ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙς ΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΑΣ,ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΚΙΛΑ ΘΕΜΑΤΑ..ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙς,ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΙς ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΙ Η ΙΔΙΑ..ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΔΩ ΑΠΟΦΕΥΓΩ-ΠΛΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ,ΟΤΑΝ ΚΡΙΝΩ ΣΚΟΠΙΜΟ-ΝΑ ΕΚΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΕΣΕΙΣ...



Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

ΟΙΝΟΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΚΑΡΔΙΑΝ...ΜΕΡΟΣ Δ.

..ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ...

Τέλος, αναφερόμενοι στα νεότερα ελληνικά πράγματα, να πούμε ότι η ελληνική αμπελουργία υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή κατά την επανάσταση του 1821, αλλά κατόπιν γρήγορα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αποκαταστάθηκαν και μάλιστα αυξήθηκαν. Μεγάλο μέρος τους όμως, κυρίως στην Πελοπόννησο, φυτεύτηκε πλέον όχι με άμπελο για οινοποιία, αλλά με σταφιδάμπελο: η κορινθιακή σταφίδα ήταν το κύριο εξαγωγικό προϊόν και στύλος της εθνικής οικονομίας του νεοσύστατου κράτους, με ανοδικές τάσεις μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνος. Ας σημειωθεί ότι η σταφίδα αυτή συνήθως προοριζόταν για παραγωγή ξηροσταφιδίτη οίνου στο εξωτερικό -κυρίως στη Γαλλία, που εκείνα τα χρόνια, έχανε τα αμπέλια της από τη φυλλοξήρα. Σε αυτές και τις επόμενες δεκαετίες η αμπελουργία συνολικά αναπτύχθηκε και οι αντίστοιχες εκτάσεις στην ελληνική επικράτεια αυξήθηκαν,

ειδικά με τις προσαρτήσεις της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Κρήτης. Έως τα μέσα όμως του 20ού αιώνα είχε επέλθει ξανά σημαντική πτώση, οφειλόμενη στην επιδημία φυλλοξήρας που έπληξε τη Μακεδονία, αλλά και στις πολυτάραχες ιστορικές συγκυρίες. Σημαντικό πάντως για την ελληνική οινοποιία από την επανάσταση και μετά είναι ότι στην περίοδο αυτή μπήκαν οι βάσεις της ελληνικής οινολογίας και της -επιστημονικού πλέον επιπέδου- παραγωγής κρασιού ελεγχόμενης και υψηλής ποιότητας, που ξέφυγε από τα δεδομένα του πατροπαράδοτου σπιτικού κρασιού και του -συχνά άθλιου εκείνα τα χρόνια- κρασιού των καπηλειών.

Η διαδικασία παρασκευής του κρασιού

Η διαδικασία παρασκευής του κρασιού είναι - στη θεωρία - πολύ πιο απλή από τις διαδικασίες παρασκευής μπίρας ή διαφόρων αποσταγμάτων (ουίσκι, βότκα, τσίπουρο κτλ.), που περιλαμβάνουν πολλά διαφορετικά και περίπλοκα στάδια. Πίσω όμως, από αυτή τη φαινομενική απλότητα των διαδικασιών κρύβονται χιλιάδες μικρές -αλλά καθόλου ασήμαντες- λεπτομέρειες και μυστικά, που τελικά κάνουν όλη τη διαφορά ανάμεσα στους ποικίλους τύπους κρασιού και κάνουν την οινοποιία μια αναγνωρισμένη -πολύ ευρύτερα από την ζυθοποιία ή την ποτοποιία- "επιστήμη".



το σταφύλι

Οι ρώγες του περιέχουν ζάχαρα, που θα μετατραπούν με αλκοολική ζύμωση σε οινόπνευμα, καθώς επίσης οργανικά οξέα και νερό.

Για την παραγωγή κόκκινου ή ροζέ κρασιού τα σταφύλια κατά κανόνα είναι ερυθρά, ενώ για άσπρα κρασιά, όπως θα δούμε παρακάτω, το σταφύλι μπορεί να είναι λευκό ή και κόκκινο. Σημαντική για το τελικό αποτέλεσμα είναι η περιεκτικότητα του σταφυλιού σε ζάχαρα και οξέα, η οποία περιεκτικότητα εξαρτάται από την ποικιλία, το έδαφος, τις κλιματικές συνθήκες, αλλά και από την χρονική στιγμή του τρύγου, δηλαδή την ωρίμανση του σταφυλιού: όσο πιο πολύ αφήνεται να ωριμάσει ένα σταφύλι, τόσο αυξάνονται τα ζάχαρά του σε βάρος των οξέων, ούτως ώστε να είναι

κατάλληλο για γλυκά κρασιά, αλλά όχι για όξινα -και αντίστροφα. Το σταφύλι λοιπόν επιλέγεται, ανάλογα με το κρασί που θέλει να βγάλει κανείς, βάσει της ποικιλίας του αμπελιού, του τόπου και του τρόπου που καλλιεργείται. Όσο πιο ελεγχόμενης ποιότητας είναι ένα κρασί σύμφωνα με το νόμο, τόσο πιο αυστηρά είναι τα κριτήρια επιλογής του αμπελιού. Στους "Οίνους Ποιότητας Παραγόμενους σε Καθορισμένη Περιοχή" (V.Q.P.R.D.), λόγου χάριν, καθορίζονται αυστηρά η ποικιλία, η τοποθεσία, η καλλιεργητική τεχνική, ακόμη και η στρεμματική απόδοση του αμπελιού, ενώ οι απλοί "Επιτραπέζιοι Οίνοι" δεν υφίστανται τέτοιους νομικούς περιορισμούς και μπορούν να παράγονται από μη καθορισμένο χαρμάνι διάφορων σταφυλιών ή μούστων.

Βέβαια, εκτός από τους νόμους, υπάρχει η παράδοση και το μεράκι του οινοποιού, που συχνά δίνει εκπληκτικά αποτελέσματα πέρα από κάθε κανονισμό και κατηγορία.



Γλευκοποίηση

Μετά τον τρύγο τα σταφύλια πρέπει να μεταφερθούν χωρίς καθυστέρηση στο "πατητήρι", όπου θα εξαχθεί το γλεύκος (κοινώς μούστος) από τις ρώγες. Η έκθλιψη του μούστου μπορεί να γίνει με διάφορες μεθόδους. Το παραδοσιακό πατητήρι όπου τα σταφύλια πατιούνται κυριολεκτικά από τους τρυγητές σχεδόν δεν χρησιμοποιείται πλέον. Τη θέση του έχουν πάρει διάφορα μηχανήματα ("σπαστήρες"), χειροκίνητα ή ηλεκτρικά, που συνήθως λειτουργούν συνθλίβοντας το σταφύλι ανάμεσα σε περιστρεφόμενους κυλίνδρους. Υπάρχουν μηχανήματα ("πιεστήρια") τα οποία, προκειμένου να παραχθεί άσπρο κρασί, διαχωρίζουν αυτόματα το χυμό από τα στερεά συστατικά της ρώγας. Για το κόκκινο κρασί δεν

χρειάζεται, παρά μόνο πολύ αργότερα, να γίνει αυτός ο διαχωρισμός -σε πρώτο στάδιο παίρνουμε το μούστο μαζί με τα στερεά συστατικά, δηλ. ολόκληρο το σταφυλοπολτό. Αυτό που είναι πάντα επιβεβλημένο τόσο στην άσπρη, όσο και στην κόκκινη οινοποίηση, είναι η αφαίρεση των κοτσανιών (αποβοστρύχωση), καθ' ότι αυτά είναι επιζήμια τόσο για τη γεύση του κρασιού, όσο και για την υγεία του καταναλωτή.



Ζύμωση

Το οινόπνευμα που περιέχει το κρασί παράγεται από τα ζάχαρα του μούστου -κυρίως γλυκόζη και φρουκτόζη- με την αντίδραση της αλκοολικής ζύμωσης, που γίνεται από ειδικά ένζυμα ("ζυμάσες") των ζυμομυκήτων. Οι ζυμομύκητες ήδη πριν τον τρύγο υπάρχουν αδρανοποιημένοι (αφού δεν έχουν πρόσβαση στα ζάχαρα του χυμού) στο φλοιό των σταφυλιών και "ενεργοποιούνται" κατά τη γλευκοποίηση: έρχονται σε επαφή με το μούστο, εκεί πολλαπλασιάζονται και κάνουν τη ζύμωση, κατά την οποία εκτός από αιθυλική αλκοόλη παράγεται διοξείδιο του άνθρακα και θερμότητα, γι' αυτό κατά τη διάρκεια της ζύμωσης ο μούστος είναι ζεστός και "κοχλάζει". Η ζύμωση διαρκεί από 8-9 έως και 25 ημέρες, ανάλογα με την αρχική συγκέντρωση των ζαχάρων, τη θερμοκρασία στην οποία πολλαπλασιάζονται και δρουν οι μύκητες, το οξυγόνο που έχουν στη διάθεσή τους και άλλους παράγοντες. Όσο πιο πολύ διαρκεί η ζύμωση, τόσο πιο πολλά "αρώματα ζύμωσης" θα πάρει το κρασί, γι' αυτό, ιδίως στα άσπρα κρασιά, οι περισσότεροι οινοποιοί διατηρούν με τεχνητά μέσα χαμηλή (15-20 βαθμούς Κελσίου) τη θερμοκρασία ζύμωσης, μειώνοντας την ταχύτητά της. Στα κόκκινα κρασιά συχνά η ζύμωση γίνεται σε δύο φάσεις, μια πρώτη γρήγορη, στη διάρκεια

της οποίας μέσα στο μούστο βρίσκονται και οι φλούδες ("στέμφυλα") των σταφυλιών, και μια δεύτερη πιο αργή, μετά την αφαίρεση των στέμφυλων. Η ζύμωση μπορεί να διακοπεί πριν την ολοκλήρωσή της με θέρμανση (>38- 40 Κελσίου), με ψύξη (<6- 7 Κελσίου) ή με προσθήκη μικρής ποσότητας καθαρού οινοπνεύματος. Αν η ζύμωση διακοπεί, ένα ποσοστό των ζαχάρων μένει αδιάσπαστο, έτσι η μέθοδος βρίσκει εφαρμογή στην παρασκευή γλυκών κρασιών. Εκτός από την αλκοολική ζύμωση, συχνά στο μούστο λαμβάνει παράλληλα χώρα κι ένας άλλος τύπος ζύμωσης, η μηλογαλακτική ζύμωση. Κατά την αντίδραση αυτή ένα από τα οργανικά οξέα του σταφυλιού, το μηλικό οξύ, μετατρέπεται σε γαλακτικό. Αυτό έχει σημασία, γιατί το γαλακτικό οξύ είναι λιγότερο όξινο του μηλικού, έτσι η μηλογαλακτική ζύμωση μειώνει την οξύτητα του κρασιού. Αυτό το επιδιώκουμε κυρίως στα κόκκινα κρασιά, ενώ στα άσπρα η οξύτητα συνήθως είναι επιθυμητή σε μεγαλύτερο βαθμό.



Το χρώμα του κρασιού

Οι ειδήμονες μιλούν συνήθως για δύο διαφορετικές διαδικασίες οινοποίησης, τη "λευκή οινοποίηση" και την "ερυθρά οινοποίηση".

Για να κατανοήσουμε το ζήτημα, πρέπει να ξεδιαλύνουμε μια διαδεδομένη πλάνη: Πολύς κόσμος θεωρεί, πως το κόκκινο κρασί παράγεται από κόκκινα σταφύλια και το λευκό κρασί από λευκά. Αυτό ναι μεν συνήθως ισχύει, κάλλιστα όμως μπορεί να γίνει και το αντίστροφο- η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Αν πάρουμε μια μαύρη και μια άσπρη ρώγα και τις στίψουμε ξεχωριστά, κρατώντας μόνο το ζουμί, θα δούμε πως έχει και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο (σχετικά ανοικτό) χρώμα. Η χρωστικές του σταφυλιού, που ονομάζονται ανθοκυάνες, δε βρίσκονται λοιπόν στο μούστο, αλλά στα στερεά μέρη της ρώγας (στέμφυλα). Αυτό που τελικά καθορίζει το χρώμα, είναι κυρίως το αν τα στερεά μέρη της ρώγας θα βρίσκονται ή όχι μέσα στο μούστο κατά τη ζύμωση, ούτως ώστε να γίνει εκχύλιση των χρωστικών τους. Έτσι: Στη λευκή οινοποίηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταφύλια κάθε χρώματος, φτάνει κατά το πάτημα να ληφθεί σκέτος μούστος (δηλ. χυμός). Οι θερμοκρασίες κατά τη ζύμωση, όπως είδαμε παραπάνω, μπορούν να κρατηθούν χαμηλές για να καθυστερήσει η αντίδραση και να εμπλουτιστεί το κρασί με αρώματα ζύμωσης. Στην ερυθρά οινοποίηση συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται κόκκινα σταφύλια, χωρίς να σημαίνει πως δε μπορούν να χρησιμοποιηθούν και πιο ανοιχτόχρωμες ποικιλίες. Τα στερεά συστατικά της ρώγας παραμένουν στο μούστο κατά τη ζύμωση (όλα μαζί, μούστος και στέμφυλα, λέγονται σταφυλοπολτός) για διάστημα συνήθως 2 έως 18 ημερών ("διάρκεια εκχύλισης"), ανάλογα με την ποικιλία του σταφυλιού, το επιδιωκώμενο αποτέλεσμα από άποψης χρώματος και γεύσης κτλ. Τα στέμφυλα, χάρη στο διοξείδιο του άνθρακα που εκλύεται κατά τη ζύμωση, ανεβαίνουν στην επιφάνεια εν είδει κρούστας (λέγεται και "καπέλο"). Εδώ, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο της ζύμωσης, η υψηλή θερμοκρασία που αναπτύσσεται είναι επιθυμητή, γιατί διευκολύνει την εκχύλιση των χρωστικών και άλλων συστατικών από τα στερεά μέρη του σταφυλιού. Από τα "άλλα συστατικά", πολύ μεγάλης σημασίας είναι οι τανίνες, οι ουσίες στις οποίες κυρίως οφείλουν τα κρασιά (ιδιαίτερα τα "μπρούσκα") τη στυφή-ξηρή συνισταμένη της γεύσης τους. Μετά την εκχύλιση, ο μούστος διαχωρίζεται και οδηγείται σε άλλη δεξαμενή για συνεχιστεί η ζύμωση. Τα στέμφυλα είτε "στίβονται" για να πάρουμε το μούστο που περιέχουν (περίπου 10% του συνόλου), κάτι που σπάνια γίνεται και μόνο για κρασιά

παλαίωσης, είτε οδηγούνται στον άμβυκα για απόσταξη και παραγωγή τσίπουρου. Στα κόκκινα κρασιά επιδιώκουμε συνήθως και τη μηλογαλακτική ζύμωση, που αναφέραμε προηγουμένως. Τα ροζέ κρασιά, δεν παράγονται από "ροζέ σταφύλια". Η παρασκευή ροζέ κρασιού γίνεται από κόκκινα σταφύλια με εκχύλιση, διάρκειας όχι πάνω από ένα εικοσιτετράωρο, ή σπανιότερα, από λευκά σταφύλια με μακράς διάρκειας εκχύλιση.

Τα γλυκά και ημίγλυκα κρασιά χωρίς συνήθως να είναι μικρότερου αλκοολικού βαθμού, περιέχουν μη ζυμωμένα ζάχαρα, στα οποία οφείλουν τη γεύση τους. Αυτό, όπως είδαμε, μπορεί να επιτευχθεί με διακοπή της ζύμωσης, που συνήθως γίνεται με την προσθήκη οινοπνεύματος 95% καθαρού. Άλλη μέθοδος είναι η υπερωρίμανση σταφυλιών από συγκεκριμένες ποικιλίες, που δίνει μούστο με τόσο πολλά ζάχαρα, ούτως ώστε οι ζυμομύκητες "εξαντλούνται" (με την άνοδο της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα) πριν τα ζυμώσουν όλα. Τα ημίγλυκα κρασιά επίσης μπορούν να παραχθούν σταματώντας τη ζύμωση με ψύξη του μούστου, με προσθήκη θειώδους ανυδρίτη (μια ακίνδυνη ουσία που χρησιμοποιείται σαν συντηρητικό -το μόνο επιτρεπόμενο- σε πάρα πολλά κρασιά) ή με αφαίρεση των ζυμομυκήτων με φιλτράρισμα.

Η διαδικασία παρασκευής ρετσίνας δεν διαφέρει από αυτήν ενός άλλου άσπρου κρασιού, με τη μόνη διαφορά ότι κατά την έναρξη της ζύμωσης προστίθεται στο μούστο μικρή ποσότητα από ρετσίνι πεύκου (περίπου 1,5 γραμμάριο για κάθε λίτρο). Η ρετσίνα ήταν γνωστή και στους αρχαίους Έλληνες, που μάλλον την ανακάλυψαν κατά λάθος, χρησιμοποιώντας ρετσίνι για να σφραγίσουν αμφορείς αεροστεγώς. Καλύτερο ρετσίνι θεωρείται μέχρι και σήμερα αυτό των πεύκων της Αττικής.

Τα αφρώδη κρασιά, με διασημότερο και ευγενέστερο εκπρόσωπο τη σαμπάνια (δηλ. τον αφρώδη οίνο της γαλλικής Καμπανίας), χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη διοξειδίου του άνθρακα ("ανθρακικού") μέσα στη φιάλη. Στο διοξείδιο οφείλουν τον αφρό, τις φυσαλίδες, και τη δροσερή αίσθηση που αφήνουν στο στόμα. Το διοξείδιο αυτό δεν μπαίνει επιπρόσθετα στο μπουκάλι, όπως γίνεται στα αναψυκτικά. Στα κρασιά αυτή η πρακτική απαγορεύεται διά νόμου. Το διοξείδιο των αφρωδών κρασιών παράγεται κατά την αλκοολική ζύμωση και, για να μείνει εγκλωβισμένο στη φιάλη, χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι.

Όσο αφορά στην ωρίμανση και παλαίωση των κρασιών, θεωρείται από πολλούς αυτονόητο, ότι το κρασί όσο παλιώνει, τόσο καλύτερο γίνεται, καθώς και ότι κερδίζει από την παραμονή του σε ξύλινα βαρέλια. Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν έχει γενική ισχύ. Το κρασί, ακόμη και στις πιο σταθερές συνθήκες, έχει αργές χημικές μεταβολές. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε σαν ζωντανό οργανισμό: δεν έχει απεριόριστη διάρκεια ζωής, αλλά περνά φάσεις "νεότητας" και "ακμής- ωριμότητας" ώσπου τελικά να "γεράσει" και να "πεθάνει", δηλαδή να λήξει η περίοδος στην οποία μπορεί να καταναλωθεί. Διαφορετικά είδη κρασιού έχουν διαφορετική διάρκεια ζωής κάτω από διαφορετικές ιδανικές συνθήκες παλαίωσης και συντήρησης. Αυτό που γενικά επιδιώκουμε, είναι να μην οξειδώνεται το κρασί, ή καθώς αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, να οξειδώνεται μόνο με πολύ αργό και ελεγχόμενο ρυθμό (εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν τα ειδικά "κρασιά οξείδωσης".

