μακρυά. Και τότε φάνηκε η ομορφιά του σώματός
του. Ανανεώθηκε και το στεφάνι του μετώπου του. Και για να σκεπάσει τη
γύμνια του του δόθηκαν ρούχα, που δεν έδειχναν σημάδια ηλικίας και που
μπορούσε να τα φορεί και νάναι πάντα καινούργιος, μέχρι να ξαναφτάσει
στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του.
Και ύστερα ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί ξανάρριξαν το πλοίο στη
θάλασσα και το ετοίμασαν να αναχωρήσουν. Αλλά η σύζυγος του
Ουτναπιστίμ, του "Μακρινού" είπε: "Ο Γκιλγκαμές είρθε εδώ εξαντλημένος
και ακόμη είναι κουρασμένος. Τι θα κερδίσει αν ξαναπάει στη χώρα του;".
Κι ο Ουτναπιστίμ αποκρίθηκε, ενώ ο Γκιλγκαμές με έναν πάσαλο,
προσέγγιζε το πλοίο στην ακτή: "Γκιλγκαμές, είρθες εδώ εξαντλημένος και
κατακούρασες τον εαυτό σου. Τι θα κέρδιζες αν θα ξαναπήγαινες στη χώρα
σου; Γκιλγκαμές, θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό. Αυτό που σου
αποκαλύπτω είναι μυστικό των Θεών. Υπάρχει εδώ ένα φυτό που
μεγαλώνει κάτω από το νερό. Εχει βελόνες για αγκάθια και μοιάζει με
τριαντάφυλλο. Μπορεί να σου πληγώσει τα χέρια, αλλά αν καταφέρεις να
το πιάσεις, τότε τα χέρια σου θα κρατάνε εκείνο που ξαναδίνει στον
άνθρωπο τη νεότητά του". Οταν το άκουσε αυτό ο Γκιλγκαμές άνοιξε τη ροή
του νερού ώστε το γλυκό νερό να τόνε σύρει στο πιό βαθύ κανάλι. Εδεσε
βαρειές πέτρες στα πόδια του και τον έσυραν στα βαθειά της θάλασσας.
Και εκεί είδε το φυτό. Παρ΄ όλο που του τρύπησε τα χέρια, το έπιασε. Και
τότε έκοψε τις βαρειές πέτρες από τα πόδια του κι η θάλασσα τον έφερε
στην ακτή. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουρσαναμπί τον πορθμέα: "Ελα να δεις
αυτό το θαυμάσιο φυτό. Με τη δύναμή του ο άνθρωπος μπορεί να βρεί τις
χαμένες του δυνάμεις. Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά
τείχη. Και κεί θα το δώσω στους γέρους να το φάνε. Και θα το ονομάσουμε:
"Αυτό που ξανανοιώνει τους γέρους". Και τελικά θα το φάω και γώ ο ίδιος
για να ξανααποκτήσω όλη μου τη νειότη". Κι έτσι ο Γκιλγκαμές
ξαναγυρνούσε από την Πύλη που είχε φτάσει ως εδώ. Ο Γκιλγκαμές και ο
Ουρσαναμπί επέστρεφαν μαζί. /ιάσχισαν τις είκοσι λεύγες και ύστερα
έκοψαν ταχύτητα. Υστερα από τριάντα λεύγες σταμάτησαν να ξενυχτήσουν.
Ο Γκιλγκαμές είδε ένα πηγάδι με δροσερό νερό και πήγε να πλυθεί.
Αλλά στο βάθος του πηγαδιού υπήρχε ένα φίδι. Και το φίδι οσφράνθηκε τη
μυρωδιά του άνθους. Βγήκε από το νερό, το άρπαξε και έφυγε τρέχοντας.