Όσον αφορά στην ωρίμανση σε βαρέλι, αυτή βοηθά πολλά κρασιά να βελτιώσουν τους χαρακτήρες τους. Πολλά κόκκινα κρασιά δεν είναι κατάλληλα για κατανάλωση πριν "μαλακώσουν" στο βαρέλι: Μειώνεται η

οξύτητα, σχηματίζονται πολύπλοκες ενώσεις που επιδρούν στη γεύση και τω άρωμα, εκχυλίζονται ουσίες του βαρελιού (για το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά ξύλο δρυός) και καθιζάνουν διάφορα ανεπιθύμητα συστατικά. Επίσης επιτρέπεται η πολύ αργή οξείδωση, που θα δώσει ουσίες, οι οποίες αργότερα, στο αεροστεγές περιβάλλον της φιάλης, αποκτούν αναγωγικό χαρακτήρα και αναπτύσσουν το "μπουκέτο" ενός κρασιού παλαίωσης. Η διάρκεια της ωρίμανσης στο βαρέλι ποικίλλει για κάθε κόκκινο κρασί και δεν ισχύει σε καμιά περίπτωση το "όσο περισσότερο, τόσο καλύτερα" -συνήθως μιλάμε για κάποιους μήνες έως και λίγα χρόνια στις ακραίες περιπτώσεις. Υπάρχουν πολλά κόκκινα κρασιά στα οποία η ωρίμανση στο βαρέλι δεν έχει τίποτε να προσφέρει, καθώς και άλλα που τα καταστρέφει. Τα άσπρα κρασιά συνήθως δεν χρειάζονται -ούτε και αντέχουν- την ωρίμανση στο βαρέλι, αν και κάποια μπορούν να εμπλουτιστούν σε γεύση και άρωμα, αποκτώντας πιο σύνθετο χαρακτήρα. Μετά την ενδεχόμενη ωρίμανση στο βαρέλι ακολουθεί η παλαίωση στη φιάλη, που φυσικά συμβαίνει συνήθως με την ευθύνη όχι του οινοποιού, αλλά του αγοραστή-καταναλωτή. Εδώ σημαντική προϋπόθεση είναι η απουσία οξυγόνου (αεροστεγής φελλός και πλαγιασμένη φιάλη) και λοιπών οξειδωτικών συνθηκών (σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, απουσία φωτός και λοιπές "συνθήκες κάβας"). Αυτή είναι η φάση όπου τα ποιοτικά κρασιά αποκτούν το χαρακτηριστικό τους "μπουκέτο". Και εδώ η διάρκεια της παλαίωσης ποικίλλει: ελάχιστα είναι τα κρασιά που αντέχουν μέχρι και έναν αιώνα, ενώ τα περισσότερα φτάνουν στην ποιοτική κορύφωση του χαρακτήρα τους μετά από λίγα χρόνια -αν αργήσουν κι άλλο να καταναλωθούν οδηγούνται στη "γήρανση".

Ελληνικές ποικιλίες

Αγιωργίτικο
Συνώνυμα: Μαύρο Νεμέας, Μαυρούδι Νεμέας, Μαυρούδι.
Το Αγιωργίτικο θεωρείται μία από τις πιο εκλεκτές έγχρωμες ελληνικές οινοποιήσιμες ποικιλίες αμπέλου. Καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο, αλλά συναντάται σποραδικά σε πολλά διαμερίσματα της χώρας μας. Πρόκειται για ποικιλία ζωηρή και πολύ παραγωγική.

Χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ερυθρών ξηρών κρασιών, Ο.Π.Α.Π. και επιτραπέζιων, τα οποία έχουν ένα βαθύ ρουμπινί χρώμα, χαρακτηρίζονται από μαλακές τανίνες και είναι επιδεκτικά παλαίωσης.


Αηδάνι

Λευκό σταφύλι με λουλουδάτα αρώματα που καλλιεργείται κυρίως στη Σαντορίνη και τα νησιά του Αιγαίου.



Αθήρι

Συνώνυμα: Αθήρι άσπρο, Ασπράθηρο.
Πρόκειται για παλιά ελληνική ποικιλία οινοποιίας του Αιγαιοπελαγίτικου χώρου. Καλλιεργείται κυρίως στις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη αλλά τα τελευταία χρόνια η καλλιέργειά της έχει επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα.
Η ποικιλία αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή λευκών ξηρών κρασιών αλλά και για την παραγωγή γλυκών καθώς και αφρωδών κρασιών, μόνη της ή σε συνοινοποίηση με άλλες ποικιλίες. Συμμετέχει στην παραγωγή των λευκών ξηρών ή γλυκών οίνων Ονομασίας Προέλευσης

Ανώτερης Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Σαντορίνη", σε συνοινοποίηση με τις ποικιλίες Ασύρτικο και Αηδάνι άσπρο. Επίσης συμμετέχει συχνά στην παραγωγή του φημισμένου γλυκού οίνου "Βισάντο", που παράγεται στη Σαντορίνη από λιαστά σταφύλια.
Συμμετέχει με ποσοστό 50% στην παραγωγή του λευκού ξηρού οίνου Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Πλαγιές Μελιτώνα" που παράγεται στη Χαλκιδική (το υπόλοιπο 15% προέρχεται από την ποικιλία Ασύρτικο και το 35% από τη ποικιλία Ροδίτης). Αποκλειστικά από Αθήρι παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Ρόδος". Στη Ρόδο, από την ποικιλία αυτή παράγεται και αφρώδης οίνος.



Ασύρτικο

Ποικιλία του Αιγαίου. Καλλιεργείται σε μεγάλη έκταση στην Σαντορίνη αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας διάσπαρτα (Χαλκιδική, Στερεά Ελλάδα). Το μοναδικό ηφαιστειογενές έδαφος της Σαντορίνης, προσδίδει στην ποικιλία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μεταδίδονται στο κρασί. Χαρακτηρίζεται από την δυνατότητα να ωριμάζει σε προχωρημένο βαθμό χωρίς να ελλατώνεται η οξύτητα κι' έτσι τα κρασιά αν και υψηλόβαθμα διαθέτουν αρκετά οξέα που τα ισορροπούν. Πρόκειται για μια ποικιλία με δυνατότητα να δώσει ξηρά αλλά και γλυκά κρασιά.
Η οινοποίηση της ποικιλίας με σύγχρονες μεθόδους οδηγεί σε κρασιά ανοιχτόχρωμα (σχεδόν λευκά), όπου αρωματικά κυριαρχούν τα άνθη των εσπεριδοειδών.

Βερτζαμί Μαύρο

Συνώνυμα: Μαρτζαβί, Λευκαδίτικο
Μία από τις πιο πλούσιες σε χρώμα ελληνικές ποικιλίες αμπέλου, ιταλικής πιθανά προέλευσης, καλλιεργούμενη στη Λευκάδα και σποραδικά στην Πρέβεζα, το Αγρίνιο, την Πάτρα.
Όταν καλλιεργείται στα κατάλληλα εδάφη και σε περιοχές μικρού υψομέτρου, το Βερτζαμί δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, καλής οξύτητας με πλούσιο χρώμα. Συμμετέχει στην παραγωγή αρκετών επιτραπέζιων κρασιών.



Βηλάνα

Άσπρη ποικιλία της Κρήτης, καλλιεργούμενη στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου και σποραδικά στους νομούς Ρεθύμνης και Χανίων.
Το κρασί της Βηλάνα, είναι μετρίου ως υψηλού αλκοολικού τίτλου, καλής οξύτητας, μέτρια αρωματικό, με τάση οξείδωσης, γι' αυτό και χρειάζεται προσοχή στην οινοποίηση. Από την ποικιλία αυτή παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προελεύσεως "Πεζά", ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προελεύσεως "Σητεία" (μαζί με το Θραψαθήρι), καθώς και ορισμένοι Τοπικοί Οίνοι (Κρητικός, Λασιθιώτικος, Ηρακλειώτικος, Κισσάμου).



Βινσάντο

Η ιδιαίτερη οινοποίηση για παραγωγή γλυκών κρασιών (Vinsanto), ύστερα από το λιάσιμο των σταφυλιών για μερικές ημέρες, μας χαρίζει ένα τύπο κρασιού με σκούρο μπρούτζινο χρώμα και πλούσιο-πολύπλοκο άρωμα

σοκολάτας, ξερού σύκου, μελάσσας, καφέ, σταφίδας και λικέρ βύσσινο. Στο στόμα πλούσιο και παχύ με καλή ισορροπία οξύτητας.



Βλάχικο

Ερυθρή ποικιλία, που τη συναντάμε στην περιοχή των Ιωαννίνων



Bουδόματο

Ερυθρή ποικιλία της Σαντορίνης



Γαϊδουριά.

Ποικιλία της Σαντορίνης



Γουστουλίδι

Τη λέμε και Βοστιλίδι ή Αυγουστουλίδι

Ποικιλία υψηλής ποιότητας και χαμηλής απόδοσης, που συνεχώς μειώνεται. Τη συναντάμε στη Ζάκυνθο. Χρησιμοποιείται στην παραγωγή του κρασιού Βερντέα, που παλιότερα αποτελούσε την βάση του. Στην Κεφαλονιά το λένε Βοστιλίδι.



Δαφνί

Λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη στην Κρήτη, στους νομούς Λασιθίου και Ηρακλείου. Το κρασί είναι σχετικά χαμηλού έως μετρίου αλκοολικού τίτλου, μέτριας οξύτητας με άρωμα που θυμίζει αυτό της δάφνης.



Ζακυνθινό

Ποικιλία που τη συναντάμε στην Κεφαλονιά.



Ζουμιάτικο

Συνώνυμα: Δαμιάτης, Smederevka
Λευκή ποικιλία των Βαλκανίων (Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία), καλλιεργούμενη σε ολόκληρο το μακεδονικό και θρακιώτικο χώρο. Ωριμάζει στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Το Ζουμιάτικο, εφόσον καλλιεργείται με μικρή απόδοση ανά πρέμνο, δίνει κρασιά μέτριου αλκοολικού τίτλου, μέτριας έως χαμηλής οξύτητας, ελαφρά αρωματικά.
Συμμετέχει στην παραγωγή ορισμένων Τοπικών (Μεσημβριώτικος, Αβδήρων, Σερρών, Ισμαρικός) και Επιτραπέζιων οίνων.



Θειακό

Ποικιλία που τη συναντάμε στην Κεφαλονιά



Κακοτρύγης

Λευκή ποικιλία, που τη συναντάμε στην Κέρκυρα. Ειδικά στη νότια πλευρά του νησιού καλύπτει το 90% περίπου των αμπελώνων.



Kατσανό

Ποικιλία της Σαντορίνης



Κοτσιφάλι

Το Κοτσιφάλι είναι μια εκλεκτή ερυθρή ελληνική ποικιλία οινοποιίας που καλλιεργείται κυρίως στην Κρήτη και σποραδικά στις Κυκλάδες.
Η ποικιλία αυτή από μόνη της δίνει κρασιά μέτριου κόκκινου χρώματος με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη και πλούσιο άρωμα. Συνήθως όμως συνοινοποιείται με την ποικιλία Μανδηλαριά, η οποία προσφέρει άφθονο και σταθερό χρώμα.
Οι οίνοι Ο.Π.Α.Π. που παράγονται στην Κρήτη, από αυτή τη συνοινοποίηση, χαρακτηρίζονται από το άρωμα και την ευχάριστη γεύση της ποικιλίας Κοτσιφάλι και από το ρουμπινί χρώμα που δίνει η ποικιλία Μανδηλαριά. Πρόκειται για ερυθρούς ξηρούς οίνους για τους οποίους απαιτείται ελάχιστος χρόνος παλαίωσης σε βαρέλι ένα έτος.



Κρασάτο

Ερυθρή ποικιλία της Θεσσαλίας, που καλλιεργείται κυρίως στην περιοχή της Ραψάνης. Ωριμάζει τέλη Σεπτεμβρίου.
Το Κρασάτο δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, μέτριας οξύτητας και χρωματικής έντασης, και πλούσια σε τανίνες, τα οποία γερνάνε γρήγορα. Συνοινοποιείται με τις ποικιλίες Σταυρωτό και Ξινόμαυρο για την παραγωγή του ερυθρού, ξηρού οίνου Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Ραψάνη".



Λαγόρθι

Συνώνυμα: Λαόρθι, Λαόρκος, Λαγόρθα, Λαγουρθιά, Λαόρκα
Είναι ελληνική λευκή ποικιλία οινοποιίας που καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Ιονίου.


Είναι μία πολύ αξιόλογη λευκή ποικιλία οινοποιίας. Παρ' ότι είναι πολύ αποδοτική, δίνει πολύ καλή σύσταση γλεύκους. Οινοποιείται μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλες ποικιλίες δίνοντας λευκούς ξηρούς οίνους, ισορροπημένους και πολύ καλής ποιότητας. Χρησιμοποιείται, κυρίως, για την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων, θα μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί και για την παραγωγή ενός οίνου Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.).



Λημνιό

Συνώνυμα: Καλαμπάκι, Λημνιώτικο.
Το Λημνιό είναι μια ελληνική έγχρωμη ποικιλία οινοποιίας για την οποία πιστεύεται ότι προέρχεται από τη «Λημνία σταφυλή», που αναφέρεται από τον Ησίοδο και τον Αριστοτέλη ότι καλλιεργείτο στην αρχαία Ελλάδα. Απαντάται σε όλη τη Βορειοανατολική Ελλάδα και κυρίως στην Χαλκιδική, τη Λήμνο και τα νησιά των Σποράδων.
Πρόκειται για μια δυναμική ερυθρή ποικιλία, μέτριας ζωηρότητας και παραγωγικότητας. Είναι ποικιλία με ικανοποιητική αντοχή στις ασθένειες και ανθεκτική στην ξηρασία.
Από την ποικιλία αυτή παράγονται κόκκινα ροζέ και άσπρα ξηρά κρασιά ως επί το πλείστον επιτραπέζια. Η ποικιλία αυτή όμως, μπορεί να δώσει και κόκκινα κρασιά καλής ποιότητας, με την κατάλληλη οινοποίηση, μόνη της ή σε συνοινοποίηση με άλλες ποικιλίες. Στη Λήμνο, από τη ποικιλία αυτή, παράγονται κόκκινα κρασιά με λεπτούς χαρακτήρες που αναπτύσσουν πλούσιο μπουκέτο.


Λιάτικο Συνώνυμα: Λιάτης, Μαυρολιάτης.
Την ποικιλία συναντάμε στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη αλλά και σποραδικά στις νότιες Κυκλάδες και την Κεφαλονιά.
Στο χρώμα ξεκινάει από ανοιχτό κόκκινο - σχεδόν τριανταφυλλί - και φθάνει σε βαθύ κόκκινο - κερασιού - αναμενόμενο άλλωστε αφού η ποικιλία δεν έχει πλούσιο χρώμα. Γρήγορα, μέσα σε δύο χρόνια, εμφανίζεται η εξέλιξη του χρώματος και οι ανταύγειες πλησιάζουν τις πορτοκαλιές χροιές.
Αρωματικά θυμίζει γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδα, χωρίς να λείπουν ο καφές, η σοκολάτα αλλά σπάνια, τα τροπικά φρούτα. Στο στόμα έχουμε γλυκές εντυπώσεις, σχεδόν απουσία τανινών και μέτριο σώμα. 'Όπως και στο χρώμα η εξέλιξη στην γεύση είναι ταχεία.



Μαλαγουζιά

Λευκή ποικιλία καταγόμενη από την Αιτωλοακαρνανία, η οποία καλλιεργείται στη Μακεδονία(Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη) και διάσπαρτα στη Στερεά Ελλάδα(Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα, Αττική) και την Πελλοπόννησο.
Η Μαλαγουζιά δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, μέτριας οξύτητας, αρωματικά. Συμμετέχει στην παραγωγή ορισμένων τοπικών οίνων (Επανωμίτικος, Σιθωνίας).


Μανδηλαριά

Συνώνυμα: Αμοργιανό, Μαντηλάρι, Κουντούρα μαύρη, Δουμπραίνα μαύρη, Παργιανό.
Από τις πιο πλούσιες σε χρώμα ποικιλίες αμπέλου, γηγενής του

αιγαιοπελαγίτικου χώρου. Καλλιεργούνταν αρχικά στις Κυκλάδες, τη Ρόδο και την Κρήτη, περιοχές από τις οποίες επεκτάθηκε η καλλιέργειά της στην Πελλοπόννησο, την Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.
Η Μανδηλαριά δίνει κρασιά μέσου έως χαμηλού αλκοολικού τίτλου, μέτριας οξύτητας, πλούσια σε χρώμα. Συμμετέχει μαζί με το Κοτσιφάλι στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών κρασιών Ονομασίας Προελεύσεως "Πεζά" και "Αρχάνες" και μαζί με τη Μονεμβασιά στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών κρασιών Ονομασίας Προελεύσεως "Πάρος", ενώ μόνη της δίνει τον ερυθρό ξηρό Οίνο Ονομασίας Προελεύσεως "Ρόδος". Χρησιμοποιείται επίσης σε αναμείξεις για την παραγωγή ορισμένων Τοπικών Οίνων(Δωδεκανησιακός, Ηρακλειώτικος, Θραψανών, κ.ά.).



Μαυροδάφνη

Συνώνυμα: Μαυροδαφνίτσα, Μαυροδαφνίτσα, Μαυροδράμι, Θηνιάτικο

Ερυθρή ποικιλία, που καλλιεργείται στους νομούς Αχαΐας, Ηλείας, Κεφαλληνίας, Λευκάδας και σποραδικά στους νομούς Κέρκυρας, Αρκαδίας, Χαλκιδικής και Μαγνησίας. Από την ποικιλία αυτή, μόνη της ή σε συνοινοποίηση κατά 50% με την ποικιλία Κορινθιακή μαύρη, παράγονται τα κόκκινα γλυκά κρασιά Ονομασίας Προέλευσης Ελεγχόμενης (Ο.Π.Ε.) "Μαυροδάφνη Πατρών" και "Μαυροδάφνη Κεφαλληνίας".
Πρόκειται για ποικιλία μέτριας ζωηρότητας και παραγωγικότητας.
Η ποικιλία αυτή είναι από τις καλλίτερες ελληνικές ποικιλίες για την παραγωγή ερυθρών φυσικών γλυκών οίνων, κατάλληλων για παλαίωση. Τα παραγόμενα κρασιά έχουν βαθύ ρουμπινί χρώμα και η ωρίμανσή τους σε

δρύινα βαρέλια διαρκεί τουλάχιστον δύο χρόνια.
Μπορούν όμως να παραμείνουν για ωρίμανση σε δρύινα βαρέλια μέχρι και οκτώ χρόνια, οπότε και αναπτύσσονται ιδιαίτερα αρώματα.



Mαυροτράγανο

Ερυθρή ποικιλία





Μεσενικόλα

Ερυθρή ποικιλία καλλιεργούμενη στην περιοχή των Αγράφων, που δίνει χαρακτηριστικά κρασιά. Το 1994 πήρε την έγκριση ΟΠΑΠ.



Μονεμβασιά

Συνώνυμα: Μονεμβασιανά, Μονεμβασιώτικο, Μονοβασιά, Μονεμβασίτι
Είναι λευκή ποικιλία οινοποιίας που καλλιεργείται κυρίως στις Κυκλάδες, την Εύβοια, τη Λακωνία και σποραδικά σε άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Από το όνομά της πιθανολογείται ότι προέρχεται από την περιοχή της Μονεμβασιάς, αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία ως προς την προέλευσή της.
Η Μονεμβασιά είναι μία ποικιλία για την οποία πιστεύεται ότι συμμετείχε, μαζί με άλλες, στην παρασκευή του φημισμένου κατά τον Μεσαίωνα, "Μαλβαζία" οίνου. Σήμερα, έχει μεγάλη οικονομική σημασία για ορισμένα νησιά των Κυκλάδων και κυρίως για την Πάρο.
Χρησιμοποιείται για την παρασκευή επιτραπέζιων οίνων σε διάφορες περιοχές της νοτίου Ελλάδας, μόνη της ή σε συνοινοποίηση με άλλες ποικιλίες, αλλά και για την παρασκευή των οίνων Ονομασίας Προέλευσης

Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Πάρος". Οι οίνοι Ο.Π.Α.Π. που παράγονται στην Πάρο είναι ερυθροί ξηροί. Οι οίνοι αυτοί παράγονται από συνοινοποίηση με την έγχρωμη ποικιλία Μανδηλαριά (σε αναλογία Μονεμβασιά / Μανδηλαριά : 2/1).
Παράγεται και λευκός ξηρός οίνος Ο.Π.Α.Π. "Πάρος" μόνο από την ποικιλία Μονεμβασιά. Οι οίνοι στους οποίους συμμετέχει, όταν η οινοποίηση είναι προσεγμένη, χαρακτηρίζονται από έντονη αρωματική αίσθηση και γεμάτη γεύση.



Μοσχάτο Αλεξανδρείας

Συνώνυμα: Μοσχάτο χονδρό, Αγγλικό, Αλεξανδρινό, Muscat d' Alexandrie, Zibbibo
Είναι λευκή ποικιλία τριπλής χρήσης (νωπή κατανάλωση, σταφιδοποίηση, οινοποίηση) που καλλιεργείται σχεδόν σε όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κυρίως για οινοποίηση. Κύρια περιοχή καλλιέργειας στη χώρα μας είναι η Λήμνος, αλλά συναντιέται σποραδικά σε όλη τη κεντρική και βόρεια Ελλάδα (ιδιαίτερα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και τη Θεσσαλία).
Είναι μία από τις πιο αξιόλογες λευκές ποικιλίες οινοποιίας, η οποία έχει μεγάλη οικονομική σημασία για τη Λήμνο. Στη χώρα μας χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή λευκών ξηρών και φυσικών γλυκών οίνων. Από αυτήν παράγονται οι οίνοι Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) και Ονομασίας Προέλευσης Ελεγχόμενης (Ο.Π.Ε.) "Λήμνος". Τα λευκά ξηρά κρασιά, που παράγονται από αυτήν, χαρακτηρίζονται από το υπέροχο φρουτώδες άρωμα της ποικιλίας σε φόντο λουλουδιών. Τα φυσικά γλυκά κρασιά έχουν λαμπερό

χρώμα με χρυσαφένιες ανταύγειες, έντονο λουλουδάτο άρωμα με φρουτώδεις αποχρώσεις εσπεριδοειδών.



Μοσχάτο Αμβούργου

Η σημαντικότερη ποικιλία της Θεσσαλίας, από ποσοτική άποψη, αφού καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των αμπελώνων του Τυρνάβου.



Μοσχάτο Άσπρο

Συνώνυμα: Μοσχάτο Σάμου, Μοσχάτο Λευκό, Μοσχούδι, Μοσχοστάφυλο, Μοσχάτο Ρίου, Muscat de Frontignan , Muscat a petits grains , Moscato bianco , Moscato di Trani .
Είναι μία από τις πιο σημαντικές λευκές ποικιλίες οινοποιίας που καλλιεργούνται στη χώρα μας. Θεωρείται συγγενής ποικιλία με τη γαλλική Muscat de Frontignan. Καλλιεργείται κυρίως στη Σάμο και στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, αλλά τη βρίσκουμε σποραδικά και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων. Στη Σάμο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργούμενων με αμπέλια εκτάσεων.
Το Μοσχάτο άσπρο είναι μία ποικιλία μεγάλης οικονομικής σημασίας για τη χώρα μας. Χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή φυσικών γλυκών κρασιών ονομασίας προέλευσης, τα οποία είναι διεθνώς γνωστά, αλλά και για επιτραπέζια ξηρά και ημίγλυκα κρασιά. Από την ποικιλία αυτή παράγονται τα κρασιά Ονομασίας Προέλευσης Ελεγχόμενης (Ο.Π.Ε.) "Σάμος", "Πατρών", και "Ρίου Πατρών".



Μοσχόμαυρο

Συνώνυμα : Ξινόγκαλτσο, Μοσχόγκαλτσο
Ερυθρή ποικιλία καλλιεργούμενη σε μικρή έκταση στη Δυτική Μακεδονία (Γρεβενά, Κοζάνη) και σποραδικά στη Θεσσαλία (Καρδίτσα, Τρίκαλα).
Είναι ζωηρή, εύρωστη, γόνιμη, παραγωγική, ευαίσθητη στο βοτρύτη και την όξινη σήψη και σχετικά ανθεκτική στην ξηρασία. Ωριμάζει μετά τα μέσα Σεπτεμβρίου.
Το Μοσχόμαυρο δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, καλής οξύτητας, ελαφρά αρωματικά, με μέτριο χρώμα.
Συμμετέχει στην παραγωγή του Τοπικού Οίνου Γρεβενών.



Μοσχοφίλερο

Συνώνυμα: Μαυροφίλερο
Γκρι ποικιλία, που καλλιεργείται στην κεντροδυτική Πελοπόννησο (στους νομούς Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Λακωνίας ), σποραδικά στη Λευκάδα, τη Ζάκυνθο, την Πρέβεζα, τη Μαγνησία, και, τελευταία τη Φλώρινα.

Ανήκει σε μια ομάδα ποικιλιών που είναι γνωστή με την ονομασία Φιλέρια (Μοσχοφίλερο, Μαυροφίλερο, Ασπροφίλερο, Φιλέρι Αττικής, κ.α).
Χρησιμοποιείται για την παραγωγή λευκών και ροζέ ξηρών οίνων εκλεκτής ποιότητας. Για την παραγωγή των οίνων Ο.Π.Α.Π. "Μαντινεία", γίνεται συνοινοποίηση του Μοσχοφίλερου (80%) με διάφορες ασπρούδες (20%) που καλλιεργούνται στην περιοχή. Οι οίνοι αυτοί χαρακτηρίζονται από υψηλή οξύτητα, χαμηλό αλκοολικό τίτλο και θαυμάσιο λεπτό άρωμα.

Ωριμάζει τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου.
Το Μοσχοφίλερο συμμετέχει επίσης στην παραγωγή και ορισμένων Τοπικών οίνων (Πελοποννησιακός).



Μπατίκι

Συνώνυμα: Ντεβέ μπατίκι, Ντεμπατίκι, Τιμπί μπατίκι
Είναι λευκή ποικιλία οινοποιίας που πιθανά μεταφέρθηκε στη χώρα μας από την περιοχή της Σμύρνης. Καλλιεργείται κυρίως στη Θεσσαλία (περιοχή Τιρνάβου) και σποραδικά συναντάται στη βόρεια Εύβοια και τη Μακεδονία.
Το Μπατίκι είναι μία ποικιλία που καλλιεργούταν ευρέως στη Θεσσαλία για την παραγωγή επιτραπέζιων σταφυλιών. Τα τελευταία όμως χρόνια, μετά την εισαγωγή και διάδοση άλλων καλύτερων επιτραπέζιων ποικιλιών αμπέλου, χρησιμοποιείται κυρίως για οινοποίηση. Από αυτή τη ποικιλία, που χαρακτηρίζεται από πολύ μικρή οξύτητα, παράγονται κυρίως ρετσίνες (ρετσίνα Τιρνάβου) και επιτραπέζιοι λευκοί ξηροί οίνοι.
Στους επιτραπέζιους οίνους συνήθως συνοινοποιείται με άλλες ποικιλίες. Στον Θεσσαλικό Τοπικό Οίνο για παράδειγμα, συνοινοποιείται με την ποικιλία Ροδίτη και παράγεται λευκός ξηρός οίνος 11,5% vol, με λαμπερό χρώμα, πλούσιο άρωμα φρούτων, δροσερή και ισορροπημένη γεύση.



Μπεκάρι

Ερυθρή ποικιλία, καλλιεργούμενη σε περιορισμένη έκταση στην Ήπειρο (κυρίως στο νομό Ιωαννίνων).
Είναι ποικιλία ζωηρή, εύρωστη και παραγωγική, ευαίσθητη στην ξηρασία. Ωριμάζει αρχές με μέσα Σεπτεμβρίου.
Το κρασί της ποικιλίας Μπεκάρι χαρακτηρίζεται από υψηλό αλκοολικό τίτλο, μέτρια οξύτητα και μέτριο χρώμα. Συμμετέχει στην παραγωγή του Τοπικού Οίνου Ιωαννίνων.



Νεγκόσκα

Κόκκινη ποικιλία που καλλιεργείται στην περιοχή της Γουμένισσας, με μικρότερη οξύτητα από το Ξινόμαυρο. Συμμετέχει στην ποικιλιακή σύνθεση του κρασιού ΟΠΑΠ Γουμένισσα, της περιοχής προσφέροντας χρώμα, φρούτο, αλκοολικό τίτλο και μειώνοντας την οξύτητα του.



Ντεμπίνα

Είναι λευκή ποικιλία οινοποιίας η οποία καλλιεργείται κυρίως στην περιοχή της Ζίτσας του νομού Ιωαννίνων. Σποραδικά συναντάται και σε άλλα μέρη της Ηπείρου (Θεσπρωτία), της Θεσσαλίας(Καρδίτσα, Λάρισα, Τρίκαλα ) και της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη), καθώς και στο νομό Αρκαδίας της Πελοποννήσου, όπου καλλιεργήθηκε δοκιμαστικά και έδωσε πολύ καλά αποτελέσματα. Χρησιμοποιείται για την παραγωγή λευκών ξηρών αλλά και φυσικών αφρωδών οίνων, για την παραγωγή των οποίων θεωρείται ιδανική. Από την ποικιλία αυτή παράγονται οι οίνοι Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Ζίτσα", οι οποίοι μπορεί να είναι λευκοί ξηροί, ημιαφρώδεις ξηροί και ημιαφρώδεις ημίγλυκοι.





Νυχτέρι

Σύμφωνα με την παραδοσιακή τεχνική οινοποίησης στα Σαντορίνη, τα σταφύλια συλλέγονταν, μεταφέρονταν στο πατητήρι και συγκεντρώνονταν, για πολλές ημέρες, μέχρι να τελειώσει ο τρύγος. Στην συνέχεια τα πατούσαν για να βγάλουν τον μούστο. Όταν όμως, το πάτημα γινόταν την ίδια ημέρα, δηλαδή το βράδυ μετά τον τρύγο, ο μούστος που έβγαινε

έδινε το κρασί που ονόμαζαν "Νυχτέρι", καθώς το πάτημα των σταφυλιών γινόταν νύχτα.



Ξινόμαυρο

Συνώνυμα:Μαύρο Ναουστιανό, Ποπόλκα, Ξινόγκαλτσο, Μαύρο Ναούσης.
Η ευγενέστερη ερυθρή ποικιλία του βορειοελλαδίτικου χώρου, που καλλιεργείται κυρίως στη Νάουσα, τη Γουμένισσα, το Αμύνταιο, τη Ραψάνη, το Τρίκωμο, τη Σιάτιστα, το Βελβεντό, την Πέλλα και σε μικρότερο βαθμό στο Άγιο Όρος, την Όσσα, τα Ιωάννινα, τη Μαγνησία, την Καστοριά και τα Τρίκαλα, καταλαμβάνοντας μία έκταση μεγαλύτερη από 18.000 στρέμματα.
Το Ξινόμαυρο εμφανίζει σημαντική παραλλακτικότητα κυρίως όσον αφορά στα οινολογικά χαρακτηριστικά (σάκχαρα, χρώμα, αρωματικό δυναμικό), που εντείνεται από τις διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλλιεργείται. Ωριμάζει μετά τις 20 Σεπτεμβρίου.
Το Ξινόμαυρο είναι πολυδύναμη ποικιλία και μπορεί να δώσει διαφορετικούς τύπους προϊόντων. Σε περιοχές με κάποιο υψόμετρο, όπου μπορεί να ωριμάσει, στα κατάλληλα εδάφη και με μικρές αποδόσεις ανά πρέμνο, μπορεί να δώσει θαυμάσια ερυθρά, ξηρά κρασιά, με καλό χρώμα, τυπικά αρώματα, καλή οξύτητα, υψηλόβαθμα, πλούσια σε τανίνες και επιδεκτικά παλαίωσης. Σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου μπορεί να δώσει αξιόλογα ροζέ, ήρεμα αλλά και αφρώδη κρασιά, με χαρακτηριστικά αρώματα κόκκινων φρούτων και ιδίως φράουλας. Μπορεί ακόμα να δώσει και λευκούς οίνους (blanc de noirs), με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα, και ζωηρή γεύση.


Από σταφύλια της ποικιλίας Ξινόμαυρο παράγονται οι οίνοι Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος -"Νάουσα", ερυθρός ξηρός, ημίξηρος και ημίγλυκος
-"Αμύνταιο", ερυθρός και ροζέ, ξηρός, ημίξηρος και ημίγλυκος
-"Αμύνταιο", ροζέ φυσικώς αφρώδης, ξηρός και ημίγλυκος.
Το Ξινόμαυρο συμμετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Γουμένισσα" (μαζί με την ποικιλία Νεγκόσκα), "Ραψάνη" (μαζί με τις ποικιλίες Κρασάτο και Σταυρωτό), και ορισμένων Τοπικών (Μακεδονικός, Ημαθίας, Γρεβενών, Πλαγιές Βερτίσκου, Χαλκιδικής κ.α.) και Επιτραπέζιων οίνων.



Παμίδι

Συνώνυμο: Παμίτι
Ερυθρωπή ποικιλία, η οποία καλλιεργείται σε ολόκληρο το μακεδονικό και θρακιώτικο χώρο, προερχόμενη από την Ανατολική Θράκη. Ωριμάζει αρχές με μέσα Σεπτεμβρίου.
Το Παμίδι δίνει ερυθρά κρασιά υψηλόβαθμα, μικρής οξύτητας, φτωχά σε χρώμα. Χρησιμοποιείται σε αναμίξεις για την παραγωγή ορισμένων ερυθρών και ροζέ Τοπικών Οίνων (Αβδήρων, Θρακικός κ.α.), και Επιτραπέζιων οίνων.



Παύλος

Ποικιλία της Ζακύνθου, που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του κρασιού Βερντέα



Πετροκόρυθος Κόκκινη ποικιλία, η σημαντικότερη της Κέρκυρας, που τη συναντάμε κυρίως στη Βόρεια Κέρκυρα.



Πλυτό

Λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη σε μικρή έκταση στην Ανατολική Κρήτη και τελευταία στην περιοχή του Ηρακλείου. Αναφέρεται και ως καλλιεργούμενη στα Κύθηρα με την ονομασία Πλωτό.
Το κρασί του Πλυτού είναι μετρίου αλκοολικού τίτλου, μέτριας οξύτητας.



Πρικνάδι

Συνώνυμα: Πρεκνιάρικο, Πρέκνα, Πρεκνάδι
Λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη διάσπαρτα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ωριμάζει το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου.
Το Πρεκνιάρικο δίνει κρασιά υψηλού αλκοολικού τίτλου, μέτριας ως μικρής οξύτητας, ελαφρώς αρωματικά. Πρόκειται για ποικιλία, που οξειδώνεται γρήγορα και χρειάζεται προσοχή στην οινοποίηση.



Ρεφόσκο

Ερυθρή ποικιλία, που καλλιεργείται στη Δυτική Πελοπόννησο. Το κόκκινο κρασί «Κτήμα Μερκούρη» βασίζεται στην ποικιλία αυτή και χαρακτηρίζεται από βαθύ χρώμα.



Ροδίτης

Συνώνυμα: Αλεπού, Ροδομούσι, Κανελλάτο, Κοκκινοστάφυλο, Λιτσιτσίνες, Σουρβιώτης, Κριτσανιστή, Ροϊδίτης, Τουρκοπούλα, Ρογδίτης, Αλεπού, Ροδομούσι. Πολύ παλιά γηγενής, ερυθρωπή ποικιλία, καλλιεργούμενη σε 32 νομούς της χώρας, στη ΒΔ Πελοπόννησο, την Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη.
Εμφανίζει έντονη παραλλακτικότητα, που εντείνεται από τα διαφορετικά μικροκλίματα στα οποία καλλιεργείται. Προτιμά εδάφη ελαφρά, ασβεστώδη, μέσης γονιμότητας, και περιοχές με υψόμετρο, όπου η ποικιλία παρουσιάζει τον καλύτερο χαρακτήρα της. Ωριμάζει μετά τις 20 Σεπτεμβρίου.
Ο Ροδίτης, στα κατάλληλα εδάφη ορεινών περιοχών και με μέτριες αποδόσεις ανά πρέμνο, δίνει αξιόλογα λευκά ξηρά κρασιά, με φρουτώδες άρωμα, μέτριο έως υψηλό αλκοολικό τίτλο, στρογγυλή, δροσερή και ισορροπημένη γεύση, τα οποία μπορούν να ωριμάσουν σε δρύινα βαρέλια. Επίσης συμμετέχει στην παραγωγή ροζέ οίνων.
Η ποικιλία Ροδίτης συμμετέχει στην παραγωγή των λευκών οίνων Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος
-"Πλαγιές Μελίτωνα" (μαζί με Αθήρι και Ασύρτικο), ξηρός,
-"Αγχίαλος" (μαζί με Σαββατιανό), ξηρός, ημίξηρος και ημίγλυκος,
αλλά και αρκετών Τοπικών Οίνων (Αναβυσσιώτικος, Αττικός, Αγιορείτικος, Θεσσαλικός, Μακεδονικός, Πέλλας κ.α.), οίνων Ονομασίας κατά Παράδοση "Ρετσίνα" και πολλών Επιτραπέζιων οίνων. Από την ποικιλία αυτή αποκλειστικά παράγεται το κρασί ΟΠΑΠ Πάτρα.