Αμέσως άλλαξε το δέρμα του και ξαναγύρισε στο πηγάδι. Κι ο Γκιλγκαμές
κάθισε κάτω κι έκλαψε. Τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά του και πιάστηκε
από το χέρι του Ουρσαναμπί: "Ώ Ουρσαναμπί, γι΄ αυτό κουράστηκα και
πόνεσαν τα χέρια μου; Γι΄ αυτό έδωσα και το αίμα της καρδιάς μου; Για τον
εαυτό μου δεν κέρδισα τίποτα. Και τελικά όχι εγώ αλλά το ζωντανό της γής
το χάρηκε. Τώρα το έχει πάρει το ρεύμα και το έχει πάει είκοσι λεύγες πίσω
στο κανάλι, εκεί που το είχα βρεί. Βρήκα ένα σύμβολο και τώρα το έχασα.
Ας αφήσουμε λοιπόν το πλοίο στην ακτή και ας φύγουμε". Μετά από είκοσι
λεύγες έκοψαν την ταχύτητά τους. Και ύστερα από τριάντα σταμάτησαν να
ξενυχτήσουν. Σε τρείς ημέρες διανύσανε περισσότερο διάστημα από
κανονικό ταξίδι ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Kαι όταν το ταξίδι
ολοκληρώθηκε, έφθασαν στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη. Κι ο
Γκιλγκαμές, είπε στον Ουρσαναμπί, τον Πορθμέα: "Ουρσαναμπί, ανέβα
πάνω στα τείχη της Ουρούκ και κοίταξε τα θεμέλιά τους και το τείχωμα που
έχει γίνει από τούβλα. Κοίταξε και θα πειστείς πώς είναι από ψημένα
τούβλα. Στ΄ αλήθεια, οι εφτά σοφοί δεν τα θεμελίωσαν; Το ένα τρίτο είναι
πόλη, το ένα τρίτο κήπος και το ένα τρίτο χωράφια μαζί με τον περίβολο
της θεάς Ιστάρ. Αυτά τα μέρη και ο περίβολος είναι όλα της Ουρούκ".
Αυτό είναι το έργο του Γκιλγκαμές, του βασιλιά, που γνώρισε τις
χώρες όλου του κόσμου. Ηταν σοφός, είδε μυστήρια κι έμαθε μυστικά. Μας
έφερε μια αφήγηση για την πρίν από τον κατακλυσμό εποχή. Εκανε ένα
μεγάλο ταξίδι, κουράστηκε και τσακίστηκε από τη δουλειά και όταν γύρισε
χάραξε σε μιά πέτρα όλη του την ιστορία.
7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ
Η μοίρα που καθόρισε ο πατέρας των θεών, ο Ενλίλ των βουνών για
το Γκιλγκαμές, εκπληρώθηκε: "Στη σκοτεινιά του κάτω κόσμου θα του
δείξουν ένα φώς. Σ΄ όλη την ανθρωπότητα από όσα γνωρίζουμε κανένας
άλλος δεν άφησε για τις ερχόμενες γενιές μνημείο που να μπορεί να
συγκριθεί με το δικό του. Οι ήρωες και οι σοφοί σαν κάθε καινούργιο
φεγγάρι έχουν την αύξησή τους και την ελάττωσή τους. Οι άνθρωποι θα
λένε: "Ποιός μπόρσε ποτέ να κυβερνήσει με περισσότερο μεγαλείο και
δύναμη από αυτόν;". Κι όπως στο μήνα το σκοτεινό, το μήνα των σκιών,
φώς δεν υπάρχει χωρίς αυτόν. Ώ Γκιλγκαμές, αυτό είναι το νόημα του
ονείρου σου. Σου δόθηκε η βασιλική χάρη, αυτή ήταν η μοίρα σου. Η
αιώνια ζωή δεν ήταν στη μοίρα σου. Μα γι΄ αυτό να μην στενοχωριέσαι, να
μη θλίβεσαι και να μη βασανίζεσαι. Σου δόθηκε η δύναμη να δένεις και να
λύνεις, να είσαι η σκοτεινιά και το φώς της ανθρωπότητας. Σου δόθηκε η
υπεροχή πάνω στο λαό, τέτοια, που κανένας δεν γνώρισε, νίκες στις μάχες,
ώστε κανένας να μη γλυτώσει από το σπαθί σου. Και νίκες στις επιδρομές
και στις αρπαγές, από τις οποίες κανένας δεν έλπιζε να επιστρέψει. Αλλά
μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης. Να είσαι δίκαιος με τους
υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος μπροστά στον ήλιο".