Ρομπόλα

Συνώνυμα: Ασπρορομπόλα, Ρομπόλα κέρινη
Πρόκειται για ελληνική άσπρη ποικιλία που προέρχεται από τα Ιόνια νησιά, καλλιεργούμενη κυρίως στην Κεφαλλονιά και σποραδικά στη

Ζάκυνθο, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και τα τελευταία χρόνια στην Αρκαδία Η Ρομπόλα θεωρείται μία από τις πιο εκλεκτές ελληνικές ποικιλίες για την παραγωγή λευκών ξηρών κρασιών. Τα κρασιά αυτά είναι συνήθως υψηλόβαθμα, διαθέτουν ικανοποιητική οξύτητα, λεπτή και γεμάτη γεύση με χαρακτηριστικό το άρωμα της ποικιλίας. Από αυτή παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προέλευσης Ανώτερης Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Ρομπόλα Κεφαλληνίας".



Ρωμέικο

Κόκκινη ποικιλία της Κρήτης, που στο νομό Χανίων δίνει το τοπικό κρασί Κισσάμου.



Σαββατιανό

Συνώνυμα: Ασπρούδα, Κοντούρα άσπρη, Δουμπραίνα, Σακέϊκο, Σαββαθιανό, Περαχωρίτικο, Σταματιανό.
Λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη κυρίως στους νομούς Αττικής, Ευβοίας, Βοιωτίας και, σε μικρότερη έκταση, στις Κυκλάδες, τη Δυτική Κρήτη, την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία. Δεν είναι γνωστή η προέλευσή της και απουσιάζουν οι μαρτυρίες που να μας οδηγούν με ασφάλεια στην καταγωγή της αλλά μάλλον είναι ελληνικής καταγωγής.



Σέφκα

Συνώνυμα (Σέφκο, Μαυρούτι, Μαυρούδι, Χονδρομαύρο, Nicheftka)
Ερυθρή ποικιλία, βουλγαρικής προέλευσης, καλλιεργούμενη από τις αρχές του αιώνα σποραδικά σε ολόκληρο το μακεδονικό και θρακιώτικο χώρο. (Τη συναντάμε στην περιοχή της Γουμένισσας και καλλιεργείται

Ζάκυνθο, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και τα τελευταία χρόνια στην Αρκαδία Η Ρομπόλα θεωρείται μία από τις πιο εκλεκτές ελληνικές ποικιλίες για την παραγωγή λευκών ξηρών κρασιών. Τα κρασιά αυτά είναι συνήθως υψηλόβαθμα, διαθέτουν ικανοποιητική οξύτητα, λεπτή και γεμάτη γεύση με χαρακτηριστικό το άρωμα της ποικιλίας. Από αυτή παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προέλευσης Ανώτερης Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) "Ρομπόλα Κεφαλληνίας".



Ρωμέικο

Κόκκινη ποικιλία της Κρήτης, που στο νομό Χανίων δίνει το τοπικό κρασί Κισσάμου.



Σαββατιανό

Συνώνυμα: Ασπρούδα, Κοντούρα άσπρη, Δουμπραίνα, Σακέϊκο, Σαββαθιανό, Περαχωρίτικο, Σταματιανό.
Λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη κυρίως στους νομούς Αττικής, Ευβοίας, Βοιωτίας και, σε μικρότερη έκταση, στις Κυκλάδες, τη Δυτική Κρήτη, την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία. Δεν είναι γνωστή η προέλευσή της και απουσιάζουν οι μαρτυρίες που να μας οδηγούν με ασφάλεια στην καταγωγή της αλλά μάλλον είναι ελληνικής καταγωγής.



Σέφκα

Συνώνυμα (Σέφκο, Μαυρούτι, Μαυρούδι, Χονδρομαύρο, Nicheftka)
Ερυθρή ποικιλία, βουλγαρικής προέλευσης, καλλιεργούμενη από τις αρχές του αιώνα σποραδικά σε ολόκληρο το μακεδονικό και θρακιώτικο χώρο. (Τη συναντάμε στην περιοχή της Γουμένισσας και καλλιεργείται

Συκιώτης

Μαύρη ποικιλία, που καλλιεργείται στην περιοχή της Αγχιάλου και δίνει ένα κόκκινο ξηρό κρασί.



Του Γιατρού

Λευκή ποικιλία, μικρός αριθμός φυτών της οποίας έχουν εντοπιστεί σε έναν αμπελώνα της Νάουσας.
Πρόκειται για ποικιλία ζωηρή, παραγωγική, ευαίσθητη στο ωίδιο, το βοτρύτη και τις σφήκες.
Δίνει κρασί χαμηλού ως μέτριου αλκοολικού τίτλου, μικρής οξύτητας



Τσαούσι

Ποικιλία της Κεφαλλονιάς. Χρησιμοποιείται για συνοινοποίηση με Ρομπόλα.



Τσαπουρνάκος

Ερυθρή ποικιλία, λιγοστά φυτά της οποίας απαντώνται διάσπαρτα σε ορισμένους αμπελώνες του Βελβεντού.
Είναι ποικιλία ζωηρή, γόνιμη, μέτρια παραγωγική, ευαίσθητη στο ωίδιο.
Αμπελογραφικά παραπέμπει σε ξενικής προέλευσης ποικιλίες όπως το Merlot και το Cabernet Sauvignon.
Ωριμάζει το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου.



Φιλέρι

Ποικιλία, καλλιεργούμενη στην Πελοπόννησο, στους νομούς Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Λακωνίας, και σποραδικά στην Λευκάδα, τη Ζάκυνθο, την

Πρέβεζα, την Μαγνησία και τελευταία, τη Φλώρινα. Δίνει άλλοτε μαύρα (Μαυροφίλερο), άλλοτε ερυθρωπά (Μοσχοφίλερο) ή και άσπρα σταφύλια (Ξανθοφίλερο)
Ανάλογα με το βιότυπο, το Φιλέρι μπορεί να δώσει κρασιά υψηλού αλκοολικού τίτλου (Μαυροφίλερο) ως μέτριου (Ξανθοφίλερο), καλής οξύτητας ως μεγάλης, με πλούσιο αρωματικό δυναμικό ως φτωχό. Από την ποικιλία αυτή παράγονται οι λευκοί ξηροί Οίνοι Ονομασίας Προελεύσεως "Μαντινεία", ορισμένοι Τοπικοί Οίνοι (Μεσσηνιακός, Πελοποννησιακός), καθώς και ορισμένα φυσικά αφρώδη και άλλα κοινά Επιτραπέζια κρασιά.



Φωκιανό

Ερυθρή ποικιλία, που τη συναντάμε κυρίως στα Δωδεκάννησα. [ΠΗΓΗ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ]

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ......

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΟΙΝΟΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΚΑΡΔΙΑΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ....ΜΕΡΟΣ Γ.

.....ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ

Ο Πράμνειος Οίνος και ο θεός Διόνυσος
Η Αρχαία Ικαρία ήταν παραγωγός του περίφημου Πράμνειου Οίνου. Ο Ομηρικός ύμνος εις Διόνυσον (ΧΧΧΙV) μνημονεύει 6 περιοχές που αναφέρονται ως τόποι που γεννήθηκε ο Διόνυσος (Δράκανο, Ικάρου ανεμόεσσα, Νάξος, Αλφειός, Θήβα, όρος Νύσα). Από αυτούς οι δύο (Δράκανο Ικάρου ανεμόεσσα) είναι στην Ικαρία. Αλλά, και οι άλλοι τόποι δεν είναι άσχετοι με την Ικαρία. Αν σηματοδοτήσει κανείς στο χάρτη αυτά τα τοπωνύμια θα διαπιστώσει ότι βρίσκονται περίπου στην ίδια ευθεία.

Ο Πράμνειος Οίνος και ο θεός Διόνυσος
Η Αρχαία Ικαρία ήταν παραγωγός του περίφημου Πράμνειου Οίνου. Ο Ομηρικός ύμνος εις Διόνυσον (ΧΧΧΙV) μνημονεύει 6 περιοχές που αναφέρονται ως τόποι που γεννήθηκε ο Διόνυσος (Δράκανο, Ικάρου ανεμόεσσα, Νάξος, Αλφειός, Θήβα, όρος Νύσα). Από αυτούς οι δύο (Δράκανο Ικάρου ανεμόεσσα) είναι στην Ικαρία. Αλλά, και οι άλλοι τόποι δεν είναι άσχετοι με την Ικαρία. Αν σηματοδοτήσει κανείς στο χάρτη αυτά τα τοπωνύμια θα διαπιστώσει ότι βρίσκονται περίπου στην ίδια ευθεία. Στο θαλάσσιο δρόμο που ένωνε την Ιωνική ακτή με την Ελληνική Χερσόνησο, και που έχει την Ικαρία στο κέντρο του. Τον ίδιο αυτό δρόμο που είχαν σηματοδοτήσει και τα ιερά της Αρτέμιδας (Έφεσος, Νάς Ικαρίας, Αμφιάρειο).
Στην Ικαρία, είναι ολοζώντανες διάφορες ιστορίες για νέους που τους είχαν αρπάξει οι Πειρατές, αλλά ξέφυγαν και κρύφτηκαν στο βουνό της Ικαρίας. Αρκετά σόγια αναφέρουν τέτοιο γεννήτορα. Ο μύθος λεει ότι και ο Διόνυσος είχε μια τέτοια επαφή με τους τότε πειρατές. Τον πήραν από την Ικαρία και πήγαιναν να τον πουλήσουν σκλάβο. Αυτός τους είπε ότι είναι Θεός και μάλιστα της γονιμότητας, της απόλαυσης της φύσης και φυσικά του οίνου, αλλά εκείνοι δεν τον πίστεψαν εκτός από ένα ναυτόπουλο (που τελικά σώθηκε). Τα όσα περιγράφονται είναι μάλλον από την επίδραση του Πράμνιου οίνου. Να πως τα περιγράφει, γλαφυρά, ο Απολλόδωρος:

«Θέλοντας να περάσει απ' την Ικαρία στη Νάξο μίσθωσε ένα πειρατικό των Τυρρηνών. Εκείνοι αφού τον έμπασαν μέσα, παρέκαμψαν τη Νάξο κι έβαλαν πλώρη κατά την Ασία για να τον πουλήσουν. Κι ο Διόνυσος έκανε φίδια τα κουπιά κα ιτο κατάρτι κι όλο το σκάφος το γέμισε με κισσό και μελωδίες από αυλούς. Οπότε οι πειρατές καταλαμβάνονται από μανία και ρίχνονται στη θάλασσα όπου γίνονται δελφίνια. Έτσι οι άνθρωποι πίστεψαν οτι είναι θεός και τον τιμούσαν»

Το γεγονός ότι ο Διόνυσος, όταν ήταν νεαρός και άγνωστος έμενε στην Ικαρία, είναι πολύ ενδιαφέρον. Ο αρχαιολόγος Θ. Κατσαρός, σε μια εξαίρετη πραγματεία του υπογραμμίζει την πληθώρα των τοπωνυμίων της Ικαρίας που σχετίζονται με το Διόνυσο.
Η υπόθεση ότι η Ικαρία είναι η πατρίδα του Διονύσου και του κρασιού ενισχύεται ακόμη και από το αρχαίο μύθο του Ικάριου, του πρώτου ανθρώπου που έφτιαξε οίνο. Όψιμες μεταγραφές του μύθου τοποθετούν τον Ικάριο στην Αττική. Ο Απολλόδωρος αναφέρει:

«Όταν πέθανε ο Εριχθόνιος και θάφτηκε στο ίδιο τέμενος της Αθηνάς, έγινε βασιλιάς ο Πανδίων, και στα χρόνια της βασιλείας του ήλθαν στην Αττική η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Την Δήμητρα την υποδέχτηκε στην Ελευσίνα ο Κελεός και τον Διόνυσο ο Ικάριος, που παρέλαβε απ' αυτόν ένα κλήμα κι έμαθε την οινοποιία».

Είναι γνωστή η σχέση των Ικαρίων με την περιοχή του Διονύσου της Αττικής. Ωστόσο, ο οίνος ήταν τόσο δυνατός που όταν τον ήπιαν οι δούλοι του παραφέρθηκαν, και μάλιστα σκότωσαν τον ίδιο τον αφέντη τους τον Ικάριο. Το δίδαγμα είναι ότι ο οίνος πρέπει να πίνεται με προσοχή, και μάλιστα, καλό είναι να τον αναμειγνύει κανείς με νερό, και να κάνει κράμα-κρασί. Σήμερα, ο Πράμνειος Οίνος της Ικαρίας είναι από τους λίγους υψηλόβαθμους που έχουν απομείνει. Οι σημερινοί Καριώτες έχουμε την ευτυχία να γευόμαστε Οίνο, και ξέρουμε πώς μπορεί να παραφερθεί κανείς μεθώντας με τέτοιο κρασί. Μάλιστα, το καλοκαίρι, τους μήνες που δεν έχουν «ρο», ξέρουμε ότι «θέλει νερό» γιατί τότε μεθάει κανείς ευκολότερα. Βάζουμε λοιπόν νερό και μετατρέπουμε τον Πράμνειο Οίνο σε κρασί. Το εθιμοτυπικό που υπάρχει σήμερα στην Ικαρία γύρω από το κρασί δείχνει ότι οι κάτοικοι αυτού του νησιού έχουν καλά καταλάβει το δίδαγμα του μύθου του Ικάριου.
Κυκεώνας: Το Ικαριακό «κοκτέϊλ»

Η αρχαία γραμματολογία έχει συχνές αναφορές στον Πράμνιο Οίνο. Η Κίρκη κερνάει τους συντρόφους του Οδυσσέα ένα κοκτέϊλ από τυρί, μέλι ξανθό, αλεύρι και «Οίνο Πράμνειο». Μόλις αυτοί το ήπιαν, τους έκανε γουρούνια (Οδύσσεια, Κ. Στίχοι230-240). Φαίνεται ότι μέθυσαν και άλλαξαν συμπεριφορά, ‘γίναν σαν τα ζώα Είναι εκπληκτικό ότι αυτά ακριβώς τα προϊόντα είναι και τα περιώνυμα της παραδοσιακής Ικαριακής παραγωγής. Εκτός από το αλεύρι, τα άλλα προϊόντα έχουν έντονη σημερινή παρουσία.
Μάλιστα, το τυρί αυτής της συνταγής είναι ...κατσικίσιο, δηλαδή καθούρα. Αυτό μαθαίνουμε από την Ιλιάδα:
Μια νησιωτοπούλα, η Εκαμήδη από την Τένεδο, κέρασε τον σοφό γερο-Νέστορα και την παρέα του ένα κοκτέϊλ, τον περίφημο κυκεώνα. Για την ακρίβεια, άπλωσε στο τραπέζι «κρεμμύδι, προσφάγι για το πιοτό, και μέλι φρέσκο και μαζί του άγιου κριθαριού τον καρπό». Στη μέση του τραπεζιού έβαλε και ένα βαρύ μεγάλο ποτήρι, περίτεχνα διακοσμημένο, για να πιουν από κοινού. Όταν ήταν γεμάτο δύσκολα το σήκωνε να πιει κανείς, εκτός από τον ιδιοκτήτη του τον ίδιο το Νέστορα, που μάλιστα το είχε φέρει από το σπίτι του, από την Πύλο.

«Μέσα σ' αυτό τους ανακάτωσε η γυναίκα η όμοια με θεές νερό με κρασί Πράμνειο, έξυσε με χάλκινη ξύστρα κατσικίσιο τυρί, και πασπάλισε άσπρο κριθαρένιο αλεύρι. Ύστερα, αφού ετοίμασε τον κυκεώνα, τους είπε να πιουν. Εκείνοι ήπιαν πρώτα κ' έσβησαν τη δίψα που τους ξέραινε το λαιμό, κ' έπειτα πήραν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους για να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους με λόγια».

Εδώ, εκτός από την συνταγή του κυκεώνα έχουμε και ένα πολύ γνωστό παραδοσιακό εθιμοτυπικό, με την γυναίκα-γνώστρια να ετοιμάζει για την παρέα το τραπέζι, και την λιτή τροφή να προσφέρεται, με σκοπό να πίνουν οι ομοτράπεζοι και κουβεντιάζουν για να περάσουν ευχάριστα. Μάλιστα, λίγο αργότερα, όταν ο Πάτροκλος φέρνει στη σκηνή του Νέστορα τον βαριά τραυματισμένο Μαχάονα, τον γιο του περίφημου γιατρού της αρχαιότητας Ασκληπιού, η Εκαμήδη του δίνει να πιει από τον κυκεώνα, για να γίνει καλά.
Αυτό το τελετουργικό, με επίκεντρο τον Πράμνειο Οίνο και τις σπουδαίες ιδιότητές του, απασχόλησε και τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης, συνομιλώντας με τον Ίωνα, τον ρωτάει χρησιμοποιώντας την μαιευτική μέθοδο:

«Σωκράτης: Και η τέχνη του ραψωδού είναι διαφορετική από την τέχνην του ηνιόχου;
Ίων: Ναι.
Σωκράτης: Και εφ' όσον είναι διαφορετική, είναι γνώσις αναφερόμενη εις πράγματα διαφορετικά.
Ίων: Ναι.
Σωκράτης: Και πάλιν: Όταν ο Όμηρος διηγείται ότι εις τον τραυματισμένον Μαχάονα, η παλλακίς του Νέστορος, η Εκαμήδη, του δίδει ένα ρόφημα να πίνει: Και αυτό το λέιε πάνω-κάτω:
«Από κρασί Πραμνιώτικο και γιδοτύρι ξύνει
Μέσα, με ξύστρα χάλκινη. Και από κοντά κρεμύδι
Να συνοδέψει το πιοτό...»
Αυτά, αν σωστά τα λεει ο Όμηρος ή όχι εις ποίαν τέχνην ανήκει να το κρίνει μετ' ακριβείας; Εις την τέχνην του ιατρού ή του ραψωδού;
Ίων: Εις την τέχνην του ιατρού.
Σωκράτης: Και πάλιν όταν λέγει ο Όμηρος....»

Ο Πλάτωνας επανέρχεται στον Πράμνειο Οίνο στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ, συνδέοντάς τον ακόμη μια φορά με την Ιατρική:

«-Και μικρότερη τάχα ντροπή το νομίζεις νάχη κανείς την ανάγκη της ιατρικής, όχι ότνα πρόκειται για τίποτα πληγές ή για κάτι τυχαίες επιδημικές αρρώστιες, αλλά επειδή από τη μαλθακή ζωή και τη δίαιτα που αναφέραμε γεμίζει το σώμα του, καθώς οι βάλτοι, από αέρια και αναθυμιάσεις, και αναγκάζει τους κομψούς μας τους Ασκληπιάδες να βρίσκουν ονόματα, εμφράξεις και κατάρρους, για τις αρρώστειες του;
-Και πραγματικώς νέα είναι και αλλόκοτα αυτά τα ονόματα για τις αρρώστιες.
-Που βέβαια δεν θα υπήρχαν, καθώς φαντάζομαι, στην εποχή του Ασκληπιού. Και το συμπεραίνω, επειδή οι δυό του γυιοί, στην πολιορκία της Τροίας δεν μάλλωσαν τη γυναίκα, που έδωσε στον πληγωμένο Ευρύπυλο να πιει Πραμνιώτικο κρασί με πασπαλισμένο από πάνω άφθονο αλεύρι και ξυσμένο τυρί, που τάχουν για φλεγματικά, ούτ' έκαμαν καμιά παρατήρηση στον Πάτροκλο, που τον γιάτρευε.
-Να πούμε όμως την αλήθεια, δεν ήταν και πολύ κατάλληλο το πιοτό για έναν άνθρωπο σε αυτή την κατάσταση.
-Δεν θα το κρίνης έτσι, αν λάβης υπ' όψη σου πώς οι Ασκληπιάδαι παλιότερα, πριν να φανή ο Ηρόδικος, Δε γνώριζαν, καθώς λένε, απ' αυτή την παιδαγωγική ιατρική»

Είναι φανερό ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν εντοπίσει ειδικά στο κρασί της Ικαρίας σπουδαίες ιδιότητες, σχεδόν μαγικές. Και φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο το κρασί της Ικαρίας αλλά και τα άλλα Καριώτικα προϊόντα, το μέλι, το κατσικίσιο τυρί και το κριθαράλευρο που έκαναν τον Πράμνειο Οίνο ένα έξοχο ποτό για παρέα, για τέρψη αλλά και για να νοιώσει καλύτερα όχι απλά ένας οποιοσδήποτε τραυματίας, αλλά ο ίδιος ο γιός του γιατρού Ασκληπιού!
Το Πράμνιο ... Δαιμόνιο

Ένα τέτοιο κρασί δεν θα μπορούσε να μην πέσει στην προσοχή του Αριστοφάνη. Η μαρτυρία που έχουμε στους ΙΠΠΗΣ είναι αποκαλυπτική. Δυο δούλοι συζητούν, παραπέμποντας στον μύθο του Ικάριου και των δούλων του που ήπιαν το κρασί. Ωστόσο, οι δούλοι κρατούν μάσκες και παίζουν θέατρο, κοροϊδεύοντας τους πολιτικούς. Ο ένας φοράει το προσωπείο του στρατηγού Δημοσθένη και ο άλλος του στρατηγού και πολιτικού Νικία, και διαμαρτύρονται για το ξύλο που τρώνε από τον Κλέωνα.

Β' Δούλος (Νικίας): Το καλύτερο λοιπόν για μας είναι να πεθάνουμε.
Α' Δούλος (Δημοσθένης): Σκέψου τότε πώς θα πεθάνουμε σαν άντρες.
Β': Πώς αλήθεια; Πώς θα πεθάνουμε σαν άντρες; Ας πιούμε αίμα ταύρου! Ο θάνατος του Θεμιστοκλή είναι ο προτιμότερος από όλους.
Α': Όχι μα το Δία! Κάλλιο να πιούμε άκρατο οίνο για το αγαθό δαιμόνιο. Ίσως έτσι μας κατεβεί καμιά καλή ιδέα..
Β': Ά ναί, άκρατο οίνο! Το πώς θα πιούμε τώρα λογαριάζεις! Και γίνεται μεθυσμένος άνθρωπος να σκεφτεί κάτι σωστό;
Α': Αληθινά το λες φίλε; Είναι ένας μωρολογονεροκανατάς! Τολμάς να αρνηθείς στο κρασί την έμπνευση; Και μπορείς να βρεις κάτι καλύτερο από το κρασί γι αυτό; Τάχα Δε βλέπεις πως όταν οι άνθρωποι πίνουν, τότε πλουτίζουν, πετυχαίνουν, κερδίζουν τις δίκες τους, γίνονται ευτυχισμένοι και βοηθούν τους φίλους τους; Έλα, τρέχα και φέρε μου γλήγορα μια κανάτα κρασί, για να ποτίσω το μυαλό μου και πω κάτι ξυπνό!
Β': Δυστυχία! Τι τάχα να μας μαγειρεύει αυτό σου το πιοτί;
Α': Κάτι καλό. Φέρε το όμως...
(ο Β' δούλος πάει και κλέβει κρασί από το αφεντικό)
Α': Χύσε μου μπόλικο άκρατο οίνο, όπως αν ήταν για σπονδή.
Β': Πάρε και πρόσφερε σπονδή στο αγαθό δαιμόνιο.
Α': Ρούφα, ρούφα το Πράμνιο δαιμόνιο! (έπειτα που άδειασε το ποτήρι:) Ω αγαθό δαιμόνιο, δική σου είναι αυτή η ιδέα όχι δική μου!»

Είναι εντυπωσιακή η παρομοίωση του Πράμνειου Οίνου με το αίμα του ταύρου. Επίσης, ότι άκρατος οίνος και Πράμνειος οίνος είναι συνώνυμα. Τέλος, ο συντηρητικός Νικίας δεν μπορεί να νοιώσει ελεύθερος και χαλαρός, ενώ ο Δημοσθένης τον προτρέπει να πιει και να ευφρανθεί, να αισθανθεί το πνεύμα του Πράμνειου οίνου και να ξεχάσει τον πόνο του.


Πού ήταν άραγε τα αμπέλια του Πράμνειου Οίνου;

Θα πρέπει κανείς να τα αναζητήσει στα ορεινά. Η Οινόη, όπως δηλώνει και το όνομά της, θα πρέπει να ήταν το επίνειο της εμπορίας καριώτικου κρασιού. Επομένως, η περιοχή του Κοσκινά, ιδιαίτερα η νότια πλευρά του Κάστρου, ανάμεσα στον Κοσκινά και στην Πούντα, με τη μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο, θα πρέπει να είναι το επίκεντρο των αμπελώνων.
Ωστόσο, είναι αξιοπρόσεκτο και ένα ιδιαίτερο γεωμορφολογικό χαρακτηριστικό που δεν έχει επαρκώς ερευνηθεί. Στην νότια πλευρά της οροσειράς, ακριβώς κάτω από την κορυφογραμμή, υπάρχουν πλατώματα που κάποτε θα πρέπει να ήταν ενωμένα και να αποτελούσαν μια ενιαία επίπεδη ζώνη από το Μαυράτο μέχρι την Πούντα. Είναι η περιοχή της οροσειράς του Αθέρα που σήμερα φέρει ακόμη το όνομα Πράμνος, όχι τυχαία..
Η ζώνη αυτή εμφανίζεται και μετά τον Μαγγανίτη, πάνω από το Καρκινάγρι. Με τις διαβρώσεις των εδαφών πολλά τμήματα αυτού του ιδιόμορφου «σκαλοπατιού» θα πρέπει να κατέρρευσαν. Σε αυτή την στενή και επίπεδη λωρίδα, που είναι υπήνεμη, θα πρέπει να υπήρχαν επίσης αμπελώνες. Η πληθώρα των οικισμών που βρίσκονται σε εκείνη την υψομετρική ζώνη ισχυροποιεί αυτή την υπόθεση: Οικισμός Καρναούς, Κεχρίτης, Κάμπα, Παγγεράτο ή Παριανάδο, Αστάχυ, Ραφέδο, Τσαμπατάτο, Βαρδαράδο, Βρουχοί, Κελιά, Σύριγγας, Δάσος Μαγγανίτη, της ελιάς Κάμπος, Κουμαρό, Αγ. Γιάννης Θεολόγος. Συνέχεια αυτής της ζώνης είναι το Αμάλου και η Λαγκάδα, το παροιμιώδες άκρο της Ικαριακής Αφάνειας και σημαντικό παραγωγικό κέντρο για αυτή την περίοδο.
Αυτοί οι οικισμοί θα πρέπει να έχουν πολύ παλιά ιστορία. Υποθέτω ότι θα πρέπει να είναι, μαζί με τους αμπελώνες του Κοσκινά, οι αρχαίοι αμπελώνες του Πράμνειου Οίνου. Θα πρέπει να είχαν σύνδεση μεταξύ τους με δρόμο ή μονοπάτι, και παράλληλα θα είχαν σύνδεση με τις παραθαλάσσιες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, και ιδίως με την Οινόη. Μια ανασκαφή και σε αυτή την περιοχή, θα μπορούσε να δώσει πολλά.

Μια Ιστορία που δεν έχει γραφτεί ακόμη

Μετά την κλασσική Ελλάδα, κατέρρευσαν τα δίκτυα εμπορίου των αρχαίων Ελλήνων. Οι παράκτιες πόλεις της Ικαρίας (Δράκανο, Θέρμαι, Οινόη, Νάς), που ήταν βασισμένες στο εμπόριο θα πρέπει να ερημώθηκαν. Ήδη επί Ρωμαίων η Ικαρία αναφέρεται ως έρημη. Τι συνέβη;
Θα πρέπει όσοι έμειναν στο νησί, να αποσύρθηκαν στα ορεινά, και ιδιαίτερα στην παραγωγική ζώνη του Πράμνειου Οίνου. Τότε ουσιαστικά θα πρέπει να δομήθηκε το αυτόνομο Ικαριακό νοικοκυριό και όχι στην περίοδο της μεταβυζαντινής πειρατείας, όπως πιστεύουμε σήμερα.. Επομένως, δεν θα πρέπει να μιλάμε για τον αιώνα της αφάνειας, αλλά για πολλούς αιώνες επιβίωσης και προσαρμογής αυτόνομων και συνεχώς διευρυνόμενων νοικοκυριών, με απόλυτη αυτάρκεια, μέσα στην Ικαριακή φύση.
Η μεγάλη παραγωγική δύναμη της Ικαριακής φύσης και τα διάσπαρτα νερά κατά μήκος του Αθέρα, ευνόησαν τον πρωτότυπο οικιστικό τύπο της αραιής κατοίκησης, δηλαδή της επιβίωσης σε επικλινές δασωμένο έδαφος. Η τροφοσυλλογή, η αιγοτροφία, η μελισσοπαραγωγή, η καροβυνοποιία και φυσικά η αμπελουργία αναπτύχθηκαν σε συνθήκες αυτάρκειας.
Διατηρήθηκαν οι αρχαίες ελληνικές τεχνικές, που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα. Διατηρήθηκαν έτσι και τα ήθη και έθιμα. Διαμορφώθηκε η κοινωνία των ίσων και η κοινωνία των ελαχίστων. Διαμορφώθηκε η Ικαρία της Ουτοπίας.
Οι κάτοικοι ζούσαν ελεύθεροι, μακρόβιοι, χωρίς ταξικές αντιθέσεις, χωρίς διευρυμένη αγορά και εμπόριο. Η αλίμενη και ανεμόεσσα Ικαρία, και το τραχύ Ικάριο Πέλαγος διαμόρφωσαν ένα τείχος προστασίας. Μεσολάβησε ένα μικρό διάλειμμα κατά την Βυζαντινή περίοδο, οπότε και ξαναστήθηκαν τα δίκτυα εμπορίου και ορισμένοι Ικάριοι ξανακατέβηκαν προς την ακτή χωρίς να χάσουν την επαφή τους με την παραγωγική ζώνη του Αθέρα.
Αυτή η ζώνη γης κάτω από την κορυφογραμμή ήταν, επίσης, αόρατη από τη θάλασσα. Επομένως, θα πρέπει να παρέμεινε παραγωγική και την περίοδο της μεταβυζαντικής πειρατείας. Ασφαλώς και σταδιακά θα δημιουργήθηκαν και άλλοι οικισμοί στην υπόλοιπη Ικαρία, πάνω στις πλαγιές. Εκεί κυρίως διαμορφώθηκε το αντιπειρατικό Ικαριακό σπίτι. Δεν είναι τυχαίο, που ακριβώς κάτω από αυτή τη ζώνη του Αθέρα υπάρχουν τα σημερινά χωριά Ξυλοσύρτης, Χρυσόστομο, Πλαγιά, Μαγγανίτης, Καρκινάγρι. Επίσης, το σημερινό μονοπάτι που σώζεται ακόμη, περνάει από αυτή τη διαδρομή για να βγει στην Πούντα. Η πάνω γη θα πρέπει να εγκαταλείφθηκε. Οι κάτοικοι άλλαξαν ασχολίες και έγιναν κτηνοτρόφοι και ελαιοκαλλιεργητές. Η αμπελουργία ξεχάστηκε σε αυτή την περιοχή, με μόνη ίσως εξαίρεση την περιοχή της Κάμπας.
Αν λοιπόν η ζώνη αυτή, σχετίζεται με την αμπελουργική ιστορία της Ικαρίας και τη μετεξέλιξή της, τότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι άλλες παρόμοιες ζώνες σχετίζονταν με άλλες παραγωγικές εξειδικεύσεις. Υπάρχουν, εκτός από τις «από το βουνό προς τη θάλασσα» οικιστικές διαδοχές (Μεσαριά, Πέρα Μεριά, Άγιος Κήρυκος, Βόρεια περιοχή των Ραχών μέχρι τη θέλασσα), άλλες δύο σημαντικές ισοϋψείς οικιστικές διαδοχές:
Α) Μονοκάμπι-Πλωμάρι-Μηλιωπό, και
Β) Κουνιάδοι-Βρακάδες-Προεσπέρα.
Η Ικαρία φαίνεται να έχει σημαντική οικιστική ιστορία, σημαντικές οικιστικές αναπροσαρμογές. Πολλά στοιχεία του Ικαριακού πολιτισμού, η γλώσσα, η γραφή, οι χοροί, τα έθιμα, το κτηνοτροφικό σύστημα, ερευνώνται σήμερα και δείχνουν ότι είναι εφάμιλλα της μοναδικότητας και της σημασίας του Πράμνειου Οίνου, και πέρασαν επίσης στην αφάνεια.
Στο σύνολό της η Ικαρία, μέχρι σήμερα, παραμένει ακόμη «αφανής» και ανεξερεύνητη. Ακόμη και από μας τους ίδιους τους Ικάριους.


ΑΠΟ ΤΑ ΙΚΑΡΙΑΚΑ ΝΕΑ
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...




Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΟΙΝΟΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΚΑΡΔΙΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΡΟΣ Β.

..ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Η καλλιέργεια της αμπέλου στην αρχαία Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, όχι μόνον στην Αθήνα και την Πελοπόννησο, αλλά και στα νησιά, στη Μακεδονία και τη Θράκη. Ειδικότερα στην περιοχή της Μακεδονίας το κρασί έχει μεγάλη ιστορία. Σύμφωνα με τον Κλέαρχο τον Σολέα, ο πρώτος που ανακάλυψε την τέχνη της οινοποιίας ήταν ο Μάρων, ο γιος του Ευάνθη, που τον τιμούσαν στη Μαρώνεια της Θράκης.

Όμως τα πρώτα δείγματα αμπελοκαλλιέργειας βρέθηκαν στην ανατολική Μακεδονία. Κοντά στις Κρηνίδες της Καβάλας σε πρόσφατη ανασκαφή βρέθηκαν σπόροι σταφυλιού, που ανάγονται στα τέλη της προϊστορικής περιόδου. Σπόροι σταφυλιών έχουν βρεθεί ακόμη στις ανασκαφές στην Τούμπα του Φωτολίβους της Δράμας, που χρονολογούνται στη Νεολιθική εποχή (περίπου το 4.000 π.Χ.). Επίσης σπόροι σταφυλιών που μοιάζουν σε γενικές γραμμές με τις οινοποιήσιμες ποικιλίες, έχουν βρεθεί και στην ίδια περιοχή κοντά στο χωριό Σιταγροί σε μια περιοχή που υδρευόταν με τεχνητό τρόπο. Οι σπόροι αυτοί χρονολογούνται από το 3000 π.Χ. Ως πρώτη αμπελουργική περιοχή στην Ελλάδα θεωρούνται οι Φίλιπποι στην ανατολική Μακεδονία ήδη από την περίοδο 2800-2200 π.Χ.

Για τους επόμενους αιώνες μέχρι την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο οι γνώσεις μας για το κρασί στη Μακεδονία είναι περιορισμένες. Η σημαντικότερη πληροφορία μας έρχεται από τον Όμηρο. Αναφέρει στην Οδύσσεια ότι ο Μάρων είχε προσφέρει δέκα αμφορείς κρασί στον Οδυσσέα, με το οποίο μάλιστα ο τελευταίος μέθυσε τον Κύκλωπα. Στον ίδιο οίνο, της πόλης του Ίσμαρου, έδειχναν προτίμηση και οι Αχαιοί κατά την Τρωική εκστρατεία.

Για την αρχαϊκή και την κλασική περίοδο έχουμε πολλές πληροφορίες για την καλλιέργεια της αμπέλου και την οινοποιία στη Μακεδονία κυρίως από κείμενα της περιόδου, από παραστάσεις σε νομίσματα κυρίως του 6ου αι π.Χ. και σε μικρότερο βαθμό από παραστάσεις σε αγγεία της κλασικής περιόδου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, υπήρχαν αμπελώνες στη Χαλκιδική (στη Μένδη, Σκιώνη, Άκανθο και στη χερσόνησο του Αγίου Όρους), στη Θάσο, στην Πέλλα και στα Στάγειρα, όπου και ο ίδιος ο Αριστοτέλης διατηρούσε αμπελώνα. Επίσης, σε επιγραφή του 5ου αι. π.Χ. που βρίσκεται στη Θάσο σώζεται κείμενο που καθορίζει όλα τα θέματα σχετικά με τον τρύγο, την οινοποιία, αλλά και την πώληση του οίνου, ο οποίος πωλούνταν μόνο μέσα σε αμφορείς σφραγισμένους από τους ελεγκτές της αγοράς. Ο ίδιος νόμος, προκειμένου να προστατεύσει τη γνησιότητα του τοπικού οίνου, όριζε ότι απαγορευόταν σε κάθε πλοίο που μετέφερε κρασί να προσεγγίσει το λιμάνι της Θάσου, επί ποινή δημεύσεως του πλοίου.