Ο βασιλιάς τεντώθηκε κατάχαμα και δεν θα ξανασηκωθεί.
Ο κύριος της Κουλάμπ δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί.
Πέρασε πάνω από το κακό και πια δεν θα γυρίσει.
Παρ' όλο που στα χέρια ήταν δυνατός δεν θα ξαναγυρίσει.
Ηταν σοφός, ευχάριστος στην όψη και πιά δεν θα ξαναγυρίσει.
Τράβηξε πέρα στο βουνό και πιά δεν θα ξαναγυρίσει.
Στης μοίρας το κρεβάτι ξάπλωσε και δεν θα ξανασηκωθεί.
Απ' το πολύχρωμο το στρώμα δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί.
Οι κάτοικοι της πόλης, μεγάλοι και μικροί, δεν έμειναν ασυγκίνητοι.
Ολοι άρχισαν το θρήνο, όλοι οι άντρες που είναι από σάρκα και από αίμα,
άρχισαν το θρήνο. Η μοίρα είχε πεί: σαν το πιασμένο στο αγγίστρι ψάρι έχει
ξαπλώσει στο κρεβάτι, σαν τη γαζέλλα που την έχουν πιάσει σε θηλειά.
Βαρειά κάθησε απάνω του ο απάνθρωπος Ναμτάρ, ο Ναμτάρ που δεν έχει
ούτε χέρια ούτε πόδια, που δεν πίνει νερό κι ούτε φαγητό τρώει.
Για το Γκιλγκαμές, το γιό της Νινσούν, έξω ζυγίζουνε τις προσφορές.
Κι είναι η αγαπημένη του γυναίκα, ο γιός του, η αγαπημένη του παλλακίδα,
οι μουσικοί του, οι παλιάτσοι του και όλο το σπιτικό του, οι υπηρέτες του, οι
επιστάτες του και όλοι όσοι ζούσαν στο παλάτι, ζυγίζανε τις προσφορές
τους για το Γκιλγκαμές, το γιό της Νινσούν, την καρδιά της Ουρούκ.
Ζυγίζανε τις προσφορές τους για την Ερεσκιγκάλ, τη βασίλισσα του
θανάτου και για όλους τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Και ζύγιζαν τις
προσφορές για το Νατμάρ, που είναι η μοίρα. Ψωμί για το Νέτι, το φύλακα
της Πύλης, ψωμί για το Νινζιζίντα, το φιδοθεό, τον κύριο του /έντρου της
Ζωής. Το ίδιο και για τον νεαρό τσοπάνη, για την Ενκί και την Νινκί, για τον
Ντιντουκούγκα και τον Εντουκούγκα, για τον Ενμούλ και τον Νινμούλ, για
όλους τους προγονικούς θεούς που είναι συγγενείς του Ενλίλ. Ενα
συμπόσιο για το Σουλπαί, το Θεό των Συμποσίων. Για το Σαμουκάν, το θεό
των κοπαδιών, για τη μητέρα Νινχουρσάγκ και για τους θεούς της
δημιουργίας στο χώρο της δημιουργίας. Για κείνους που κατοικούν στον
ουρανό, ιερείς και ιέρειες, ζυγίζουνε τις προσφορές για το νεκρό.
Ο Γκιλγκαμές, ο γιός της Νινσούν, τοποθετήθηκε στον τάφο. Στο
χώρο των προσφορών ζυγίζουνε το ψωμί της προσφοράς. Στο χώρο της
σπονδής χύνουν το κρασί. Κείνες τις ημέρες ο άρχοντας Γκιλγκαμές
αναχώρησε, ο γιός της Νινσούν, ο βασιλιάς, ο απαράμιλλος, που ομοιός
του δεν στάθηκε άνθρωπος και που δεν ξέχασε τον Ενλίλ, τον κύριό του.

     Ώ!
Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου.
                                        ΤΕΛΟΣ