Ο οίνος από τις περιοχές της Μακεδονίας και κυρίως της Θάσου έφθανε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, μέσα σε αμφορείς οι οποίοι μεταφέρονταν με φορτηγά καράβια. Όμως με την επικράτηση των Ρωμαίων στη Μεσόγειο το κέντρο βάρους του εμπορίου οίνου μετατοπίστηκε από το βόρειο στο νότιο Αιγαίο και εκτός Ελλάδος. Παρ' όλα αυτά η παραγωγή οίνου στη Μακεδονία συνεχιζόταν αδιάλλειπτα.

Η παρακμή και η κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σήμαινε την εγκατάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας και την δραματική μείωση κατανάλωσης οίνου στη δυτική και κεντρική Ευρώπη. Το Βυζάντιο παραμένοντας ο θεματοφύλακας της ελληνικής και ρωμαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς στα χρόνια του Μεσαίωνα, διέσωσε την τέχνη της αμπελουργίας. Μάλιστα στα χρόνια του Βυζαντίου παρήχθησαν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της εποχής.


Η καλλιέργεια στις οινοπαραγωγικές περιοχές του Αγίου Όρους, της Πέλλας, της Θάσου, της Καβάλας και της Δράμας συνεχίστηκε ανελλιπώς. Αν και πολλές φορές οι αμπελοκαλλιέργειες καταστράφηκαν από τις κακές καιρικές συνθήκες, από αρρώστιες και από τις πολεμικές συγκρούσεις, ωστόσο γνωρίζουμε ότι τον 5ο αι. μ.Χ. είχαν αυξηθεί οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ενώ τα κρασιά χαρακτηρίζονταν πλέον από την περιοχή όπου παράγονταν. Ιδιαίτερα φημισμένη για το κρασί που παρήγαγε ήταν η περιοχή του Παγγαίου, την οποία επισκέφθηκαν και οι αυτοκράτορες Νικηφόρος Φωκάς και Ανδρόνικος Καντακουζηνός προκειμένου να γευτούν το κρασί της.

Εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη περιοχή για την οινοπαραγωγή στην περίοδο του Βυζαντίου ήταν η Χαλκιδική. Λόγω των πολλών μονών στο Άγιο Όρος -πολλών περισσότερων από ότι σήμερα- και της θέσης του κρασιού ως βασικού στοιχείου διατροφής των μοναχών, όλη σχεδόν η Χαλκιδική, τόσο στο νότο, όσο και στα βορειοδυτικά, μέχρι τη σημερινή Καλαμαριά, ήταν γεμάτη από αμπέλια που χρησίμευαν για οινοπαραγωγή. Η συστηματική καλλιέργεια των αμπελιών είχε ως αποτέλεσμα τον 10ο αι. να υπάρχει αφθονία κρασιού στο Άγιο Όρος, να αρχίσει η εμπορία του πρώτα στη Θεσσαλονίκη και αργότερα η μεταφορά του με πλοία σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες χώρες. Το κρασί αποθηκευόταν σε ειδικές αποθήκες μέσα στις μονές, τα βαγεναριά, και σε αντίστοιχες αποθήκες στα μετόχια των μονών σε όλη τη Χαλκιδική.

Το κρασί έγινε εκ νέου γνωστό στην Ευρώπη μέσω των Βενετών και των Γενουατών μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Οι Σταυροφόροι και οι δυτικοί φεουδάρχες κατά την επάνοδό τους στη Δύση ύστερα από βραχεία ή μακροχρόνια παραμονή τους στο Βυζάντιο μετέφεραν ποικιλίες αμπέλου, τις οποίες μεταφύτευαν κυρίως κοντά στα παράλια της Μεσογείου.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι καλλιεργούμενες με αμπέλια εκτάσεις μειώθηκαν σημαντικά. Κύρια αιτία ήταν η εχθρική στάση των Μουσουλμάνων προς το κρασί, στάση που απορρέει από την απαγόρευση κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών που επιβάλλει το Κοράνι στους Μουσουλμάνους. Όμως η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοποιία δεν έσβησε. Οι κύριες οινοποιητικές ζώνες ήταν πλέον αυτή της Σιάτιστας, των Σερβίων, του Αμυνταίου, της Νάουσας, της Γουμένισσας, του Κίτρους κοντά στην Κατερίνη, των Γιανιτσών, τα μετόχια των μονών του Αγίου Όρους στη Χαλκιδική και η περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή που περιηγήθηκε το 17ο αι. τη Μακεδονία σημείωνε ότι γύρω από τη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 46.000 στρέμματα αμπέλια και σε ότι σε κάθε αμπελώνα υπήρχε και εντευκτήριο διασκέδασης.

Στη Χαλκιδική η αμπελοκαλλιέργεια συνεχίστηκε χωρίς διακοπή, ακόμη και μετά την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς. Τόσο μέσα στο Άγιο Όρος, όσο και στα μετόχια, οι μοναχοί φύτευαν κλήματα της ποικιλίας λημνιό και σε μικρότερο βαθμό ποικιλίες φερμένες από τη Γεωργία. Καλύτερο κρασί θεωρούνταν το λημνιό που παρήγαγε η Μονή Διονυσίου από τον αμπελώνα Μονοξυλίτη. Στη Σιάτιστα η αμπελοκαλλιέργεια άκμασε από τα μέσα του 15ου αι. και παρέμεινε ζωντανή μέχρι τα μέσα του 20ου αι., οπότε και περιορίστηκε δραματικά λόγω της φυλλοξήρας και της μετανάστευσης. Τα κρασιά που παράγονταν και παράγονται ακόμη και σήμερα ανήκουν στις ποικιλίες ξυνόμαυρο (κυρίως), σταυρωτό, βαλάντοβο και μοσχόμαυρο. Άλλες οινοπαραγωγικές περιοχές στη Μακεδονία με φημισμένα κρασιά ήταν αυτή της Νάουσας και της Γουμένισσας, όπου κυριαρχούσε το ξινόμαυρο και του Αμυνταίου. Από τον 17ο αι. άρχισε να παράγεται κρασί και σε νοτιότερες περιοχές, όπως στη Ραψάνη και στα Αμπελάκια.

Ο Γάλλος περιηγητής Cousinery που επισκέφθηκε τη Μακεδονία στις αρχές του 19ου αι. θεωρούσε το κρασί της Νάουσας ως το «καλύτερο στην Οθωμανική αυτοκρατορία μετά το κρασί της Τενέδου». Η Mary Walker που επισκέφθηκε τη δυτική Μακεδονία το 1860 επαινούσε τα κρασιά της Κοζάνης, της Νάουσας και της Καστοριάς για την ποιότητά τους.

Η αμπελοκαλλιέργεια στη Μακεδονία δέχθηκε ένα σοβαρότατο χτύπημα στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου. Φυλλοξήρα προσέβαλε το 1898 για πρώτη φορά τους αμπελώνες στην Πυλαία έξω από τη Θεσσαλονίκη και μέσα στις επόμενες δεκαετίες επεκτάθηκε και στους αμπελώνες της υπόλοιπης Μακεδονίας και της Θράκης. Η επέκτασή της ήταν ταχεία και καταστροφική, ιδιαίτερα στη Μακεδονία. Ολόκληροι αμπελώνες, όπως εκείνος της Σιάτιστας και της Μονής Μεγίστης Λαύρας καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Ακόμη και η εγκατάσταση των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, την ανατολική Θράκη και τον Πόντο, οι οποίοι μετέφεραν νέες ποικιλίες κλημάτων, και είχαν άλλες γνώσεις και εμπειρίες, δεν κατόρθωσε να ανακόψει την πτωτική πορεία της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοπαραγωγής στη Μακεδονία, πορεία που συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το 1938 η Μακεδονία παρήγαγε μόνο το 7,9% του οίνου της Ελλάδος.

Έγιναν βέβαια προσπάθειες να αντιμετωπιστεί με διασταύρωση με ποικιλίες αμπελιών από τη Γαλλία και τη Βουλγαρία και ευρωπαϊκές χώρες, με αμφιλεγόμενα όμως αποτελέσματα. Οι αμπελώνες σώθηκαν, αλλά οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν σημαντικά και η ποιότητα των παραγομένων κρασιών έπεσε δραματικά.


Η καλλιέργεια της αμπέλου, η δημιουργία του κρασιού από το σταφύλι και οι επιπτώσεις από την οινοποσία στον ανθρώπινο οργανισμό πάντα προκαλούσαν δέος στον άνθρωπο και γι αυτό συνδέθηκαν με το Θείο. Στην αρχαιότητα ο θεός που συνδεόταν με το κρασί ήταν ο Διόνυσος, ένας θεός αγροτικός, που λατρεύτηκε ιδιαίτερα στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου το Δωδεκάθεο δεν ήταν τόσο διαδεδομένο, όσο στη νότιο Ελλάδα.


Σύμφωνα με έναν μύθο, ο Διόνυσος γεννήθηκε στο Παγγαίο και έζησε εκεί λατρευόμενος από τους Ηδωνούς, μια θρακική φυλή. Άλλος μύθος θέλει τη Σεμέλη να ζει στις πλαγιές του Βερμίου, όπου γέννησε το Σειληνό, ο οποίος αργότερα συνελήφθη από τον Μίδα.

Σε κάποιες περιοχές της Μακεδονίας, όπως και της Θράκης τα πρώιμα χρόνια ο Διόνυσος παριστανόταν ζωόμορφος, κατάλοιπο τοτεμικής νοοτροπίας. Λατρευόταν ιδιαίτερα στο Παγγαίο και στον Κισσό μαζί με τις μαινάδες, οι οποίες αναφέρονται ως «Κλώδονες» και «Μιμαλλόνες». Ο Μαιναδισμός επέζησε τους επόμενους αιώνες στη Μακεδονία μέχρι την πτώση του αρχαίου κόσμου και από τις λατρευτικές τελετές μεταφέρθηκε και στο θέατρο. Ο «μαιναδικός» θίασος, πολύ δημοφιλής στη Μακεδονία, αποτελούνταν από γυναίκες, ενώ ο κορυφαίος του χορού ήταν άντρας, που φορούσε «κοθόρνους», «κροκωτόν» και «μήτραν», πρότυπο δηλαδή του γυναικοντυμένου Διονύσου, αντίθετα με άλλες περιοχές της Ελλάδος, όπου επικρατούσε η εικόνα του φαλλικού Διόνυσου. Στις παραστάσεις και στις εορτές καταναλώνονταν μεγάλες ποσότητες κρασιού. Το ίδιο συνέβαινε και στα βακχικά όργια, που ήταν επίσης πολύ δημοφιλή στη Μακεδονία. Η λατρεία του Διονύσου παρέμεινε ζωντανή και στην ελληνιστική εποχή ιδιαίτερα στην Πέλλα, στη Ρωμαϊοκρατία και τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους, ιδιαίτερα στην Αμφίπολη.

Στο Λαγκαδά, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, ακόμη και σήμερα οι πρόσφυγες από τις παράκτιες περιοχές της ανατολικής Θράκης και της Μαύρης θάλασσας στις 21 Μαίου, γιορτή του Κωνσταντίνου και Ελένης τελούν τα αναστενάρια, ένα έθιμο που συνδέεται με τα βακχικά όργια της αρχαιότητας. Ανάμεσα στις άλλες εκδηλώσεις περιλαμβάνονται η άμετρη οινοποσία και η πυροβασία, δυο στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τη λατρεία του θεού Διονύσου στη Θράκη.

Στη χριστιανική θρησκεία ο Θεός παρουσιάζεται ως αμπελουργός, και η Εκκλησία ως άμπελος. Οι χριστιανοί στη Θεία Κοινωνία χρησιμοποιούν το κρασί ως αίμα του Θεού. Μάλιστα η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει καθιερώσει και προστάτη των αμπελιών και των αμπελουργών, τον Άγιο Τρύφωνα, ενσωματώνοντας με αυτό τον τρόπο πανάρχαιες αντιλήψεις για τη βλάστηση και τη γονιμότητα. Ο Άγιος αυτός ήταν ιδιαίτερα γνωστός και σεβαστός στις αμπελουργικές ζώνες της Μακεδονίας από τους προηγούμενους αιώνες. Όμως η εγκατάσταση στη Μακεδονία μετά το 1924 των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας, της ανατολικής Θράκης και του Πόντου είχε ως συνέπεια την ένταση της λατρείας του και την τήρηση σχετικών εθίμων σε ετήσια βάση.


Σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας ακόμη και σήμερα η μνήμη του Αγίου Τρύφωνα γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα και λαμπρότητα. Στη Γουμένισσα την 1η Φεβρουαρίου γίνεται το κουρμπάνι. Ένα αρσενικό μοσχάρι θυσιάζεται, και βράζεται. Ο παπάς ευλογεί το κρέας το οποίο μοιράζεται σε όλη την κοινότητα, η οποία το καταναλώνει με συνοδεία άφθονου κρασιού. Παραλλαγή του ίδιου εθίμου συναντούμε στον Τρίλοφο και στη Στενήμαχο, κοντά στη Νάουσα. Στη Γέφυρα, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη, οι κάτοικοι την παραμονή της εορτής του Αγίου Τρύφωνα γλεντούν με κρασί, ενώ ανήμερα της γιορτής περιφέρουν την εικόνα του αγίου και διαβάζουν κόλλυβα. Κόλλυβα φτιάχνουν την ημέρα του Αγίου Τρύφωνα και στην Αγχίαλο και στη Μεσήμβρια, ενώ οι αμπελουργοί ρίχνουν αγιασμό στα αμπέλια τους.


Εκτός όμως από τον εορτασμό του Αγίου Τρύφωνα υπάρχουν πολλά έθιμα στη Μακεδονία που σχετίζονται με το κρασί. Η προέλευσή τους χάνεται στο βάθος των αιώνων, ενώ όλα σχεδόν τελούνται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα. Το κρασί σύντροφος της χαράς και της λύπης, ουσιαστικά συνοδεύει όλες της σημαντικές στιγμές του ανθρώπου, αλλά και την καθημερινότητά του. Στη γέννηση, στη βάφτιση, στον αρραβώνα, στο γάμο, στο θάνατο το κρασί θεωρούνταν και θεωρείται απαραίτητο συμπλήρωμα. Αλλά και κάθε μέρα το κρασί συνόδευε και συνοδεύει ακόμη και σήμερα τα εδέσματα στο μεσημεριανό τραπέζι, κυρίως τα κρεατικά που μαγειρεύονταν τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Αλλά και στις τοπικές εορτές και στα έθιμα της Μακεδονίας το κρασί είναι πάντα παρόν. Στο Αμύνταιο και στο Ξυνό Νερό ακόμη και σήμερα την παραμονή της εορτής της Αγίας Βαρβάρας οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλες φωτιές και γλεντούν με όργανα και άφθονο τοπικό κρασί. Στην περιοχή της Νάουσας πάλι την προπαραμονή των Χριστουγέννων οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλες φωτιές για να γιορτάσουν το «Κόλντε» και ακολουθεί γλέντι με τη συνοδεία κρασιού και τσίπουρου. Στη δυτική και ανατολική Μακεδονία τα παραδοσιακά καρναβάλια που γίνονται στις αρχές Ιανουαρίου, τα Ραγκουτσάρια, οι Μωμόγεροι, κλπ. πάντα συνοδεύονται τις νυκτερινές ώρες από άκρατη οινοποσία.


Σήμερα που ο κόσμος στρέφεται προς την παράδοση και ψάχνει να βρει τις ρίζες του ο σύνδεσμος μεταξύ του κρασιού και του πολιτισμού γίνεται ολοένα και πιο ισχυρός. Όλες οι εορτές, οι αναβιώσεις λαϊκών δρωμένων περιλαμβάνουν και οινοποσία. Τα μουσεία κρασιού που δημιουργήθηκαν στη Νάουσα, στη Ραψάνη και στο Αμύνταιο προσπαθούν να δείξουν τη διαχρονική πορεία του κρασιού στη ζωή μας στην περιοχή της Μακεδονίας και οι επισκέψεις στα οινοποιεία φιλοδοξούν να μεταβάλλουν την εικόνα του κρασιού από απλό προϊόν κατανάλωσης σε ένα καθοριστικό στοιχείο της πολιτιστικής μας ταυτότητας.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....




ΠΗΓΗ.ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ΟΙΝΟΣ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΚΑΡΔΙΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ[Ο ΑΙΝΟΣ ΣΤΟ ΘΕΟ Ο ΟΙΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ]ΜΕΡΟΣ Α,

Μήδεν άλλο φυτεύσεις πρότερο δένδρον αμπέλω

Πρώτος ν’ αρχίσω ξέρω το διθύραμβο
Του βασιλιά Διονύσου το ωραίο τραγούδι,
Όταν το κρασί μου κεραυνοβολήσει το μυαλό


Η ιστορία της Ελλάδας είναι βαθιά επηρεασμένη από την άμπελο και τον οίνο. Το κρασί, μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, είναι στενά δεμένο με την ιστορία και τις τέχνες μας, είναι ριζωμένο στα ήθη και τα έθιμά μας. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η ποίηση αλλά και η θρησκεία, καθώς και οι συνήθειες διατροφής μας, φέρουν τη σφραγίδα της αμπέλου και του οίνου.

Στην Αρχαία Ελλάδα το κρασί λατρεύτηκε στο πρόσωπο του Διόνυσου ως μία θεότητα ζωντανή, έξυπνη, ερωτική. Η πλούσια εικονογραφία των αγγείων της μαρτυρούν το εύρος και την επιτυχία της Διονυσιακής λατρείας.

“Το σταφύλι ωριμάζει κάτω από τις ζωοποιές ακτίνες του ηλίου και την πρωινή δροσιά. Όταν ωριμάσει το σταφύλι πεθαίνει. Το κόβουν, το ρίχνουν στους κάδους, το πατάνε, βγάζει το χυμό του και γίνεται κρασί. Οι φλούδες του σταφυλιού σαπίζουν, αλλά διατηρείται το κρασί. Όσο παλιώνει, άλλο τόσο γίνεται πολυτιμότερο. Να, η ζωή του σταφυλιού μοιάζει με τη δική μας ζωή. Η ζωή μας, όταν ωριμάσει και πατιέται μέσα στους κάδους των δοκιμασιών, οι φλούδες, που είναι το φθαρτό σώμα μας, σαπίζουν στο χώμα. Μένει όμως και ζει αιώνια το κρασί, το αθάνατο πνεύμα μας, η πολύτιμη ψυχή μας.”

Άγιος Λουκάς ο ιατρός,"


"Όποιος πίνει μόνο νερό έχει ένα μυστικό να κρύψει".
(C. Baudelaire)

"Το κρασί παρηγοράει τους λυπημένους, αναζωογονεί τους γέροντες, εμπνέει τους νέους, κάνει τον κουρασμένο να ξεχνάει το μόχθο του".
(Λόρδος Βύρων, 1788)

"Ούτος (οίνος) θεοίσι σπένδεται θεός γεγώς"
(Ευριπίδη, Βάκχαι, στ. 280-285)
[ Θεός είναι (το κρασί) και χρησιμεύει για σπονδή (θυσία) στους θεούς].





Οίνος - Κρασί

Η λέξη "κρασί" αντικατέστησε τη λέξη "οίνος" στους βυζαντινούς χρόνους. Η αντικατάσταση αυτή επιταχύνθηκε ίσως από το ότι ο "οίνος" (όπως και ο "άρτος") αποτελούσε πλέον όρο του χριστιανικού λειτουργικού-θρησκευτικού λεξιλογίου, μετατράπηκε δηλαδή σε "λέξη ταμπού".

Η λέξη κατάγεται, με μεσολάβηση των τύπων κρασίν<κρασίον, από τη λέξη: κράσις, που σημαίνει ανάμειξη. Η ετυμολογία της λέξης αντανακλά τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να πίνουν το κρασί τους ανακατεμένο με νερό. Πιθανότερη εκδοχή για την καταγωγή της λέξης "οίνος" είναι ότι η λέξη προήλθε από μια άγνωστη γλώσσα της περιοχής του νοτίου Καυκάσου-Εύξεινου Πόντου, από όπου επίσης δείχνει να κατάγεται η σύγχρονη άμπελος. Ιστορία Πριν από το κρασί είναι το σταφύλι και πριν το σταφύλι το αμπέλι. Το αμπέλι λοιπόν έχει, κατά τους παλαιοντολόγους, προϊστορία πολλών εκατομμυρίων χρόνων. Πριν από την εποχή των παγετώνων ευδοκιμούσε στην πολική ζώνη: στην Ισλανδία, τη Βόρεια Ευρώπη, τη βορειοδυτική Ασία, ακόμη και στην Αλάσκα. Οι παγετώνες όμως περιόρισαν την εξάπλωσή του και επέβαλαν γεωγραφική απομόνωση μεταξύ ποικιλιών, που τελικά εξελίχθηκαν σε διαφορετικά είδη, "απώθησαν" διάφορους πληθυσμούς άγριων αμπέλων προς θερμότερες ζώνες, όπως την κεντρική-ανατολική Ασία, (από όπου τελικά πέρασαν ευρασιατικά στελέχη και στην Αμερική), την κεντρική-νότια Ευρώπη, αλλά, το σημαντικότερο, προς την ευρύτερη περιοχή του νοτίου Καυκάσου. Εκεί, μεταξύ Ευξείνου Πόντου, Κασπίας θάλασσας και Μεσοποταμίας, γεννήθηκε το είδος Άμπελος η οινοφόρος (Vitis vinifera, υποείδος caucasica), που σχεδόν αποκλειστικά -σε διάφορες ποικιλίες και υβρίδια- καλλιεργείται σήμερα. Κουκούτσια αγριοστάφυλων έχουν βρεθεί ακόμη και σε σπηλιές που κατοικήθηκαν από νομαδικά προϊστορικά φύλα. Η τέχνη της αμπελουργίας εικάζεται ότι ξεκίνησε με την αγροτική επανάσταση και τη σταθερή εγκατάσταση πληθυσμών με σκοπό την καλλιέργεια, γύρω στο 5000 π.Χ.. Από τους πρώτους γνωστούς αμπελοκαλλιεργητές θεωρούνται οι Αριοι (πρόγονοι των Ινδών που ζούσαν στην περιοχή Καυκάσου-Κασπίας), οι αρχαίοι Πέρσες, οι Σημιτικοί λαοί και οι Ασσύριοι. Κατόπιν η τέχνη της αμπελουργίας και οινοποιίας πέρασε στους Αιγύπτιους, τους λαούς της Παλαιστίνης-Φοινίκης και τους -μη Έλληνες εκείνα τα χρόνια- κατοίκους της Μικρασίας και του Ελλαδικού χώρου. Την ίδια εποχή πάντως το κρασί αναφέρεται και στην αρχαία Κίνα! Η Αίγυπτος είχε μακρότατη παράδοση οινοποιίας, με τις αρχές της να χάνονται πριν το 4000 π.Χ. Αναφέρονται βασιλικοί αμπελώνες, απεικονίζονται ποικιλίες σταφυλιού διαφόρων αποχρώσεων, σκηνές αμπελουργίας και οινοποίησης (ακόμη και μηχανικά πιεστήρια!), ενώ βρέθηκαν αμφορείς της Νέας Δυναστείας (1600-1100 π.Χ.) στους οποίους αναγράφονται η προέλευση, η σοδειά και ο οινοποιός! Στην Μεσοποταμία πάλι, ο Βαβυλώνιος βασιλιάς Χαμουραμπί το 1700 π.Χ. είχε νομοθετήσει για την τιμή του κρασιού καθώς και για την περίοδο που έπρεπε να καταναλώνεται, μόνο την εποχή μετά τον τρύγο -η παλαίωση προφανώς δεν είχε εκτιμηθεί όσο έπρεπε. Παρά τη μακρά παράδοσή τους, οι λαοί αυτοί γρήγορα έχασαν τη φήμη των σπουδαίων οινοποιών, στην κλασσική εποχή, τα αιγυπτιακά κρασιά δε θεωρούνταν άξια λόγου. Αυτό οφείλεται σε γεωγραφικούς-κλιματικούς παράγοντες (το αμπέλι έδινε καλύτερες ποικιλίες στα μεσογειακά κλίματα, όπως της Φοινίκης και της Ελλάδος), σχετίζεται όμως πιθανόν και με την αγάπη των λαών αυτών για τη μπίρα. Οι Σημιτικοί λαοί της ανατολικής Μεσογείου ήρθαν νωρίς σε επαφή με το κρασί. Οι Έλληνες, οι οποίοι διέπρεψαν στην οινοποιία, μονοπωλώντας σχεδόν την αγορά για αιώνες, και με τους οποίους θα ασχοληθούμε εκτενέστερα, γνώρισαν το κρασί πιθανότατα από την αρχή της εγκατάστασής τους στο σημερινό τους τόπο, δηλαδή τουλάχιστον πριν το 1700 π.Χ. Δεν έχει διευκρινιστεί από πού διδάχθηκαν την οινοποιία: Σύμφωνα με μια θεωρία, έμαθαν το κρασί από τους ανατολικούς λαούς (Φοίνικες ή/και Αιγύπτιους), με τους οποίους τόσο οι Μυκηναίοι, όσο και οι προγενέστεροι -μη ελληνικής καταγωγής- Κυκλαδίτες και Μινωίτες είχαν ανεπτυγμένες εμπορικές σχέσεις. Η σχετική με το κρασί μυθολογία (διονυσιακοί, ορφικοί κ.α. μύθοι) είναι πλουσιότατη, δεν δίνει όμως συγκεκριμένες ενδείξεις. Αλλού το αμπέλι εμφανίζεται ξαφνικά από μόνο του ή το χαρίζει ο θεός Διόνυσος στους ελλαδίτες (π.Χ. στην Αιτωλία), με τρόπο που δημιουργεί σκέψεις για παρουσία της αμπέλου στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν την έλευση των Ελλήνων, αλλού το κρασί συνδέεται με την Κρήτη και τη Νάξο (μύθος "Διόνυσος και Αριάδνη"), ενισχύοντας την εκδοχή περί φοινικικής ή αιγυπτιακής προέλευσης, αλλού πάλι το αμπέλι φέρεται ερχόμενο από τη Θράκη, που σύμφωνα με κάποιες πηγές ίσως ήταν ο βασικός προμηθευτής των Ελλήνων στους Μυκηναϊκούς χρόνους (Ιλιάδα Ι 71-72) -άλλωστε η λατρεία του Διονύσου θεωρείται θρακικής-μικρασιατικής καταγωγής. Η τελευταία αυτή εκδοχή είναι μπερδεμένη από μόνη της. Οι Σκύθες και κάποια βορειοθρακικά φύλα εμφανίζουν μια έκδηλη έχθρα προς το κρασί, ριζωμένη στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά στα ομηρικά έπη (π.χ. Οδύσσεια Ι196-215, όπου ο ιερέας Μάρων χαρίζει δυνατό κρασί στον Οδυσσέα) οι Θράκες φέρονται ως δεινοί οινοπαραγωγοί. Η αντίσταση στη λατρεία του Διονύσου και οι δυσκολίες που συνάντησε αυτή μέχρι να καθιερωθεί στην Ελλάδα, αποτυπωμένες σε πολλούς μύθους, υποδηλώνουν ίσως μια αρχική καχυποψία απέναντι στο κρασί. Όπως και αν έγιναν τα πράγματα, οι Έλληνες αγάπησαν το Διόνυσο και το κρασί, εκτιμώντας το γεγονός ότι τους βοηθούσε ανάλογα με την περίσταση να ξεχνούν τα βάσανα της ζωής, να έρχονται σε έκσταση ή να δημιουργούν ευχάριστη ατμόσφαιρα και κέφι στην συντροφιά. Το εκτιμούσαν λαός και άρχοντες, καθώς και οι φιλόσοφοι όλων -σχεδόν- των ρευμάτων, από τους Προσωκρατικούς και τους Ιδεαλιστές (Πλάτων, Σωκράτης κ.ο.κ.) μέχρι τους Επικούριους, ενώ και οι ποιητές δεν παρέλειψαν να το υμνήσουν. Πάντως δεν συνήθιζαν να μεθούν, ούτε είχαν εκτίμηση στους "μεθύστακες".

Το τελετουργικό του επίσημου συμποσίου, όπου ο "συμποσιάρχης", συχνά προϊστάμενος στρατιάς "κεραστών" και "οινοχόων", επέβλεπε τόσο το νέρωμα του κρασιού, όσο και την ποσότητα που θα έπινε ο κάθε συμπότης ανάλογα με την κατάστασή του, δηλώνει ότι η αποφυγή της μέθης και η διατήρηση πολιτισμένης ατμόσφαιρας ήταν σημαντική υπόθεση.

Οι πρόγονοί μας έπιναν το κρασί τους με διάφορους τρόπους. Γενικός κανόνας ήταν η ανάμειξη του κρασιού με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος κρασιού προς τρία μέρη νερού), 1:2 ή 2:3, είχαν δε ειδικά σκεύη τόσο για την ανάμειξη (κρατήρες και κύαθους, δηλαδή μακριές, βαθιές κουτάλες) όσο και για την ψύξη του πριν την κατανάλωση (ψυκτήρες), αν και το έπιναν συχνά και ζεστό -η ψύξη του κρασιού με πάγο από τα βουνά ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Η πόση ανέρωτου κρασιού ("άκρατου οίνου") θεωρείτο βαρβαρότητα -αναφέρεται μάλιστα ότι κάποιος νομοθέτης την είχε απαγορεύσει επί ποινή θανάτου- και συνηθιζόταν μόνο από αρρώστους ή κατά τη διάρκεια ταξιδιών ως τονωτικό-δυναμωτικό, περιστάσεις στις οποίες (καθώς και στα γεύματα) ήταν επίσης διαδεδομένη η κατανάλωση κρασιού με μέλι. Συχνά αρωμάτιζαν το κρασί τους με διάφορα μυρωδικά. Η προσθήκη αψίνθου στο κρασί (δηλαδή η παρασκευή βερμούτ) ήταν γνωστή μέθοδος (αποδίδεται μάλιστα στον Ιπποκράτη και το βερμούτ της εποχής ονομαζόταν και "Ιπποκράτειος Οίνος"), καθώς και η προσθήκη ρητίνης (δηλαδή η παρασκευή ρετσίνας) που γινόταν -αν και μάλλον σπάνια- όχι μόνο χάριν της ιδιάζουσας γεύσεως, αλλά και της συντήρησης. Ενίοτε προσέθεταν και άλλα μπαχαρικά, όπως π.χ. θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, πιπέρι ή σμύρνα. Ο τρόπος παραγωγής του κρασιού δε διέφερε ουσιαστικά από αυτόν των ημερών μας. Η αμπελουργία είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα τέχνης, κυκλοφορούσαν δε και ειδικά βιβλία επί του θέματος. Από αυτό του Θεόφραστου, που σώθηκε ως τις μέρες μας, έχουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες, λόγου χάριν ότι οι Έλληνες (αντίθετα από τους Ρωμαίους) συνήθως καλλιεργούσαν το αμπέλι απλωμένο στη γη, χωρίς υποστηρίγματα -τεχνική που ακόμη και σήμερα είναι σε χρήση σε κάποιες περιοχές (π.χ. στη Σαντορίνη). Οι Έλληνες γνώριζαν την παλαίωση του κρασιού και την άφηναν να γίνει σε θαμμένα πιθάρια, σφραγισμένα με γύψο και ρετσίνι -ίσως έτσι, κατά τύχη, ανακαλύφθηκε η επίδραση της προσθήκης ρετσινιού. Το κρασί εμφιαλωνόταν, ανάλογα με το πόσο μεγάλο ταξίδι είχε μπροστά του μέχρι την κατανάλωση, σε ασκούς ή σε σφραγισμένους πήλινους αμφορείς, αλειμμένους με πίσσα (ή ρετσίνι) για τέλεια στεγανοποίηση, στους οποίους συχνά αναγράφονταν με μπογιά ή με σφραγίδα τα πλήρη στοιχεία του περιεχομένου οίνου: περιοχή προέλευσης, έτος παραγωγής, οινοποιός και εμφιαλωτής.

Το εμπόριο των ελληνικών κρασιών απλωνόταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μέχρι και την ιβηρική χερσόνησο (οι Ίβηρες και οι κάτοικοι της νότιας Γαλατίας μάλλον τότε πρωτοήρθαν σε επαφή με το κρασί), και φυσικά στον Εύξεινο πόντο, ήταν δε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες των προγόνων μας. Σε πολλές πόλεις υπήρχαν ειδικοί νόμοι για να εξασφαλίζουν την

ποιότητα του κρασιού, αλλά και "προστατευτικοί" ενάντια στον ξένο ανταγωνισμό και τις εισαγωγές, χαρακτηριστικό παράδειγμα η σχετική νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί δημεύονταν! Από διάφορες πηγές μας έχουν διασωθεί τα ονόματα των οινοπαραγωγικών περιοχών και των κρασιών που έβγαζαν. Αρχικά, τα πιο ξακουστά κρασιά -διεθνώς!!!- ήταν αυτά του βορείου Αιγαίου: της Λήμνου, της Θάσου, της Λέσβου, της Χίου, της Ικαρίας, της Σάμου. Αργότερα, μετά την κλασσική εποχή, απέκτησαν μεγάλη φήμη και τα κρασιά της Ρόδου, της Κω και των λοιπών Δωδεκανήσων, της Θήρας, της Νάξου, της Κρήτης και της Κύπρου. Στην ελληνιστική εποχή μπήκε σε νέα βάση η οινοπαραγωγή της Αιγύπτου, με κύριο προϊόν τον Μαρεωτικό....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....


Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

ΠΑΥΛΟΥ ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΥ [ΑΡΝΑΚΙΣ-ΟΥΡΗΑΣ-ΟΙΣΙΣ]


.......Στον "Ομηρο, δπου ή (χαμένη) φράση «υιός τοΰ φωτός» σημαίνει καί «υιός τοϋ άνθρωπου» αναφέρεται ή ποινή τοΰ Απόλ­λωνος κατά τών "Αργείων, τους οποίους ό ΧρύσηςκαταράταιώςΔαναούς: «ούρήας μένπρώτον έπώχετο κοίκύνας αργούς» (Α', 50). Ή διαφωνία τών εγκατεστημένων φιλο­λόγων γιά τήν έννοια τής λ.«ούρήας»(άν σημαίνει φύλαξ ή ήμίονος) δέν είναι λει­τουργική, έφ' δσον αγνοούν τήν πολυεπίπε-δη (πολυώροφη) ερμηνεία τών μυητικών κειμένων: πράγματι ή λ. όρεύς ή ούρεύς (-» δρω, βλ. καί --»ωρός) σέ πρώτο επίπεδο ση-



μαίνει τόν φύλακα, σέ συνάρτηση καί με τά σκυλιά (τους), έφ' δσον τό Κακό, γιά νά μπή στό στρατόπεδο, πρέπει νά εξουδετέρωση τους Φρουρούς καί τά Σκυλιά τους. Έτσι ό στίχος α', 50 διαβάζεται: «έπεσεπάνω στους φρουρούς καί στά σκυλιά (τους)».

Πράγματι, επίσης ή λ. «ούρήας» σέ δεύτε­ρο επίπεδο σημαίνει τά μουλάρια, όφοΰ αυτά «φέρουν τήν οΐσιν», κουβαλάνε δηλ. τά φορτία τών ήμιονηγών (βλ. καί σχετικές απεικονίσεις ζωγράφων μας τοΰ αλβανικού έπους). Ή άνταπόδοσις (ποινή) τοϋ Απόλ­λωνος αναφέρεται στην μή αποδοχή τής Οισιδος (ή Οΐσεως): ό Χρύσης προσφέρει (οίσις) άποινα (βλ. «τά δ' άποινα δέχεσθαι») ό δέ Άγαμέμων δέν τά δέχεται, οπότε ή συ­γκοπή τοΰ στερητ. α μετατρέπει τά άποινα σέΠοινήν.

Τό αποτέλεσμα, τελικώς, είναι νά επιστρέ­φουν, μετά τελών, τήν Χρυσηϊδα «άπριάτην άνάποινον». Ή 1_.λ. (=δωρική) Ιεΐα (εξ ού καί τελάρο στή δημοτική) σημαίνει: 1) ύφα­σμα, ύφήν, ίστόν, 2) ίστόν (τό όργανον ύφάνσεως), 3) ίστόν αράχνης (δθενή αντιδι­κία Αθηνάς - Αράχνης, καί συνωνύμως Ρϊΐϊυιτι), 4) στήμονα, μΐτον,5)σκευωρίαν, μηχανορραφίαν.

Τό αποτέλεσμα αυτής τής λογικής πολυ-πλοκότητος επικεντρώνεται στην επεξεργα­σία τοΰ πόκου, όπως σημειώθηκε καί στην προέλευση του άπ' τό δέρας (ή άρνακίδα, πρβλ. 'Αρνακίς = Πηνελόπη). Προκύπτει έτσι ή μετάβαση στό τρίτο επίπεδο ερμηνεί­ας τής λ. «ούρήας».

Πράγματι, σέ τρίτο επίπεδο (εσωτερικό) ή λ. όρεύς ή ούρεύς (= πώλος), τόσο κοντά στή ί.λ. (= δωρική) υπ>$ (= ούρος, είδος αγρίου βοός), σημαίνει, ώς όρος ή όνος, αυτό πού αίρεται (όρ -* άρ) ή σηκώνεται (όν -»άνω), δηλ. τό "Υψωμα ή Π ρόσφορον (στή χριστια­νική τελετουργία), άπ' τό ρ. προσφέρω (στό μέλλοντα προσοίσω -* οΐσις = ή μέλλουσα



προσφορά). Ή βασική προσφορά (οΐσις) στό θεό εΐναι «πανπρωτότοκον, διανοϊγον μήτραν» κατά τήν σαφή διατύπωση τοΰ ελληνικού κειμένου (κατά τους Ο') τής Πα­λαιάς Διαθήκης (Έξοδος, ΙΓ', 2): «άγίασόν μοι πανπρωτότοκον πρωτογενές διανοϊγον πάσανμήτραν έν τοις υίοϊς Ισραήλ άπό άνθρωπου έως κτήνους- έμοί εστίν». Τό αΐνιγματικό κείμενο στό Ιδιο κεφάλαιο (στίχ. 13) είναι τό κλειδί διαφωτίσεως στά περί νΙσιδος καί Ιδίως στά κατά τήν οΐσιν αυτής: «πάν διανοίγονμήτραν όνου αλλά­ξεις προβάτφ».

Ή επανάληψη τοϋ 13 υπονοεί τόν (έκ Δε­κατριών) Μυστικόν Δειπνον, στον όποιο δ Ίησοΰς προσήλθε έπί «πώλουδνον». Ή έλλ. λ. πώλος (ή -πουλος, στίς καταλήξεις τών σύγχρονων ονομάτων) σημαίνει, κατ' αντί­στροφη λογική ακολουθία: 1) πουλάρι (= νε-ογνόν όνου), 2) νεογνόν ζώου γενικώς, 3) άρα νεογνόν (άνθρώπινον). Στή δωρική (= λατινική) διάλεκτο ή λ. πώλος έγινε ρυ11υ$ καί σημαίνει: 1) πώλος, πουλάρι, 2) νεοσ­σός, όρνίθιον, 3) ιερά δρνις, άλεκτορίς (βλ. δμως: άλεκτρίς = 666), 4) βρέφος.

Σάν επίθετο ή λ. ρullus(καί ριιΐΐα, ρullum) σημαίνει γενικώς τό μικρό, τό νεαρό (έπί ζώων). Κατά συνέπειαν τών ανωτέρω, συν­δυάζοντας τις συνδεόμενες έννοιες: 1) Απόλλων = άπόλλων = καταστροφή, όλε­θρος, 2) Άπόλλων = "Ηλιος = κυβερνήτης 5ου Οίκου, δηλ. Τεκνοποιίας καί 3) ριι11ιι$ = πώλος, βρέφος, είμαστε πλέον σέ θέση νά κατανοήσουμε τήν Ιστορική πραγματικότη­τα τών τά «φαιά φορούντων» προς τή ί. λ. ρullum (= φαιά έσθής) ή ρulla toga(φαιόν ίμάτιον) ή ριιΐΐιΐδ γενικώς (= φαιός, ύπομέ-λας, πένθιμος) καί τήν έλλ. λ. πελιδνός -*■ πελειός (3) καί τά βαθύτερον φερόμενα, μυητικώς, στην ιστορία τοΰ 'Απουληϊου όνου. Ή Λπουλία (στά Ι. Αριι1ί&, σημερινή Ριΐξΐϊα, πρβλ. καί δημώδη ονομασία Πούλια γιά τις Πλειάδες) δέν φαίνεται νά έχη σχέση μέ τή Μαδαύρα (στά Ρ. Μ&ά&ϋΐβ.) της Αφρικής, δπου γεννήθηκε ό Μέγας Άπου-λήί'ος ό επιλεγόμενος Πλατωνικός καί Σοφιστής, ό συγγραφέας των Μεταμορφώσεων (ή 3$ίηυ$ αιιτευχ = χρυσούς δνος). Τό ανώτατο δμως Ιερατικό αξίωμα τοΰ συγγραφέως (δ&οετάοδ ρΓονίπααε) πρέπει νά μας προβληματίση γιά τό βάθος της σοβαρότητας τοΰ «όνου» του.

Ή Οίσις, ή υπάτη προσφορά τοΰ Αίματος τοΰ Κυρίου (5) ως «άντιλύτρον» αποκρυπτογραφείται μέσα άπ' τήν έννοια της Ρ.λ. Κοοί£&1ΐα (δπως αναφέρθηκε στην 1η παράγραφο τοΰ παρόντος Λόγου). Ό Κοΐπ£θ ή Έρυσίβιος, θεός αποτρόπαιος της έρυσίβης στους Ρωμαίους, πήρε τ' δνομά του άπ' τό ομώνυμο τριτόκλιτο ουσιαστικό γοοι^ο, πού σημαίνει: 1) τόν ιό τοΰ σιδήρου ή τοΰ χαλκοΰ, 2) τήν έρυσίβη (τοΰ σίτου), 3) τόν εύρώτα (= μούχλα). Ό Κύριος, μέσα άπ' τήν κατάσταση τοΰ Χρίστου (=κεχρισμένου δι' ελαίου) εκδηλώνει τήν ενέργεια τοΰ Ιάσονος ή Ίησοΰ (= θεράποντος Λόγου) μέσα άπ' τήν ουσία Του, τό δνομα Εμμανουήλ = ό Θεός έν ήμΧν (οί Εβραίοι τό μεταφράζουν: ό Θεός μεθ' ημών). Τό έν ήμΐν θείον, δηλ. τό θέον, τό αίμα, είναι τό υγρό, πού μεταφέρει τόν σίδηρο (Ρε = ίειτιιιτι στά Ρ.) ώς παράγοντα ζωής στά σωματικά Οργανα. Ό σίδηρος, όστρολογικώς, είναι τό μέταλλο τοΰ "Αρεως, πού, προκειμένου νά κυκλοφορήση στό σώμα, λαμβάνει μία υγρή μορφή, γίνεται δηλ. οπός, καλούμενος, ώς έκ τούτου, άρέο-πος ή άέροπος, προερχόμενος άπ' τήν ένωση τοΰ νΑρεως μέ τήν Αερόπη, κόρη τοΰ Κη-φέως (= κατασκευαστοΰ της κεφαλής). Ό "Αρης, ώς κυβερνήτης τοΰ ζωδίου τοΰ Κριοΰ, συμβολίζει τόν Κύριον ύπό τήν μορ-φήν τοΰ Άρνίου τοΰ Έσφαγμένου, ό δε Αντίχριστος ή Χξς' (= 666), καταδηλούμε-νος άπ' τήν εξίσωση

666=1310-644 = = ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ.........http://cid-afdd98db14bad682.spaces.live.com/default.aspx....
Η ΕΓΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΑΓΓΕΛΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΤΑΡΓΑΤΙΔΑ

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Παρουσίαση-ανάλυση τού πρώτου αθλου του Ηρακλέως υπο του κ.ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΑΓΟΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.[http://www.arkadian.gr/index.html]


Περιγραφή του μύθου


Ο πρώτος άθλος που
ανετέθη στον Ηρακλή από τον Ευρυσθέα ήταν να του φέρει το δέρμα του
λιονταριού της Νεμέας. Αυτό ήταν παιδί του Τυφώνα και της Έχιδνας, ή κατ’
άλλους του σκύλου Όρθρου και της Χίμαιρας, στην περιοχή της Νεμέας και ήταν
άτρωτο. Μία άλλη εκδοχή ήταν ότι το γέννησε η Σελήνη, με φρίκη όμως, το πέταξε
στη γη, στο όρος Τρητό της Νεμέας, για να τιμωρήσει τον λαό της, επειδή δεν της
πρόσφεραν κάποιες θυσίες. Κατ’ άλλους, η Σελήνη δημιούργησε το λιοντάρι κατ’
εντολή της Ήρας από τον αφρό της θάλασσας, και ύστερα κλείνοντάς το σε ένα
μεγάλο κιβώτιο, το πήγε η Ίρις στη Νεμέα, δεμένο στην ζώνη της.
Πηγαίνοντας στην
Νεμέα, έφτασε στις Κλεωνές, ένα χωριό κοντά στο Άργος και φιλοξενήθηκε από τον Μόλορχο, ο γιος του οποίου είχε σκοτωθεί
από το λιοντάρι. Όταν αυτός θέλησε να θυσιάσει ένα κριάρι στην Ήρα, του είπε να
περιμένει για τριάντα ημέρες και αν επιστρέψει σώος, να θυσιάσει στον Δία
Σωτήρα, ενώ αν πεθάνει, να εκτελέσει θυσίες σαν σε ήρωα.


Φτάνοντας στην Νεμέα
βρήκε το λιοντάρι και πρώτα του έριξε με το τόξο. Όταν είδε ότι είναι άτρωτο,
το κυνήγησε με το σπαθί του, το οποίο, όμως, στράβωσε και έπειτα, το κυνήγησε
με το ρόπαλο. Εκείνο έφυγε και κρύφτηκε στην σπηλιά του, η οποία είχε δύο
εισόδους. Ο Ηρακλής έφραξε το ένα
στόμιο και από την άλλη επιτέθηκε στο θηρίο, βάζοντας το χέρι του στο λαιμό του
και σφίγγοντας τον λαιμό του, το έπνιξε. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, το
λιοντάρι του έκοψε και ένα δάχτυλο στην πάλη τους. Μετά το έριξε στους ώμους
και γύρισε στις Κλεωνές. Είχε λείψει κοντά τριάντα ημέρες και ο Μόλορχος ετοιμαζόταν να θυσιάσει το
σφάγιο στον ήρωα Ηρακλή, αλλά τελικά
το θυσίασε στον Δία Σωτήρα. Ο Ηρακλής τότε έκανε κάποιες αλλαγές στην τέλεση
των γιορτών που λέγοντας Νέμεα, και
ενώ μέχρι τότε τιμούσαν τον Οφέλτη,
έκτοτε τιμούσαν τον Νέμειο Δία.


Ο Ευρυσθέας τρομοκρατήθηκε από την θέα του
νεκρού λιονταριού όταν το πήγε στις Μυκήνες και έκτοτε του είπε να δείχνει τους
άθλους του από τις πύλες, ενώ έχτισε και ένα χάλκινο πιθάρι κάτω από τη γη για
να κρύβεται, και τις εντολές του τις έστελνε στον Ηρακλή με τον κήρυκα Κοπρέα,
γιο του Ηλείου Πέλοπα. Ο Ηρακλής
έγδαρε το λιοντάρι χρησιμοποιώντας τα νύχια του θηρίου, γιατί ήταν το μόνο
υλικό που μπορούσε να κόψει το σκληρόπετσο τομάρι του. Έκτοτε, φορούσε το δέρμα
του για πανοπλία και το κεφάλι του για κράνος.








Αποσυμβολισμός


Ο πρώτος άθλος έγινε
στο ζώδιο του Λέοντα για να συμβολίσει την Αυγή του Σείριου και την έναρξη του
έργου του Ηρακλή σαν Καταλύτης. Το
Άργος σαν κοντινή περιοχή κρυπτογραφεί τον πανεπόπτη Άργο και το Παγώνι, το
οποίο κρύβεται και πίσω από τις δοκιμασίες που θέτει στον Αλκείδη, και τώρα πια Ηρακλή,
η Ήρα και κατ’ επέκταση η Φωλιά του Παγωνιού. Ο Ηρακλής έμεινε στον ντόπιο
Φύλακα Μόλορχο, ο οποίος και τον ενημέρωσε σχετικά με τις Μαύρες Τελετουργίες
που γέννησαν το τέρας το οποίο καλούσαν «λιοντάρι της Νεμέας». Ο Μόλορχος θέλησε να επικοινωνήσει με την Φωλιά,
αλλά ο Ηρακλής του ζήτησε διορία 30 περίπου ημερών (όσο περίπου χρειαζόταν ένα
σεληνιακός μήνας για να αλλάξει) και μετά, αν ο ίδιος δεν τα κατάφερνε να
εξουδετερώσει το θηρίο, ο Μόλορχος θα έκανε τις τελετές που του υπέδειξε ο Ηρακλής
για να καθαριστεί ο τόπος, τελετές που κρύφτηκαν πίσω από τη τίμησή του σαν
Ήρωα.

Το θηρίο σαν γιος του
Τυφώνα ή Σεθ, κρυπτογραφεί τους Μεγάλους Παλαιούς του Lovecraft.
Η γιορτή που επικρατούσε μέχρι τότε ήταν τα Νέμεα, τα οποία είχαν θεσμοθετήσει
οι Επτά Αρχηγοί που ξεκίνησαν για την Θήβα. Ο μύθος ίδρυσης των Νεμέων έχει ως
εξής:


Όταν σταμάτησαν οι
Επτά Αρχηγοί εκεί για να ξεκουραστούν, η Υψιπύλη,
η, σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, κόρη του Θόαντα βασιλιά της Λήμνου, φύλαγε τον Οφέλτη,
γιο του ντόπιου βασιλιά και ιερέα του Διός Λυκούργου, γιου του Φέρητος και της Ευρυδίκης. Ο Λυκούργος, αδελφός του Αδμήτου,
δείχνει τον Λύκο – Σείριο, ενώ Οφέλτης σημαίνει «αυτός που ωφελεί», «αυτός που
τυλίγεται από τον όφι» ή «αυτός που οφείλεται».


Εδώ υπάρχει ένα
ερωτηματικό. Ο Απολλόδωρος στο βιβλίο Γ της Βιβλιοθήκης του αναφέρει ότι η Υψιπύλη
είχε εξοριστεί από τις Λήμνιες γιατί είχε φυγαδεύσει τον πατέρα της Θόαντα, ενώ
στο βιβλίο Α, και στην περιγραφή της Αργοναυτικής Εκστρατείας, την παρουσιάζει
να αποκτά με τον Ιάσονα δύο γιους στην Λήμνο, την εποχή που η Αργώ, με επιβάτη
και τον Ηρακλή, είχε πιάσει στην Λήμνο. Έτσι, προσωπικά καταλήγω στο συμπέρασμα
ότι ο όρος «Υψιπύλη» κρυπτογραφεί τίτλο, πιθανώς ιέρειας της Σελήνης, σύμφωνα
με τον Robert Graves. Άλλωστε και ο όρος
«Ηρακλής» δείχνει τίτλο και όχι όνομα, αφού αποσυμβολίζεται σαν «το κλέος
(δόξα) της Ήρας», ή ίσως «το κλειδί για την Ήρα», με όποιες προεκτάσεις έχει
αυτό.

Επιστρέφουμε στην
Υψιπύλη και τον Οφέλτη. Όταν έφτασαν λοιπόν οι Επτά αρχηγοί, η Υψιπύλη
προσφέρθηκε να τους δώσει νερό από την πηγή Αδράστεια, αλλά άφησε μόνο του τον
μικρό Οφέλτη και τότε ένας δράκος εμφανίστηκε και αφού τυλίχθηκε γύρω από τον
λαιμό του, το έπνιξε. Οι επτά ηγεμόνες φόνευσαν τον δράκο και από τότε ο μικρός
ονομάστηκε Αρχέμορος «αρχή του θανάτου» ή ίσως «Άρχων του Θανάτου». Οι Επτά
θεσμοθέτησαν την γιορτή των Νεμέων προς τιμήν του, κατά την διάρκεια των οποίων
ο Λυκούργος φιλονίκησε και ήλθε στα χέρια με τον Αμφιάραο, τους οποίους
σταμάτησαν ο Άδραστος και ο Τυδέας. Αυτό έγινε γιατί η Ευρυδίκη φυλάκισε την
Υψιπύλη μετά τον θάνατο του Οφέλτη, την οποία όμως ελευθέρωσαν οι γιοι της Θόας
και Εύνηος, έπειτα από πληροφορία που τους έδωσε ο Αμφιάραος. Ο Οφέλτης ήταν το
τελευταίο μέλος της γενιάς του Κρηθέως, πρώτου γιου του Αιόλου (Αίολος --_
Κρηθέας --> Φέρης --> Λυκούργος --> Οφέλτης).


Ένα πιθανό σενάριο
είναι ότι ο Λυκούργος εκπροσωπούσε ένα παγωμένο κομμάτι της Φωλιάς, εξού και η
θυσία του πρωτότοκου γιου, μιας και το θηρίο εμφανίστηκε μετά από την καθιέρωση
των πρώτων Νεμέων, που μάλλον έδειχναν Μαύρες Τελετουργίες, με κάποιους
δράκοντες (και όχι φίδια) μπλεγμένους. Οι Επτά Αρχηγοί μυήθηκαν σε κάποιες
σκοτεινές λατρείες, με την Υψιπύλη σαν ιέρεια και ανθρωποθυσία μικρού παιδιού,
το οποίο μάλλον ισχύει, αν δούμε αργότερα και τον Τυδέα να τρώει τα μυαλά από
τον αποκεφαλισμένο Μελάνιππο μπροστά στα τείχη της Θήβας. Έκτοτε εμφανίστηκε
και το θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή, το οποίο τώρα ο Ηρακλής σαν
απεσταλμένος της Φωλιάς του Παγωνιού έπρεπε να εξαφανίσει και να «καθαρίσει» τα
όποια μαύρα πλοκάμια υπήρχαν τριγύρω. Έτσι, με την επιτυχή κατάληξη της
προσπάθειάς του, γύρισε σώος και άλλαξε την μορφή του τελετουργικού των Νεμέων,
που τώρα αντί για τον Οφέλτη, τιμούσαν τον Δία Σωτήρα, που δείχνει κάποιες πιο
«φιλάνθρωπες» τελετουργίες. Επίσης, ενώ μέχρι τότε στους αγώνες δινόταν στεφάνι
από σέλινο (γρουσούζικο φυτό προς τιμήν των νεκρών, που έχει πιθανή σχέση με
την Σελήνη), ο Ηρακλής θέσπισε το στεφάνι από ελιά, και αργότερα ο Θησέας το
στεφάνι από φοίνικα.


Το υπόλοιπο του μύθου
είναι μυσταγωγικό και κρύβει κάποια στοιχεία τελετουργικής μυήσεως, όπως ο
ακρωτηριασμός του δαχτύλου σαν μορφή προσωπικής θυσίας για το κοινό καλό, η πάλη
με το λιοντάρι, σαν αναγκαίο συστατικό αναδύσεως του θηριώδους στοιχείου του
εαυτού και καθυποτάξεώς του. Η επιλογή του ρόπαλου σαν όπλου μετά την
αχρήστευση του τόξου και του ξίφους, δείχνει την προσωπική δύναμη που πρέπει να
αναδυθεί από τα εσώψυχα για την επίτευξη του σκοπού, μιας και η από μεγαλύτερη
απόσταση σκόπευση (το τόξο) είναι ανώφελη, αν την ζητούμενη στιγμή που ο στόχος
είναι δίπλα, δεν έχουμε την δύναμη να τον αρπάξουμε. Το γδάρσιμο του δέρματος
του λιονταριού με τα ίδια του τα νύχια, πιθανώς δείχνει ότι μία επίθεση και
ένας εχθρός αντιμετωπίζονται με τα ίδια τους τα όπλα..